Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΦΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΦΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2022

ΠΟΙΗΣΗ Ο. ΕΛΥΤΗ, Γ. ΣΕΦΕΡΗ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

  

 



[Ήτανε μια κοπέλα απ’ τη Σάμο…]

 

Ήτανε μια κοπέλα απ’ τη Σάμο

που έχωσε το δεξί της στην άμμο

και με τ’ άλλο το χέρι

εκρατούσε ένα αστέρι

ετούτη η κοπέλα απ’ τη Σάμο

[Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης, Νότιος Αφρική, 1941]

 

Η ποδηλάτισσα

 

Το δρόμο πλάι στη θάλασσα
περπάτησα που ‘κανε κάθε
μέρα η ποδηλάτισσα.

Βρήκα τα φρούτα που ‘χε
στο πανέρι της, το δαχτυλίδι
που ‘πεσε απ’ το χέρι της.

Βρήκα το κουδουνάκι και το
σάλι της, τις ρόδες,
το τιμόνι, το πεντάλι της.

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης,

 

Ο γλάρος


Μουσική: Μιχάλης Τρανουδάκης, Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης, Ερμηνεία: Αφροδίτη Μάνου
(από το Cd «Η ποδηλάτισσα», 1979)

Στο κύμα πάει να κοιμηθεί
δεν έχει τι να φοβηθεί
Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει
γλάρος είναι και πηγαίνει

Από πόλεμο δεν ξέρει
ούτε τι θα πει μαχαίρι
Ο Θεός του ‘δωσε φύκια
και χρωματιστά χαλίκια

Αχ αλί κι αλίμονό μας
μες στον κόσμο το δικό μας
Δε μυρίζουνε τα φύκια
δε γυαλίζουν τα χαλίκια

Χίλιοι-δυο παραφυλάνε
σε κοιτάν και δε μιλάνε
Είσαι σήμερα μονάρχης
κι ώσαμ’ αύριο δεν υπάρχεις.

***

Το κοχύλι


Μουσική: Μιχάλης Τρανουδάκης, Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης, Ερμηνεία: Αφροδίτη Μάνου
(από το Cd «Η ποδηλάτισσα», 1979)
Έπεσα για να κολυμπήσω
κι άφησα την καρδιά μου πίσω

Άφησα την καρδιά μου χάμω
σαν το κοχύλι μες την άμμο

Πέρασαν όλες οι κοπέλες
με τα μαγιό και τις ομπρέλες

Ύστερα πέρασαν οι φίλοι
κανείς δε βρήκε το κοχύλι

Χρόνους και χρόνους κολυμπάω
που να ν αγάπη για να πάω

Έφαγε η θάλασσα το βράχο
κι έμεινε το νησί μονάχο.

***

Ο Αύγουστος


Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
1η μελοποίηση-μουσική: Λίνος Κόκοτος, Ερμηνεία: Ρένα Κουμιώτη
(από το Cd «Το θαλασσινό τριφύλλι»)
2η μελοποίηση-μουσική: Μιχάλης Τρανουδάκης, Ερμηνεία: Αφροδίτη Μάνου
(από το Cd «Η ποδηλάτισσα», 1979)

Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Αύγουστε μήνα και Θεέ
σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις
στο βράχο να φιλιόμαστε.

Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Απ’ την Παρθένο στο Σκορπιό
χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό
στη χάρη σου ν’ ανάψουμε.

1η μελοποίηση

 2η μελοποίηση

***

Το θαλασσινό τριφύλλι

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Οι πολιτικές αναφορές του Γιώργου Σεφέρη



Σαν "σήμερα" φεύγει ο Γιώργος Σεφέρης

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1971 φεύγει από τη ζωή ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης. Χιλιάδες λαού συγκεντρώνονται δυο μέρες αργότερα για να συνοδεύσουν τον μεγάλο λογοτέχνη στην τελευταία του κατοικία, συγκέντρωση η οποία τελικά εξελίσσεται σε αντιδικτατορική διαδήλωση, με νέους, φοιτητές και μαθητές επικεφαλής. «Ο Γ. Σεφερης έθεσε τη βάση για την ελεύθερη ποίηση», θα πει γι' αυτόν ο Οδυσσέας Ελύτης.

