αφηγητής ή αφηγήτρια 1
αφηγητής ή αφηγήτρια 2
1. Ο Μακρυγιάννης όταν ήταν μωρό, κόντεψε να πεθάνει και σώθηκε με τρόπο θαυμαστό.
2. Οι Τούρκοι του Αλή Πασά θέλανε να τους σκλαβώσουν. Τότε όλη η φαμελιά του κι όλο του το σόι σηκώθηκαν να πάνε στη Λιβαδειά να ζήσουν εκεί.
1. Έπρεπε όμως να περάσουν το γιοφύρι του Λιδορικιού. Εκεί πάντα φυλάνε καρτέρι οι Τούρκοι.
2. Δεκαοχτώ μέρες γκιζερούσανε στα δάση και τρώγανε αγριοβέλανα κι η μάνα του τον βύζαινε κάθε μέρα.
1. Μην υποφέροντας άλλο την πείνα, αποφάσισαν να περάσουν το γιοφύρι κρυφά.
2. Για να μη κλάψει το μωρό και χαθούν όλοι, της είπαν της μάνας του και το πέταξε στο δάσος.
1. Μετά από λίγο όμως η μάνα μετανογάει και τους λέει:
2. Η αμαρτία του βρέφους θα μας χάσει. Περνάτε εσείς, κι εγώ το παίρνω κι αν έχω τύχη και δεν κλάψει θα σας βρω.
1. Ο Θεός και η Παναγία έβαλαν το χέρι τους και δεν έκλαψε το μωρό.
2. Σώθηκε κι αυτό, σώθηκε κι η μάνα του.
