Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΛΕΣΧΗ



ΠΑΥΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Στο πλαίσιο της συντηρητικής αναδιάρθρωσης στην εκπαίδευση, η οποία έχει ξεκινήσει, σε γενικές γραμμές, από την περίοδο Διαμαντοπούλου και η οποία στοχεύει μεταξύ των άλλων, στην εναρμόνιση του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας με τις επιταγές του ΟΟΣΑ, επανεμφανίζονται στο προσκήνιο θέσεις και πυροδοτούνται συγκρούσεις που επί σειρά ετών θεωρούσαμε οριστικά λυμένες. Με εξαιρετική κάποιες φορές δριμύτητα επανεμφανίζονται θέσεις του παρελθόντος διεκδικώντας τον τίτλο του καινοφανούς και καινοτόμου θυμίζοντας το γνωστό ποίημα του Μπρεχτ για το παλιό που επανέρχεται σαν νέο, διασύροντας κάθε τι αληθινά νέο. Το γεγονός είναι εξηγήσιμο αφού καμία συντηρητική αναδιάρθρωση, ιδιαίτερα στον ευαίσθητο χώρο της Παιδείας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ή έστω ανεκτή αν δεν καταφέρει να κερδίσει ένα βαθμό ιδεολογικής νομιμοποίησης.

​Η περίπτωση της Παιδαγωγικής επιστήμης είναι χαρακτηριστική. Τα παλιά ερωτήματα, με διάφορους τρόπους επανέρχονται: «Είναι επιστήμη η Παιδαγωγική;», «Είναι απαραίτητες οι παιδαγωγικές σπουδές για όποιον διδάσκει ή αρκεί η γνώση των επί μέρους αντικειμένων;», «Η μάθηση ως αυτοσκοπός ή η μάθηση ως ένα από τα μέσα της αγωγής», «Προώθηση και αποδοχή της αριστείας ή όχι;». Η ιδεολογική μάχη, γύρω από τα θέματα της αγωγής, και της επιστήμης που την ερευνά, έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια με την συντηρητική ιδεολογία να κερδίζει έδαφος ενώ η αντίδραση των χώρων εκείνων που παραδοσιακά την αντιμάχονταν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαμφοτερίζουσα. Αναμφίβολα υπήρξε ένα τμήμα αριστερών διανοουμένων που αντέδρασε άμεσα στα νεοσυντηρητικά ιδεολογήματα, προβάλλοντας τις θέσεις που σε βάθος ενός αιώνα επεξεργάστηκε και υπερασπίστηκε το εκπαιδευτικό κίνημα. Υπήρξε ωστόσο και ένας σημαντικός αριθμός, που θεώρησε τη σύγκρουση στο πεδίο των παιδαγωγικών ιδεών ως προσχηματική, ενώ τη συγκρότηση μίας αριστερής παιδαγωγικής πρότασης αντίστοιχης των απαιτήσεων των καιρών, σχεδόν ως μία πολυτελή επιλογή που το κίνημα δεν διαθέτει σήμερα το χρόνο για να επεξεργαστεί. Εκείνο που κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να είναι σαφές είναι πως το κίνημα δεν έχει καμία δυνατότητα να επιλέξει ή να καθυστερήσει το χρόνο της ιδεολογικής σύγκρουσης. Αυτή έχει αρχίσει από πολύ καιρό ήδη, με τις συντηρητικές ιδέες να κερδίζουν έδαφος στην κοινωνία ακόμα και σε χώρους που θα περίμενε κανείς ότι θα ήταν εχθρικοί ως προς αυτές, γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος της επικράτησής της. Εκείνο που μπορούμε να επιλέξουμε είναι αν θα δώσουμε η όχι τη μάχη. Η απόσυρση από το ιδεολογικό μέτωπο, για τους όποιους σκοπούς μπορεί να επικαλεστεί ο καθένας, συνιστά κατά τη γνώμης μας ομολογία ήττας την οποία σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα πληρώσει ακριβά το εκπαιδευτικό κίνημα. Στην προσπάθεια μας να συμβάλλουμε στην συζήτηση που κατά τη γνώμη μας με νηφαλιότητα πρέπει να ξεκινήσει όχι μόνο για τα τρέχοντα εκπαιδευτικά προβλήματα αλλά και για παιδαγωγικά ζητήματα που δεν άπτονται υποχρεωτικά της καθημερινότητας αναφερόμαστε στο συγκεκριμένο άρθρο στην ανάδυση της επιστήμης της Παιδαγωγικής και την εγκαθίδρυσή της στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια καθώς και στους λόγους που επέβαλαν να γεννηθεί μια επιστήμη από έναν επαγγελματικό κλάδο.

Ο CELESTIN FREINET ΚΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ.



ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗ – ΠΑΥΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ


Εργαλεία για την κοινωνικοποίηση και την πολιτική χειραφέτηση του μαθητή»


Το κείμενο αυτό στηρίχθηκε σε ανακοίνωση που πραγματοποιήσαμε στο τριήμερο αφιέρωμα στον μεγάλο μεταρρυθμιστή παιδαγωγό Célestin Freinet για τα 50 χρόνια από το θάνατό του που διοργάνωσε το Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας (1-3 Δεκέμβρη 2016.).

Στην παρούσα εργασία μας αναζητούμε σημεία σύγκλισης και απόκλισης, σημεία επικοινωνίας και διαφοροποίησης ανάμεσα στο κίνημα της Παιδαγωγικής Freinet και στο κίνημα της Κριτικής Παιδαγωγικής. Πρόκειται για δύο παιδαγωγικά ρεύματα, θεωρητικής σκέψης και πρακτικής, τα οποία στέκουν κριτικά απέναντι στην κρατούσα σχολική κουλτούρα και στις κυρίαρχες πρακτικές της και προχωρούν στη σύνθεση ενός σώματος εκπαιδευτικών αρχών, προσανατολισμών, στοχεύσεων και πρακτικών με σκοπό τη ρητά διατυπωμένη επιδίωξη της προάσπισης του δημοκρατικού δημόσιου βίου. 