Διαβάστε παρακάτω το άρθρο της Ελένης Νικολαϊδου για τις πολιτικές αναφορές και τα σχόλια του Γιώργου Σεφέρη μέσα από το έργο του κατά την περίοδο 28/10/1940 – 22/10/1944

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρόλογος

Η ζωή του Γ.Σεφέρη

Εργογραφία

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Γ. Σεφέρης: το κενό του νεωτερικού μας Είναι




Γιώργος Σεφέρης
1900–1971

Από το κενό στη νοσταλγία της ύπαρξης  

§1
Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ι. Κάποτε ο Χάιντεγκερ, ως διεισδυτικός μελετητής βαθυστόχαστων ποιητών, αποτόλμησε, κατά το πρότυπο του Χέλντερλιν, να αποφανθεί: η ποίηση, ως προς την ουσία της, είναι νοσταλγία. Και επειδή δεν ξεχώριζε τη φιλοσοφία –και δη τη φιλοσοφία του Dasein, δηλαδή της ύπαρξης ως παρόντος-Είναι– από την ουσιαστική ποίηση, σημείωνε περαιτέρω: η ουσία της φιλοσοφίας είναι νοσταλγία.

ΙΙ. Η νοσταλγία είναι κεντρικό μοτίβο και στο ποίημα του Σεφέρη ο Βασιλιάς της Ασίνης που μας ενδιαφέρει εδώ. Μπορεί ο ποιητής να δήλωνε, σε δεδομένες ευκαιρίες, ότι δεν είναι φιλόσοφος, αλλά με τούτο δεν εννοούσε πως επιλέγει το άσκεπτο. Απεναντίας εκκινούσε από την αναγκαιότητα να βρίσκεται στο κέντρο της ποιητικής ουσίας, καταπώς η τελευταία κατανοούνταν περίπου από τον Χάιντεγκερ· δηλαδή να  χωρεί πέρα από σχηματικές, αφηρημένες και αποκομμένες από την πραγματικότητα (της ύπαρξης) έννοιες και να αφοσιώνεται στη Φαινομενολογία της ανθρώπινης ύπαρξης.

ΙΙΙ. Μια τέτοια αφοσίωση σημαίνει να καλλιεργεί την ποιητική γλώσσα –όχι απλώς ως τεχνική, αλλά κυρίως ως ρέουσα και ζωντανή σκέψη– με τέτοιο τρόπο, ώστε να μιλά ρητά, αλλά όχι και τετριμμένα για ό,τι βλέπει αγγίζει, ακούει, βιώνει. Ρητός τρόπος του ποιητικού λέγειν, για τον Σεφέρη, είναι να συλ-λογίζεται (στ. 47) πάνω στο ανθρώπινο πάσχειν, γιατί και ο ίδιος  ταυτίζεται ως ποιητής-δημιουργός με αυτό το πάσχειν. Αυτή η ταύτιση εκ-δηλώνεται, πέραν των άλλων, με την καθαρότητα της ποιητικής φωνής, με τη ρυθμική της διακύμανση ως προς την ένταση, με την καίρια εκφραστικότητα [=ό,τι λέγεται με τον ένα τρόπο δεν μπορεί να ειπωθεί και με άλλον].

IV. Τι είδους νοσταλγία αποτελεί την κορυφογραμμή εκείνης της ποιητικής μετουσίωσης, που κινεί σύγκορμο τον ποιητή, δηλαδή άπαυτα τον συν(γ)-κινεί, να γράψει τον Βασιλιά της Ασίνης· ένα ποίημα που θεωρείται γενικώς ως το πιο αριστουργηματικό, πιο αντιπροσωπευτικό ποίημα της ποιητικής του γραφής; Η νοσταλγία της γενέθλιας ρίζας, της ρίζας δηλαδή της ανθρώπινης υπόστασης άρα και της δικής του υπόστασης ως ανθρώπου (π.χ. στ. 50), όπως ετούτη η υπόσταση είναι ανα-συλλεγμένη μέσα στις ιστορικές και υπαρξιακές μνήμες ή εμπειρίες του ποιητή: π.χ. ξεριζωμός από τη γενέθλια γη της Μ. Ασίας, γενικό ξεσπίστωμα, συντριβή αξιών του παρελθόντος από την επέλαση της νεωτερικής βαρβαρότητας, ραδιουργίες των Ελλήνων πολιτικών (βλ. Τελευταίος Σταθμός) κ.α.

