(Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1889)
Έκπληξιν μεγάλην έξέφρασεν ή γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ. ιδοϋσα τη ήμερα των Χριστουγέννων τοΰ 187... την θειά-Άχτί τσα φορούσαν καινουργή μανδήλαν, και τον Γέρο και τήν Πατρώνα μέ καθαρά ϋποκαμισάκια και μέ. νέα πέδιλα. Τοϋτο δε διότι ήτο γνωστότατον ότι η θειά-Άχτίτσα είχε ιδεί τήν προίκα τής κόρης της πωλουμένην επί δημοπρασίας προς πληρωμήν των χρεών αναξίου γαμβρού, διότι ήτο έρημος κα\ χήρα, και διότι ανέτρεφε τά δύο ορφανά έγγονά της μετερ-χομένη ποικίλα επαγγέλματα. Ητον (ας ήτο μοναχή της !) άπ εκείνας που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Ή γειτόνισσα. τό Ζερμπινιώ. ώκτειρε τάς στερήσεις τής γραίας και τών δυο ορφανών αλλά μήπως ήτο και αυτή πλούσια, δια νά ελθη αυτοϊς αρωγός και παρήγορος ;
Ευτυχής ό μακαρίτης, ό μπάρμπα-Μιχαλιός, όστις προηγήθη εις τον τάφον τής συμβίας Άχτίτσας, χωρίς νά ίδη τά δεινά τά επικείμενα αυτή μετά τον θάνατον του. Ητο καλής ψυχής, —ας είχε ζωή !— ο συχωρεμένος. Τά δύο παιδία «τά άδιαφό-ρετα», ο Γεώργης καΐ ο Βασίλης, έπνίγησαν βυθισθείσης τής βρατσέρας των τον χειμώνα του έτους 186... Ή βρατσέρα εκείνη άπωλέσθη αύτανδρος,—τί φρίκη ! τί καϋμός ! Τέτοια τρομάρα καμμιάς καλής χριστιανής νά μήν τής μέλλη. Ό τρίτος ο γυιός της, ο σουρτούκης, το χαμένο κορμί, έξε-νητεύθη καΐ εύρίσκετο, έλεγαν, είς τήν Άμερικήν. Πέτρα ερρι-ξε πίσω του. Μήπως τον είδε ; Μήπως τον ήκουσεν ; Αλλοι πάλιν πατριώταις είπαν ότι ένυμφεύθη είς εκείνα τά χώματα, κ' επήρε, λέει, μιά φράγκα, μιά 'γγλεζοποϋλα, ένα ξωθικό, ποΰ δέν ήξευρε νά μιλήση ρωμέϊκα. Μή χειρότερα ! Τί νά πή κανείς ! Εΐμπορεΐ νά καταρασθή το παιδί του, τά σωθικά του, τά σπλάγχνα του ;
******************************
Ή κόρη της άπέθανεν είς τον δεύτερον τοκετόν, άφεΐσα αύτη τά δύο ορφανά κληρονομίαν. Ό πατεριασμένος τους, έζοϋσε ακόμα (ποϋ νά φτάσουν τά μαντάτα του ώρα-τήν-ώρα !), μά τί νοικοκύρης! Το πρόκοψε, αλήθεια! Χαρτοπαίκτης, μέθυσος και μέ άλλας άρετάς ακόμη. Είπαν πώς ξαναπαντρεύτηκε αλλού, διά νά πάρη και άλλον κόσμον εις τον λαιμόν του, ο ασυνείδητος ! Τέτοιοι άντρες ! "Εκαμε δά κι' αυτή ένα γαμπρό, μά γαμπρό (το λαμπρό τ' νά βγή!)