Κάθε κίνηση στο χώρο της παιδαγωγικής επιστήμης όπως και κάθε ρεύμα παιδαγωγικών ιδεών σχετίζεται άμεσα με το κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής στην οποία γεννήθηκε και δεν μπορεί να μελετηθεί ανεξάρτητα από αυτό. Έτσι αναζητώντας τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης της παιδαγωγικής Freinet και της Κριτική Παιδαγωγικής δεν λησμονούμε ότι οι διεργασίες που οδήγησαν στην γέννηση των ρευμάτων αυτών πραγματοποιήθηκαν εντός διαφορετικών ιστορικών και κοινωνικοπολιτικών πλαισίων. Μία επιπρόσθετη δυσκολία αποτελεί το γεγονός ότι η διαδρομή και των δύο αυτών παιδαγωγικών ρευμάτων είναι μακρά στον ιστορικό χρόνο, και η επιρροή τους εξαπλώνεται σε διεθνές επίπεδο, γεγονός που σηματοδοτεί σημαντικές αλλαγές στο ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτά τα κινήματα αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται. Ως αποτέλεσμα είναι αδύνατο να αντιμετωπιστούν ως αμετάβλητα ομοιογενή συστήματα ιδεών και παιδαγωγικών πρακτικών, καθώς θεμελιώδεις αλλαγές στο ιστορικό πλαίσιο επηρεάζουν τις αξίες και τις τεχνικές τους, ώστε παρατηρούνται στην πορεία τους περισσότερες αστάθειες παρά αμετάβλητες σταθερότητες.[1] Σε αυτή μας την προσπάθεια θα προσπαθήσουμε να προχωρήσουμε στην σύγκριση των δύο παιδαγωγικών ρευμάτων στηριζόμενοι σε αυτά τα στοιχεία τους που τα χαρακτηρίζει η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διάρκεια και σταθερότητα.

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Ο CELESTIN FREINET ΚΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ.



ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΛΕΣΧΗ


ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗ – ΠΑΥΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ


Εργαλεία για την κοινωνικοποίηση και την πολιτική χειραφέτηση του μαθητή»


Το κείμενο αυτό στηρίχθηκε σε ανακοίνωση που πραγματοποιήσαμε στο τριήμερο αφιέρωμα στον μεγάλο μεταρρυθμιστή παιδαγωγό Célestin Freinet για τα 50 χρόνια από το θάνατό του που διοργάνωσε το Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας (1-3 Δεκέμβρη 2016.).

Στην παρούσα εργασία μας αναζητούμε σημεία σύγκλισης και απόκλισης, σημεία επικοινωνίας και διαφοροποίησης ανάμεσα στο κίνημα της Παιδαγωγικής Freinet και στο κίνημα της Κριτικής Παιδαγωγικής. Πρόκειται για δύο παιδαγωγικά ρεύματα, θεωρητικής σκέψης και πρακτικής, τα οποία στέκουν κριτικά απέναντι στην κρατούσα σχολική κουλτούρα και στις κυρίαρχες πρακτικές της και προχωρούν στη σύνθεση ενός σώματος εκπαιδευτικών αρχών, προσανατολισμών, στοχεύσεων και πρακτικών με σκοπό τη ρητά διατυπωμένη επιδίωξη της προάσπισης του δημοκρατικού δημόσιου βίου. 


Κάθε κίνηση στο χώρο της παιδαγωγικής επιστήμης όπως και κάθε ρεύμα παιδαγωγικών ιδεών σχετίζεται άμεσα με το κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής στην οποία γεννήθηκε και δεν μπορεί να μελετηθεί ανεξάρτητα από αυτό. Έτσι αναζητώντας τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης της παιδαγωγικής Freinet και της Κριτική Παιδαγωγικής δεν λησμονούμε ότι οι διεργασίες που οδήγησαν στην γέννηση των ρευμάτων αυτών πραγματοποιήθηκαν εντός διαφορετικών ιστορικών και κοινωνικοπολιτικών πλαισίων. Μία επιπρόσθετη δυσκολία αποτελεί το γεγονός ότι η διαδρομή και των δύο αυτών παιδαγωγικών ρευμάτων είναι μακρά στον ιστορικό χρόνο, και η επιρροή τους εξαπλώνεται σε διεθνές επίπεδο, γεγονός που σηματοδοτεί σημαντικές αλλαγές στο ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτά τα κινήματα αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται. Ως αποτέλεσμα είναι αδύνατο να αντιμετωπιστούν ως αμετάβλητα ομοιογενή συστήματα ιδεών και παιδαγωγικών πρακτικών, καθώς θεμελιώδεις αλλαγές στο ιστορικό πλαίσιο επηρεάζουν τις αξίες και τις τεχνικές τους, ώστε παρατηρούνται στην πορεία τους περισσότερες αστάθειες παρά αμετάβλητες σταθερότητες.[1] Σε αυτή μας την προσπάθεια θα προσπαθήσουμε να προχωρήσουμε στην σύγκριση των δύο παιδαγωγικών ρευμάτων στηριζόμενοι σε αυτά τα στοιχεία τους που τα χαρακτηρίζει η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διάρκεια και σταθερότητα.

ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΛΕΣΧΗ



ΠΑΥΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Στο πλαίσιο της συντηρητικής αναδιάρθρωσης στην εκπαίδευση, η οποία έχει ξεκινήσει, σε γενικές γραμμές, από την περίοδο Διαμαντοπούλου και η οποία στοχεύει μεταξύ των άλλων, στην εναρμόνιση του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας με τις επιταγές του ΟΟΣΑ, επανεμφανίζονται στο προσκήνιο θέσεις και πυροδοτούνται συγκρούσεις που επί σειρά ετών θεωρούσαμε οριστικά λυμένες. Με εξαιρετική κάποιες φορές δριμύτητα επανεμφανίζονται θέσεις του παρελθόντος διεκδικώντας τον τίτλο του καινοφανούς και καινοτόμου θυμίζοντας το γνωστό ποίημα του Μπρεχτ για το παλιό που επανέρχεται σαν νέο, διασύροντας κάθε τι αληθινά νέο. Το γεγονός είναι εξηγήσιμο αφού καμία συντηρητική αναδιάρθρωση, ιδιαίτερα στον ευαίσθητο χώρο της Παιδείας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ή έστω ανεκτή αν δεν καταφέρει να κερδίσει ένα βαθμό ιδεολογικής νομιμοποίησης.

​Η περίπτωση της Παιδαγωγικής επιστήμης είναι χαρακτηριστική. Τα παλιά ερωτήματα, με διάφορους τρόπους επανέρχονται: «Είναι επιστήμη η Παιδαγωγική;», «Είναι απαραίτητες οι παιδαγωγικές σπουδές για όποιον διδάσκει ή αρκεί η γνώση των επί μέρους αντικειμένων;», «Η μάθηση ως αυτοσκοπός ή η μάθηση ως ένα από τα μέσα της αγωγής», «Προώθηση και αποδοχή της αριστείας ή όχι;». Η ιδεολογική μάχη, γύρω από τα θέματα της αγωγής, και της επιστήμης που την ερευνά, έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια με την συντηρητική ιδεολογία να κερδίζει έδαφος ενώ η αντίδραση των χώρων εκείνων που παραδοσιακά την αντιμάχονταν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαμφοτερίζουσα. Αναμφίβολα υπήρξε ένα τμήμα αριστερών διανοουμένων που αντέδρασε άμεσα στα νεοσυντηρητικά ιδεολογήματα, προβάλλοντας τις θέσεις που σε βάθος ενός αιώνα επεξεργάστηκε και υπερασπίστηκε το εκπαιδευτικό κίνημα. Υπήρξε ωστόσο και ένας σημαντικός αριθμός, που θεώρησε τη σύγκρουση στο πεδίο των παιδαγωγικών ιδεών ως προσχηματική, ενώ τη συγκρότηση μίας αριστερής παιδαγωγικής πρότασης αντίστοιχης των απαιτήσεων των καιρών, σχεδόν ως μία πολυτελή επιλογή που το κίνημα δεν διαθέτει σήμερα το χρόνο για να επεξεργαστεί. Εκείνο που κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να είναι σαφές είναι πως το κίνημα δεν έχει καμία δυνατότητα να επιλέξει ή να καθυστερήσει το χρόνο της ιδεολογικής σύγκρουσης. Αυτή έχει αρχίσει από πολύ καιρό ήδη, με τις συντηρητικές ιδέες να κερδίζουν έδαφος στην κοινωνία ακόμα και σε χώρους που θα περίμενε κανείς ότι θα ήταν εχθρικοί ως προς αυτές, γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος της επικράτησής της. Εκείνο που μπορούμε να επιλέξουμε είναι αν θα δώσουμε η όχι τη μάχη. Η απόσυρση από το ιδεολογικό μέτωπο, για τους όποιους σκοπούς μπορεί να επικαλεστεί ο καθένας, συνιστά κατά τη γνώμης μας ομολογία ήττας την οποία σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα πληρώσει ακριβά το εκπαιδευτικό κίνημα. Στην προσπάθεια μας να συμβάλλουμε στην συζήτηση που κατά τη γνώμη μας με νηφαλιότητα πρέπει να ξεκινήσει όχι μόνο για τα τρέχοντα εκπαιδευτικά προβλήματα αλλά και για παιδαγωγικά ζητήματα που δεν άπτονται υποχρεωτικά της καθημερινότητας αναφερόμαστε στο συγκεκριμένο άρθρο στην ανάδυση της επιστήμης της Παιδαγωγικής και την εγκαθίδρυσή της στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια καθώς και στους λόγους που επέβαλαν να γεννηθεί μια επιστήμη από έναν επαγγελματικό κλάδο.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Άκου όταν μιλάς δάσκαλε!


Μαθητές - δάσκαλος

Το παρόν άρθρο γράφτηκε με όρους παιδαγωγικής και διδακτικής πράξης, με σκοπό να προβληματίσει και να βοηθήσει τους εκπαιδευτικούς στο καθημερινό τους έργο.

Γίνεται μια προσπάθεια να τονιστεί η καλή τακτική του δασκάλου να ακούει τους μαθητές του μέσα και έξω από την τάξη, να αναδειχθεί η καλή πρακτική της συνθετικής έκθεσης, να αναφερθεί η αναγκαιότητα της εναλλαγής των μεθόδων διδασκαλίας, να αναλυθεί η τεχνική επίτευξης ήρεμου κλίματος στην τάξη και να επισημανθεί η αξιοποίηση της επικαιρότητας και των ενδιαφερόντων των μαθητών.
Επιπροσθέτως, γίνεται λόγος και για την καλή συνήθεια του δασκάλου να επιβραβεύει την προσπάθεια των μαθητών και όχι την εξυπνάδα.