V. Βέβαια, το άλγος του Νόστου δεν υποδηλώνει απώλεια της χαράς ούτε μελαγχολία ή απαισιοδοξία, όπως βιαστικά καταμαρτυρούν στον ποιητή ορισμένοι σχολιαστές του. Αντίθετα παραπέμπει σε μια εσωτερική και γι’ αυτό μοναδική πορεία του ποιητή προς αποκάλυψη των θησαυρών [=νοημάτων] της ανθρώπινης ύπαρξης, πέρα από τα συντρίμμια του εκάστοτε υπολογιστικού παρόντος. Φυσικά αυτοί οι θησαυροί δεν βρίσκονται κρυμμένοι σε κάποια μακρινή χώρα, αλλά στις πιο κρυφές γωνιές της ποιητικής μας οίκησης. Το ταξίδι προς αυτές τις γωνιές, ήτοι τις μυστηριακές πηγές, του ποιείν είναι επίπονο, αλλά ευχάριστα επίπονο. Όπου λοιπόν απαιτείται πόνος, εκεί μας καλεί το μυστηριακό, το αυθεντικό, το συγκαλυμμένο να το αποκαλύπτουμε. Σε αυτό το κάλεσμα προσέρχεται ο λόγος του ποιήματος που ακολουθεί:  

§2



Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ
Ασίνην τε …
ΙΛΙΑΔΑ

Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου
παγονιού
μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά 
 5
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ' άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.
Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός 
ολάνοιχτος 10
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Kανένα πλάσμα ζωντανό τ' αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια
τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ' όλους κι από τον Όμηρο
μόνο μια λέξη στης Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη 
 15
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα,
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ' την προσωπίδα 20
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
«Ασίνην τε... Ασίνην τε...»
και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ' άφαντο λιμάνι· 
 25
κάτω απ' την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις: 30
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει 35
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει
ο χείμαρρος του ήλιου
με τ' αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.
Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι
αναρωτιέται 40
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα
και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής 45
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με
την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτα παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας 50
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας 55
κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:
«Ασίνην τε Ασίνην τε...». Να 'ταν ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρό-
πολη
αγγίζοντας κάποτε με τα δάκτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες. 60

Σεφέρης: Πελεκούν και καίνε τον τόπο σαν το πεύκο



                                      Γεώργιος  Σεφέρης
1900–1971


Όταν μια χώρα στενάζει από έλλειμμα πολιτικής και με ταχύτητα φωτός οδηγείται από τους «δημοκράτες» στον όλεθρο· όταν ορισμένως ουκ ολίγοι διανοούμενοι, και μάλιστα υπό τον αστερισμό της φιλοσοφίας, δίνουν γη και ύδωρ και αναλαμβάνουν το ρόλο του απολογητή της «αθώας» εξουσίας· όταν τα πάντα πλακώνει η σκλαβιά και τα σκιάζει η φοβέρα, τότε για να ατενίσει κανείς με λιγότερες ψευδαισθήσεις το παρόν και το μέλλον χρειάζεται μάλλον να κάνει ένα βήμα προς τα πίσω, καταπώς λέει και ο Χάιντεγκερ. Αυτή η οπισθοβασία δεν είναι και δεν πρέπει να είναι απόσυρση, λόγω απόγνωσης, από το παρόν, αλλά μια αστείρευτη στοχαστική και ποιητική πηγή λόγου, που διαμεσολαβεί εποπτικά και προφητικά το παρόν Μας. Από τούτη την πηγή προέρχεται το ποίημα του Σεφέρη: Ο Τελευταίος Σταθμός που έχει πολλά να μας πει. Για τον ποιητή ο τίτλος υπαινίσσεται τον τελευταίο του σταθμό πριν την επιστροφή· για τον Νέο Ελληνισμό του παρόντος τι μπορεί να υποτυπώνει; Μήπως τον τελευταίο σταθμό πριν τη μετατροπή της ελλαδικής γης σε «τόπο βοσκής για τις γκαμούζες»; (Σεφέρης)


Ο Τελευταίος Σταθμός

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη
·
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας
 κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας
 σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χα-
          ράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι
·
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του
          Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.


Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη
          τη Συρία
·
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής πού 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του
         Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους.
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο.
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν.
σαν έρθει ο θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι.
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητο-
          ρεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.


Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις,  φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
          τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
Ίσως και νά ΄θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
          νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δεί-
χνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν
·
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεύγες και λεύγες.
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει
·
 στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.


Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας. «Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε»
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

            Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ’44