Τί νά κάμη, έβαλε τά δυνατά της, κ' επροσπαθοΰσε όπως - ό πως νά ζήση τά δΰο ορφανά. Τί αξιολύπητα, τά καϋμένα! Κατά τάς διαφόρους ώρας τοϋ έτους έβοτανιζεν, αργολογοϋσε, έμάζω-νε έληαίς, έξενοδούλευε. Έμάζωνε κούμαρα και τά έβγαζε ρακί. Μερικά στέμφυλα άπ' εδώ, κάμποσα βότσια αραβοσίτου άπ' εκεί, όλα τά εχρησιμοποίει. Είτα, κατά Όκτωβριον, άμα ήνοιγαν τά ελαιοτριβεία, έπαιρνεν Ινα είδος πήχυν, Εν πενηντάρι έκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κ' έγύριζεν εις τά ποτόκια, όπου κατεστάλαζον αί ύποστάθμαι τοϋ ελαίου, κ' έμάζωνε τήν μούργα. Διά της μεθόδου ταύτης ώκονόμει δλον το ένιαύσιον έλαιον -τοϋ λυχναρίου της.λλα το πρώτιστον εισόδημα της θειά-Άχτίτσας προήρχε-το έκ τοϋ σταχομαζώματος. Τον Ίούνιον, κατ' έτος, έπεβιβάζε-το εις πλοΐον, έπλεεν υπερπόντιος καΐ διεπεραιοΰτο εις Εϋβοιαν. Περιεφρόνησε το όνειδιστικόν έπίθετον της «καραβωμένης», όπερ έσφενδόνιζον άλλα γύναια κατ' αυτής, διότι όνειδος ακόμη εθεωρείτο το νά πλέη γυνή εις τά πελάγη. Έκεΐ, μετ' άλλων πτωχών γυναικών, ήσχολεϊτο συλλέγουσα τους άστάχεις, τους πίπτοντας από τών δραγμάτων τών θεριστών, από τών φορτωμάτων καΐ κάρρων. Κατ' έτος οι χωρικοί τής Ευβοίας και τά χωριατόπουλα, έρριπτον κατά πρόσωπον αυτών το σκώμμα : «Νά! ή φ'στάναις! μας ήρθαν πάλι ή φ'στάναις !>. Άλλ' αΰτη έκυπτεν ύπομονητική, σιωπηλή, συνέλεγε τά ψυχία εκείνα της πλούσιας συγκομιδής τοϋ τόπου, άπήρτιζε τρεις ή τεσσάρας σάκκους, όλόκληρον ένιαυσίαν έσοδείαν δι' έαυτήν καΐ διά τά δύο ορφανά, τά όποια εΐχεν έμπιστευθή έν τφ μεταξύ εις τάς -φροντίδας τής Ζερμπινιως, καΐ αποπλέουσα έπέστρεφεν εις το παραθαλάσσιον χωρίον της.
Πλην εφέτος, δηλ. το έτος εκείνο, άφορία είχε μαστίσει τήν Εΰβοιαν. Άφορία είς τον ελαιώνα της μικράς νήσου, όπου κατώ-κει ή θειά-Άχτίτσα. Άφορία είς τάς αμπέλους καΐ είς τους αραβοσίτους, άφορία σχεδόν και είς αυτά τά κούμαρα, άφορία πανταχού. Είτα, επειδή ουδέν κακόν έρχεται μόνον, βαρύς χειμών ένέσκηψεν είς τά βορειότερα εκείνα μέρη. Άπό τοϋ Νοεμβρίου μηνός, χωρίς σχεδόν νά πνεύση νότος και νά πέση βροχή, ήρ-χιζε νά χιονίζη. Μόλις έπαυεν είς νιφετός και ήρχιζεν άλλος. Ενίοτε έπνεε ξηρός βορράς, σφιγγών έτι μάλλον τά χιόνιια, τά. οποία δεν έλυωναν είς τά βουνά. «Έπερίμεναν άλλα». Ή γραία μόλις είχε προλάβει νά μεταφέρη έπί τών ώμων της, άπό τών φαράγγων και δρυμών, άγκαλίδας τινάς ξηρών ξύλων, όσαι μόλις θά ήρκουν διά δυο εβδομάδας ή τρεις, και βαρύς ό χειμών έπέπεσε. Περί τά μέσα Δεκεμβρίου μόλις επήλθε μικρά διακοπή, και δειλαί τινες ακτίνες ηλίου έπεφάνησαν, έπι-χρυσοϋσαι τάς ύψηλοτέρας στέγας. Ή θειά-Άχτίτσα έτρεξεν εις τά «ορμάνια», ίνα προλάβη καΐ είσκομίση καυσόξυλα τίνα. Την επαύριον ό χειμών κατέσκηψεν άγριώτερος. Μέχρι τών Χριστουγέννων, ουδεμία ήμερα εύδιος, ουδεμία γωνία ουρανού ορατή, ουδεμία άκτίς ηλίου. Κραταιός και βαρύπνοος βορράς, «χιονιστής», έφύσα κατά. τάς παραμονάς της αγίας ημέρας. Αί στέγαι τών οίκιών ήσαν κατάφορτοι έκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τά συνήθη παίγνια τών οδών και τά χιονοβολήματα έπαυσαν. Ό χειμών εκείνος δεν ήτο φιλοπαίγμων. Άπό τών κεράμων τών στεγών έκρέμαντο ως ώριμοι καρποί σπιθαμιαϊα κρύσταλλα, τά δποΐα οί μάγκαι της γειτονιάς δεν είχον πλέον όρεξιν νά τρώγουν.
|