Οι μαθητές μας διδάσκουν


Θυμάμαι έντονα τη στιγμή εκείνη που ως αναπληρωτής δάσκαλος, πήρα ένα πολύ καλό μάθημα Διδακτικής από τη Μάρθα, μαθήτρια της Γ` τάξης του Δημοτικού. Καθόταν στο πρώτο θρανίο και ήταν πολύ προσεκτική στην παράδοση όλων των μαθημάτων. Μια μέρα, ενώ βάσει του εβδομαδιαίου ωρολογίου προγράμματος έπρεπε να διδάξω μία ώρα Μαθηματικά, έκανα δύο συνεχόμενες. Μόλις ολοκλήρωσα την παράδοση, η Μάρθα αντέδρασε με έναν παρατεταμένο αναστεναγμό ανακούφισης. Ήταν ολοφάνερο, ότι με «τη γλώσσα του σώματος» μου τα είπε όλα. Εκτός αυτού, είχε αντιληφθεί, ότι το μάθημα των Τεχνικών εκείνη την ημέρα πάλι δε θα γινόταν.

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Ken Robinson: Φέρτε την επανάσταση στην εκπαίδευση!

Σε αυτήν την ομιλία,ο Κεν Ρόμπινσον, συνεχίζοντας την ομιλία που έδωσε στο TED το 2006,συνηγορεί υπέρ της δραστικής αλλαγής που πρέπει να γίνει από τα σχολεία που παρέχουν τυποποιημένη μάθηση σε αυτά που κάνουν εξατομικευμένη διδασκαλία,δημιουργώντας τις συνθήκες όπου μπορούν να ευδοκιμήσουν τα ταλέντα των παιδιών .
Η ομιλία αυτή δόθηκε το Φεβρουάριο του 2010.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ


ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΜΑΘΗΣΗ


Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Henry A. Giroux:ΟΤΑΝ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΕ ΖΩΝΕΣ ΑΠΟΝΕΚΡΩΜΕΝΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ: ΕΝΑ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ-




Henry A. Giroux

Αύγουστος 2013

Μετάφραση: Ζαγουριανού Μαργαρίτα

Επίβλεψη : Παναγιώτα Γούναρη

Αν οι δεξιοί δισεκατομμυριούχοι μαζί με τους απόστολους της εταιρικής/κορπορατικής εξουσίας και των επιχειρήσεων πάρουν αυτό που θέλουν, τα δημόσια σχολεία θα μετατραπούν σε « ζώνες απονεκρωμένης φαντασίας», υποβαθμισμένα πλέον σε αντι-δημόσιους χώρους που θα ασκούν επιθέσεις στην κριτική σκέψη, τον πολιτικό γραμματισμό και την ιστορική μνήμη.[1]

Δεδομένου ότι από το 1980, τα σχολεία έχουν γίνει κέντρα εξετάσεων όπου οι εκπαιδευτικοί ολοένα και περισσότερο αποκαταρτίζονται και οι μαθητές αποδυναμώνονται.

Τα σχολεία έχουν επαναπροσδιοριστεί ως τιμωρητικά κέντρα για το κομμάτι εκείνο της νεολαίας που έχει χαμηλό εισόδημα και είναι μειονοτικό. Οι συνθήκες μηδενικής ανοχής υπό το καθεστώς της αυστηρής πειθαρχίας συχνά οδηγούν αυτό το κομμάτι της νεολαίας να συλλαμβάνεται να κατηγορείται για εγκλήματα που πρόδηλα, είναι τόσο ασήμαντα, όμως η τιμωρία τους είναι πολύ σκληρή. [2] Στο νέο πλαίσιο του καπιταλισμού-καζίνο όπου επιδιώκεται η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης , πολλά δημόσια σχολεία έχουν κλείσει σε πόλεις όπως η Φιλαδέλφεια, το Σικάγο και τη Νέα Υόρκη για να πάρουν τη θέση τους τα νέα σχολεία, τα charterschools. Τα συνδικάτα των εκπαιδευτικών έχουν υποστεί επίθεση, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι εκπαιδευτικοί δυσφημούνται και υποβιβάζονται σε ρόλους τεχνίτη κάτω από άθλιες συνθήκες, με ναρκωμένο μυαλό.[3]

Το κορπορατικό σχέδιο για την εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση δεν είναι απλά μια εμμονή για μετρήσεις οι οποίες υποβαθμίζουν κάθε βιώσιμη κατανόηση της σύνδεσης μεταξύ της σχολικής εκπαίδευσης και της παιδείας των κριτικά ενεργών πολιτών. Το κίνημα της μεταρρύθμισης είναι αποφασισμένο να υποχρηματοδοτήσει και να αποεπένδυσει πόρους από τη δημόσια εκπαίδευση, έτσι ώστε η εκπαίδευση για όλους, η διδασκαλία και η μάθηση να μπορούν να διαχωριστούν πλήρως από κάθε δημοκρατική έννοια διακυβέρνησης, διδασκαλίας και μάθησης.

