" In general the Fallen Angel is meant to cure us of the itch for absolute knowledge "
Neil Postman, ' The End of Education ', 1996.
" Σ' όλο τον κόσμο υπάρχει μια παθιασμένη αγάπη των παιδιών με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Δούλεψα με παιδιά και υπολογιστές στην Ασία, την Αμερική και την Αφρική, σε πόλεις, περίχωρα και φάρμες στη ζούγκλα. Δούλεψα με φτωχά παιδιά και πλούσια παιδιά, με παιδιά μορφωμένων γονιών και με παιδιά που οι γονείς τους ήταν από αγράμματες οικογένειες. Αλλά αυτή η διάκριση δεν είχε καμία σημασία. Παντού, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είδα την ίδια λάμψη στο βλέμμα τους, την ίδια επιθυμία να χειραγωγήσουν αυτό το πράγμα. Και κατά βάθος γνώριζαν ότι αυτό τους ανήκε. Γνώριζαν ότι μπορούν να το χειριστούν και να το ελέγξουν ευκολότερα από ότι τους γονείς τους. Γνώριζαν ότι είναι η γενιά των υπολογιστών."[1]
Με τα λόγια αυτά αρχίζει το βιβλίο του ο Papert και, κατά τη γνώμη μας, θέτει το "πρόβλημα" της παιδικής ηλικίας όπως θα έπρεπε να είναι. Έτσι, μετατοπίζει τη συζήτηση από το καθαρά θεωρητικό σκέλος της κατασκευής ή μη της έννοιας της "παιδικής ηλικίας" στο, κυρίως, πρόβλημα που είναι η σύγχρονη διάσταση της παιδικής ηλικίας και η σχέση της με την τεχνολογία. Mία διάσταση που εισάγεται από πολλούς στοχαστές και προσδιορίζεται και από τον Postman αλλά κάτω από διαφορετική οπτική γωνιά, ως επίδραση της τεχνολογίας ( στη σημερινή μαζική δημοκρατία) στα παιδιά και στην ασυνείδητη - μάλλον - συμβολή της στην εξαφάνιση αυτού που προσδιορίζεται, παραδοσιακά, ως " παιδική ηλικία ".[2]
Η θεωρητική συζήτηση που βασικά ξεκίνησε από το κλασσικό, πλέον, βιβλίο του Aries ( 1962 ), έχει προσλάβει τη μορφή χιονοστιβάδας και έχει κατακλύσει το χώρο που ασχολείται με την κοινωνιολογία της παιδικής ηλικίας.[3] Τα προβλήματα που παρουσιάζονται είναι πάρα πολλά, αλλά μπορούμε να τα αναγάγουμε, ουσιαστικά, σε δύο μεγάλες κατηγορίες που έχουν σχέση με τον τρόπο προσέγγισής τους. Δύο κατηγορίες που οριοθετούν και τη μεθοδολογική προσέγγιση του ζητήματος που ερευνάται.
Σύμφωνα με τον Qvortrup, η κοινωνιολογία της παιδικής ηλικίας στηρίζεται σε δύο βασικές συνιστώσες. Τη δομική και ατομική προσέγγιση. Σύμφωνα με την άποψή του, η δεύτερη τάση δείχνει να επικρατεί, τουλάχιστον ποσοτικά. Αυτή εστιάζει στις παιδαγωγικές και ανθρωπολογικές αναλύσεις της δράσης του παιδιού σε αντίθεση με τις μακρο-οριοθετημένες αναλύσεις (οικονομία, πολιτική, γεωγραφία και κοινωνιολογία ).[4] Αυτό που φαίνεται να επικρατεί είναι η μελέτη των παιδιών ως ατομικώς δρώντων. Με αυτόν τον τρόπο ο Qvortrup δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επαναφέρει την παλαιά διαμάχη της επιστημολογικής προσέγγισης στο χώρο της παιδικής ηλικίας. Είναι γεγονός, όμως, ότι η διαπίστωση που κάνει είναι αληθινή, παρά τη δική του διαφοροποίηση και την ύπαρξη πολλών, αντίθετων στο ρεύμα, αντιλήψεων.