Του Λάκη Προγκίδη* από τον νέο Λόγιο Ερμή τ. 9
Το καλοκαίρι του 2011, καθώς διάβαζα μερικά από τα πάμπολλα αφιερώματα, περιοδικών και εφημερίδων, που κυκλοφόρησαν με την ευκαιρία των εκατό χρόνων από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, σταμάτησα συχνά μπροστά στους ενδοιασμούς κάποιων αρθρογράφων σχετικά με την ικανότητα των σημερινών παιδιών να προσλάβουν το έργο του.
Πολλοί αναφέρονταν στην τότε απλή ζωή της υπαίθρου, αλλά και της πρωτεύουσας, και στο αγεφύρωτο, κατά συνέπεια, χάσμα που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στις αντίστοιχες παραστάσεις του σημερινού παιδιού και τις παραστάσεις που έθρεψαν τη φαντασία του καλλιτέχνη. Πώς να συγκινηθούν οι νέοι μας, αναρωτιούνταν, από τους φτωχούς ψαράδες του, τα ντροπαλά κοριτσόπουλα και τις εκδρομές στα ξωκκλήσια με όχημα τον γάιδαρο; Σωστή η ανησυχία. Σημειώνω μόνο ότι δεν έτυχε να δω ποτέ τους κριτικούς μας να διατυπώνουν παρόμοιες ανησυχίες όταν πρόκειται για τον Όμηρο και τον Ευριπίδη. Τί συμβαίνει; Γιατί συμπεριφερόμαστε σαν τάχα το υλικό που έθρεψε τη φαντασία των αρχαίων ποιητών να μας είναι πιο οικείο από αυτό των παππούδων μας; Τι συμβαίνει; Συμβαίνει νομίζω το εξής: Έχουμε εσωτερικεύσει την αξιολόγηση της πνευματικής και καλλιτεχνικής μας κληρονομιάς σύμφωνα με τα κριτήρια τα οποία υιοθέτησε και καθιέρωσε η Ευρώπη των Νέων Χρόνων. Διστάζουμε λοιπόν να αρθρώσουμε εκείνη την κριτική σκέψη κι εκείνον τον ορθό λόγο που θα μπορούσαν να καταδείξουν, προς εμάς τους ίδιους και προς τους ξένους, ότι μέσα μας ο Παπαδιαμάντης είναι εξ ίσου μεγάλος με τον Όμηρο και τον Ευριπίδη. Όταν ολοκληρώσουμε αυτό το τεράστιο έργο, τότε οι ξωμάχοι και τα γραΐδια του Παπαδιαμάντη δεν θα παραξενεύουν καθόλου τα παιδιά μας.