Στα μάτια των δισεκατομμυριούχων απο-μεταρρυθμιστών και τιτάνων της χρηματοδότησης, όπως ο Μπιλ Γκέιτς, ο Rupert Murdoch, η οικογένεια Walton και ο Michael Bloomberg, τα δημόσια σχολεία θα πρέπει να μετατραπούν, αν δεν ιδιωτικοποιηθούν, σε πρόσθετες λειτουργίες των εμπορικών κέντρων και των φυλακών.[4]

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΙΣ ΦΥΣΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

 του Κώστα Σκορδούλη

Από την Κριτική Θεωρία στις Πολιτισμικές Σπουδές
H Κριτική Θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια ανάλυσης των κοινωνικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών του σταδίου του μονοπωλιακού καπιταλισμού που κυριάρχησε από τη δεκαετία του ’30 μέχρι περίπου τα μέσα της δεκαετίας του ‘60 (Kellner 1989).
Σε αυτήν την περίοδο το κράτος και οι μεγάλες επιχειρήσεις άσκησαν ασφυκτικό έλεγχο όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στο άτομο/υποκείμενο. Αυτή η περίοδος περιγράφεται ως "φορντισμός" για να υπογραμμίσει το σύστημα παραγωγής και το καθεστώς ομογενοποίησης του κεφαλαίου που στόχευε στο να παράγει μαζικές επιθυμίες, προτιμήσεις, και συμπεριφορές. Ήταν μια εποχή μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης που χαρακτηριζόταν από την ομοιομορφία και ομοιογένεια των αναγκών, της σκέψης και της συμπεριφοράς που συνθέτουν μια "μαζική κοινωνία".
Αυτήν την περίοδο, η δημόσια εκπαίδευση κατασκεύαζε και χρησιμοποιούσε τυποποιημένα προγράμματα σπουδών που χρησίμευαν ως όργανα μαζικοποίησης και κοινωνικού ελέγχου. Για παράδειγμα, ο H. Marcuse άσκησε κριτική στους τρόπους που οι εκπαιδευτικοί θεσμοί, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και οι άλλες μορφές κοινωνικοποίησης δημιουργούσαν τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς, για να παράγουν τον «Μονοδιάστατο Άνθρωπο» (1971).
Οι άμεσες και έμμεσες επιρροές της Κριτικής Θεωρίας στην τρέχουσα φιλοσοφία της εκπαίδευσης όπως: οι φεμινιστικές παιδαγωγικές, οι πολυπολιτισμικές θεωρίες, ο κριτικός εγγραμματισμός, κλπ. έχουν επηρεαστεί από τις ιδέες των T. Adorno, M. Horkheimer, H. Marcuse, W. Benjamin, E. Fromm, και των άλλων μελών της Σχολής της Φρανκφούρτης.
Παρόλο που η Σχολή της Φρανκφούρτης ήταν αυτή που άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή από τις παραδόσεις του Δυτικού Μαρξισμού στην κοινωνική θεωρία, δύο έννοιες που σχετίζονται με τον Georg Lukacs και τον Antonio Gramsci - η πραγμοποίηση και η ηγεμονία – είναι ίσως οι έννοιες του Δυτικού Μαρξισμού που άσκησαν τη μεγαλύτερη επίδραση στις σύγχρονες αναλύσεις για τη σχέση Επιστήμης και Κοινωνίας.
Ο Μarx ανέλυσε το φετιχισμό των εμπορευμάτων ως την κατάσταση στην καπιταλιστική παραγωγή δια μέσου της οποίας οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων παίρνουν το χαρακτήρα των σχέσεων μεταξύ πραγμάτων και αποκτούν μια πλαστή αντικειμενικότητα. Στο έργο του Lukacs (2006/1923), επισημαίνεται ότι με την επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής σε ολόκληρη την κοινωνία, η εμπορευματική μορφή γίνεται το πρότυπο της κοινωνικής σχέσης. Η αρχή της πραγμοποίησης περιγράφει τον μετασχηματισμό των κοινωνικών και ανθρωπίνων σχέσεων σε εμπορεύματα και πράγματα, με άλλα λόγια, η ανθρώπινη εργασία δεν είναι πλέον δημιουργική αλλά «πραγμοποιείται», γίνεται εμπόρευμα το οποίο πωλείται.
Η ηγεμονία, κατά τον Gramsci, είναι η διαδικασία διατήρησης της κυριαρχίας μέσω των συναινετικών κοινωνικών πρακτικών που αναπαράγονται σε κοινωνικά πλαίσια, όπως το σχολείο, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, το πολιτικό σύστημα, η εκκλησία και η οικογένεια. Τέτοιες διαδικασίες αντιπροσωπεύουν τη δυνατότητα του συστήματος να αναπαράγει τον εαυτό του. Η επιδίωξη και αποδοχή της δημόσιας συναίνεσης, ως τακτική των κυβερνώντων, είναι ένας τρόπος να προωθούν ιδέες και να κατευθύνουν την κοινή γνώμη προς τους στόχους τους.  
Στη διαδικασία ηγεμόνευσης, οι ομάδες εξουσίας αποσπούν τη συναίνεση των εξουσιαζομένων, οι οποίοι ακούσια συμμετέχουν στην υποταγή τους μέσω της αποδοχής αξιών και κοινωνικών πρακτικών που καθορίζονται από τις ομάδες εξουσίας. Οι κυρίαρχες ομάδες επιβάλλουν την κοσμοθεωρία τους μέσω συμβόλων, δομημένων γνώσεων, εξειδικευμένων γλωσσών και κοινωνικών πρακτικών πίσω από τις οποίες κρύβονται άνισοι συσχετισμοί προνομίων και εξουσίας.
Η Σχολή της Φρανκφούρτης επηρέασε και βοήθησε να αναδυθούν άλλες νεότερες μαρξιστικές προσεγγίσεις στην κουλτούρα, την κοινωνία, και την εκπαίδευση. Οι Βρετανικές Πολιτισμικές Σπουδές (British Cultural Studies), της Σχολής του Μπέρμιγχαμ, προβάλουν σε μια μετέπειτα εποχή του κεφαλαίου, γνωστή ως "μεταφορντισμό".

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Κριτικός μεταμοντερνισμός, κριτική παιδαγωγική

θεσειςΑποθήκευση ως pdfΕκτύπωσηΣύσταση με e-mail
Τεύχος 99, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2007

ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚη ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣH
των Αναστάσιου Λιάμπα και Ιωάννη Κάσκαρη 

Στην εργασία μας1 διερευνούμε την αποδοχή του μεταμοντέρνου στην εκπαίδευση2 σε συνάρτηση με τη δυνατότητα ανάδειξης μιας κριτικής παιδαγωγικής ικανής να αποτελέσει εργαλείο ανάλυσης και στοχασμού για τις προοπτικές του ελληνικού σχολείου.
Στη θεωρητική ανάλυση και εμβάθυνση της συζήτησης για τα ζητήματα της εκπαίδευσης δεσπόζει η υιοθέτηση της μετανεωτερικής αντίληψης για τους θεσμούς στις αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, με αποτέλεσμα ως στόχος να τίθεται το να διερευνηθεί «η νέα εκπαιδευτική πραγματικότητα, για παράδειγμα οι επιπτώσεις που προκύπτουν από το μετανεωτερικό σχολείο» (Κοσσυβάκη Φ. 2003: 13).
Είναι μια υποκειμενοκεντρική αντίληψη που απευθύνεται στον εκπαιδευτικό ως ατομική οντότητα εντός των ορίων της σχολικής αίθουσας, με σκοπό να «δεσμεύσει» την παιδαγωγική του παρέμβαση σ’ ένα αμάλγαμα θεωρητικών θέσεων: θέσεις που δεν συγκροτούν μια ενιαία θεωρητική ερμηνεία (exegesis) για τον σχολικό θεσμό και την παιδαγωγική, παρά συναρθρώνουν στοιχεία θεωρίας από τα πεδία των φυσικών, ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών.
Βέβαια, το συμπίλημα θεωρητικών δανείων δεν καταλήγει απαραίτητα στον εκσυγχρονισμό των εργαλείων ανάλυσης που μπορούν να ερμηνεύσουν και να αναπροσανατολίσουν την παιδαγωγική πρακτική, καθώς ο επιστημονικός συγκρητισμός δεν αποτελεί από μόνος του επιστημονικό παράδειγμα. Παράλληλα, η σχετικοποίηση των εννοιών και μεθόδων πρόσληψης της κοινωνικής πραγματικότητας αποσυνδέει το άτομο και τις εμπειρίες του από το κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο, περιορίζοντας τη δυνατότητά του για συλλογική επεξεργασία (Αλεξίου Θ. 2002: 220)
Η παράθεση εννοιών, όρων, μοντέλων και προσεγγίσεων, όπως η ετερότητα, η «ανοχή στη διαφορετικότητα» (Κανακίδου Ε. & Παπαγιάννη Β. 1998: 110), ο «πολυπολιτισμικός πλουραλισμός» (Γκόβαρης Χ. 2001: 34), η συγκρότηση ταυτότητας, το κοινωνικό φύλο, η αναγωγή της κοινωνικής αλληλεπίδρασης στο σχολείο στην έκφραση των δρώντων υποκειμένων, η εμμονή στη χρήση νέων τεχνολογιών συνυφασμένων με την εκ των προτέρων αποθέωση της καινοτομίας, η έμφαση στο επικοινωνιακό αποτύπωμα της γλώσσας-σκέψης, η «κειμενική ανάλυση» και η πληθώρα πληροφοριακού υλικού στην υποστήριξη της προσφερόμενης κάθε φορά διδακτικής ενότητας, καθώς και η «πολιτισμική ερμηνεία» υφαίνουν τον καμβά όπου προβάλλονται οι τρέχουσες «διαπολιτισμικές» αναδιαρθρώσεις (Γκότοβος Α. 2003) του εκπαιδευτικού τοπίου στη χώρα μας, όπως και αλλού, σηματοδοτώντας «το πέρασμα από ένα είδος εποχής σε κάποιο άλλο» (Νικολάου 2005: 69).3
Μέσω αυτοματοποιημένων μετατάξεων εκδηλώνεται ένας καταιγισμός εννοιολογικών εργαλείων, συμβάλλοντας τόσο στη συγκρότηση παιδαγωγικών πρακτικών στο σχολείο, που εφαρμόζονται ανεξάρτητα από ιδεολογικές και πολιτικές αναφορές, όσο και στην απρόσκοπτη μεταβίβαση ορολογίας που παραθεωρεί την αναγκαιότητα ενός γόνιμου και κοινωνικά αφομοιούμενου διαλόγου επιστημονικών κλάδων.
Η συστηματική παρουσία του μεταμοντέρνου στην παιδαγωγική πρακτική συντελείται με τα κάθε είδους «διδακτικά πακέτα». Είναι προκατασκευασμένα περιεχόμενα σχολικής γνώσης (σχολική γνώση που επιλέγεται και παρουσιάζεται με συγκεκριμένη προδιαγεγραμμένη μορφή) που ανάγουν τις ενδεχόμενες αναζητήσεις, οι οποίες προκύπτουν από τη σχέση εκπαιδευτικών και μαθητών με την προσφερόμενη γνώση, καθώς και από τη σχέση προσφερόμενης γνώσης με την κοινωνία και τη φύση, σε μια τυπική φορμαλιστική διαδικασία.4
Με τον τρόπο αυτό απομακρύνεται η δυνατότητα εκπαιδευτικών και μαθητών για συστηματικές συσχετίσεις και μεταθεωρητικές αποτιμήσεις, που ενδεχομένως θα προέκυπταν αν η σύγκλιση των γνωστικών περιοχών συνέβαινε στο πλαίσιο μιας κριτικής παιδαγωγικής θεωρίας που θα τα ενσωμάτωνε στην προοπτική μιας νέας σχέσης εκπαίδευσης-κοινωνίας.5
Βέβαια, η υποδοχή του μεταμοντέρνου στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα συνοδεύεται και από μια σειρά επιφάσεων για το έργο του εκπαιδευτικού στο σχολείο. Η μεταμοντέρνα εκδοχή είναι ευπρόσληπτη και άμεσα υλοποιήσιμη από τον καθένα εκπαιδευτικό, σε σημείο που θεωρείται ότι μπορεί ο ίδιος όχι απλώς να κατανοεί το βάθος των θεωρητικών συσχετισμών αλλά να υπερβαίνει «διαδραστικά» τη διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης. Προτάσσει ένα πολυδύναμο πλουραλιστικό μοτίβο εκσυγχρονισμού, που προωθεί την ανάδειξη της παντοδυναμίας και της «αυτονομίας» του δασκάλου στη σχολική αίθουσα, δίχως, όμως, να γεννάει στον ίδιο μια σειρά ερωτημάτων και στοχασμών για τις επιπτώσεις της πρακτικής που εφαρμόζεται, όπως και για την ουσία της θεωρίας καθ’ εαυτής.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013



Κριτική της Κριτικής Παιδαγωγικής:Τάσεις, Συγκλίσεις, Αποκλίσεις και Πρόσωπα
Ηλίας Γ. ΜατσαγγούραςΚαθηγητής Διδακτικής ΠΤΔΕ Πανεπιστημίου ΑθηνώνΣαράντης Κ. Χέλμης
1
Με αφορμή το έργο του τιμώμενου Θ. Γέρου γύρω από το ρεύμα της Κριτικής Παιδαγωγικής, το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστό στη χώρα μας τα χρόνια που ακολούθησαν τη μεταπολίτευση, επιχειρείται εδώ μια συνολική καταγραφή της ιστορικής και θεωρητικής διαδρομής τού ρεύματος και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που το διακρίνουν από άλλες σχολές παιδαγωγικής σκέψης. Βέβαια, μέσα στην ίδια την Κριτική Παιδαγωγική διακρίνονται διαφοροποιήσεις σε ό,τι αφορά τις θέσεις και τις προτεραιότητες των εκπροσώπων της και τις οποίες απεικονίζουμε σε ένα οργανωτικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσουμε και το δικό μας μοντέλο Κριτικού Εγγραμματισμού, που επιχειρεί να καταστήσει το μαθητή κριτικό αναγνώστη και αποκωδικοποιητή του γραπτού λόγου. Τέλος, αποτυπώνονται οι βασικότεροι άξονες της κριτικής που έχει δεχτεί η Κριτική Παιδαγωγική μέσα από τη διαχρονική αποτίμηση της εφαρμογής ανάλογων παιδαγωγικών μοντέλων, του επιστημονικού προβληματισμού και του κοινωνικο-ιστορικού συγκείμενου της σύγχρονης εποχής.
Ι. Θεόφραστος Γέρου και Κριτική Παιδαγωγική
Το ρόλο που έπαιξε κατά το πρώτο ήμισυ του 20
ου
αιώνα η Προοδευτική Παιδαγωγική στηνανανέωση της παιδαγωγικής σκέψης και της εκπαιδευτικής πράξης μπορούμε να πούμε ότι έπαιξε στοδεύτερο ήμισυ η Κριτική Παιδαγωγική, η οποία επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στους σκοπούς και στιςδιαδικασίες της εκπαίδευσης, τους οποίους εξετάζει από κοινωνικοπολιτικής σκοπιάς. Βεβαίως, όπωςσε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις, εντός της Κριτικής Παιδαγωγικής έχουν όλες αυτές τις δεκαετίεςδιαμορφωθεί από επιμέρους ρεύματα σκέψης και με την αδιαμφισβήτητη συμβολή σημαντικώνπροσωπικοτήτων του χώρου επιμέρους σχολές και τάσεις, οι οποίες παρ΄όλα αυτά έχουν δύο κοινάστοιχεία, που αναφέρονται, αντίστοιχα, στο σκοπό και τη διαδικασία της εκπαίδευσης:Πρώτο, αναπροσανατολίζουν την εκπαίδευση, μεταφέροντας την έμφασή της από το άτομοστον πολίτη, από το «πώς» και το «τι» στο «γιατί» και το «για ποιους» της διδασκαλίας, από τομικρο-επίπεδο της σχολικής τάξης στο μακρο-επίπεδο του σχολικού συστήματος. Απώτερος σκοπόςόλων αυτών είναι η χειραφέτηση του ατόμου και η ανασυγκρότηση της κοινωνίας.Δεύτερο, προτάσσουν ως πρώτιστο παιδαγωγικό μέσον το στοιχείο της κριτικής, το οποίοαξιοποιούν συστηματικά, για να αναδείξουν και να επανεξετάσουν τις υπόρρητες παραδοχές πουκαθορίζουν τον προσωπικό και το δημόσιο βίο, καθώς και τις σχέσεις κοινωνίας και σχολείου, γνώσηςκαι εξουσίας.
1
Η εισήγηση που ετοιμάστηκε και παρουσιάστηκε από τον Ηλία Γ. Ματσαγγούρα στην ημερίδα της 10
ης
Νοεμβρίου 2007 έλαβε την παρούσα μορφή με τη σημαντική συμμετοχή του Σαράντη Κ. Χέλμη, ισότιμου συν-συγγραφέα.
1

Κεντρικό σημείο διαφοροποίησης των επιμέρους τάσεων της Κριτικής Παιδαγωγικής αποτελεί ο βαθμός στον οποίο προχωρούν από την κριτική συνειδητοποίηση των πάσης φύσεως σχέσεων και  υπορρήτων εξαρτήσεων στην κοινωνική δράση για τη χειραφέτηση και την ανασυγκρότηση.Στη χώρα μας από τους πρώτους που έκαναν λόγο για την Κριτική Παιδαγωγική ήταν οτιμώμενος Θεόφραστος Γέρου, ο οποίος την αξιοποίησε από τη μεταπολίτευση και μετά ως πλαίσιοανάλυσης της εκπαιδευτικής κατάστασης στη χώρα μας, αλλά και διαμόρφωσης προτάσεωνεκπαιδευτικής πολιτικήςόπως φαίνεται στα έργα του
 Αντιδημοκρατική Εκπαίδευση
(1975) και 
 Εκπαιδευτική Πολιτική
(1981).Συστηματοποιημένα παρουσιάζει τις βασικές του θέσεις για την Κριτική Παιδαγωγική στηνεισαγωγή που έγραψε στο βιβλίο του Paulo Freire,
 Η Παιδαγωγική του Καταπιεζόμενου (1974),
με τηνοποία κάνει γνωστές στο ελληνικό εκπαιδευτικό κοινό τις βασικές ιδέες και πρακτικές του μεγάλουθεωρητικού της Κριτικής Παιδαγωγικής. Αργότερα, το 1988 ο Θεόφραστος Γέρου εκδίδει με τοντίτλο
 Κριτική Παιδαγωγική
στην παιδαγωγική σειρά που επιμελείται ο Π. Ξωχέλλης μία μικρήσυλλογή ανεξάρτητων άρθρων, όπου μεταξύ άλλων εξηγεί την έννοια της Κριτικής Παιδαγωγικής και αξιοποιεί τους όρους της για να προσεγγίσει επίκαιρα θέματα της ελληνικής εκπαίδευσης (βλ. και Γέρου 1978˙1985).
ΙΙ. Προσανατολισμοί της εκπαίδευσης
Δύο από τα κεντρικότερα ερωτήματα που αφορούν τον προσανατολισμό της εκπαίδευσης είναι (α) αν πρέπει να υπηρετεί πρωτίστως το παιδί ως άτομο ή το κοινωνικό σύνολο και (β) αν υπάρχει τρόπος αρμονικής σύνθεσης των ατομο-κεντρικών και των κοινωνιο-κεντρικών επιδιώξεων τηςεκπαίδευσης, δεδομένου ότι οι ατομο-κεντρικοί σκοποί επιδιώκουν να αναπτύξουν ακώλυτα τιςπροσωπικές κλίσεις και δυνατότητες κάθε ατόμου, ενώ οι κοινωνιο-κεντρικοί να εντάξουν όλα ταάτομα σε κοινές νόρμες.Σε σχέση με τα θεμελιώδη αυτά ερωτήματα έχουν αναπτυχθεί πέντε ευρύτερες σχολέςπαιδαγωγικής σκέψης και πράξηςεκ των οποίων οι τρεις εκφράζουν τον ατομοκεντρικόπροσανατολισμό και οι δύο τον κοινωνιοκεντρικό προσανατολισμό της εκπαίδευσης (βλ. Σχήμα 1).Οι ατομοκεντρικοί προσανατολισμοί έχουν ως σημείο αναφοράς την ανθρώπινη ψυχολογίακαι αποβλέπουν να διασφαλίσουν στο άτομο ισορροπημένες σχέσεις με τον εαυτό του και τοπεριβάλλον του. Οι τρεις ατομοκεντρικοί προσανατολισμοί εκφράζονται στην παιδαγωγική σκέψη ωςεκπαιδευτικά ιδεώδη, τα οποία έχουν σαφή θεωρητική υποδομή και συγκεκριμένους εκφραστές (βλ.και Ξωχέλλης 1997:50-51): (α) Το ατομικιστικό ιδεώδες, το οποίο απηχεί ις θέσεις του Rousseau και το οποίο επικράτησεμετά το Διαφωτισμό κυρίως μέσα από τα κινήματα της Νέας Αγωγής των αρχών του 20
ου
, ταυτίζει τηνανθρώπινη πληρότητα με τη γνώση, την κατανόηση και τον έλεγχο της πραγματικότητας και τηδιανοητική δημιουργικότητα.(β) Το κοινωνιοκρατικό ιδεώδες, το οποίο έχει τις ρίζες του στον
πολίτη
της πλατωνικής και αριστοτελικής σκέψηςΠροκρίνει την αποτελεσματικότητα του ατόμου μέσα στο ιδιωτικό και κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαιώστε να εξασφαλιστεί η κοινωνική καταξίωση και η ατομικήευδαιμονία. Τέλος,(γ) Το ανθρωπιστικό ιδεώδες, το οποίο αντιπαραθέτει στα δύο προηγούμενα την αξία του ναεπιδιώκει κανείς την πνευματική ολοκλήρωσή του, η οποία επέρχεται μέσα από την ικανοποίηση των υπαρξιακών αναζητήσεων, την ανάπτυξη των ατομικών κλίσεων, την καλλιέργεια όλων των τομέωντης προσωπικότητας και τη μύηση στα θεμελιώδη στοιχεία του πολιτισμού.Οι κοινωνιοκεντρικές επιδιώξεις, από την άλλη πλευράέχουν ως σημείο αναφοράς τοευρύτερο κοινωνικό σύνολο, αποβλέπουν στην εξασφάλιση ιδανικών κοινωνικο-πολιτικών συνθηκώνκαι εκφράζονται μέσα από τις ακόλουθες υποκατευθύνσεις – θεωρίες:2
You're Reading a Free Preview
Pages to 27 are not shown in this preview.