Μετά από βασανιστική περισυλλογή και ανάμικτα συναισθήματα, οδηγούμαι πιστεύω στο νηφάλιο συμπέρασμα να αναφερθώ στο γεγονός της διαγραφής μου από το ΚΚΕ. Και αυτό γιατί θεωρώ ότι η έκθεση των γεγονότων και η συνακόλουθη λειτουργία και πρακτική της κομματικής καθοδήγησης, αποκαλύπτουν παραπέρα τον ολισθηρό δρόμο που επέλεξε αυτή η καθοδήγηση, έναν δρόμο που με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί το κόμμα στη συρρίκνωσή του. Επειδή δεν θέλησα ποτέ τον τίτλο του κομμουνιστή «κατ’ απονομή» όπως κάνει η κομματική ηγεσία την τελευταία δεκαετία, αλλά για μένα αυτός ο τίτλος ήταν και είναι προς κατάκτηση, όπως πιστεύω είναι και για τη συντριπτική πλειονότητα των κομματικών μελών, για αυτό, με τούτο μου το σημείωμα θέλω να κρούσω, για άλλη μια φορά ακόμα, τον κώδωνα του κινδύνου.
Είχα αντίρρηση για τη θέση της ηγεσίας του ΚΚΕ στο θέμα των διευθυντών των σχολείων. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι ο κομμουνιστής δεν πρέπει να διεκδικεί να γίνει διευθυντής στο σχολείο του γιατί, ως διευθυντής, μπορεί να γίνει μηχανισμός του αστικού κράτους, όπως λέει το κόμμα. Αντίθετα από τη δική μου εμπειρία αλλά και από τις εμπειρίες των συντρόφων διευθυντών, ακριβώς συμβαίνουν τα αντίθετα. Δηλαδή το κύρος τους στην τοπική κοινωνία είναι μεγάλο καθώς και η αποδοχή από τους συλλόγους διδασκόντων. Εξ αιτίας αυτής της θέσης μου, η Νομαρχιακή Επιτροπή Λάρισας του ΚΚΕ, πρότεινε «μομφή» ενάντιά μου και μου ζήτησε να παραιτηθώ από δημοτικός σύμβουλος (στο δημοτικό συμβούλιο Λάρισας), όπου είχα εκλεγεί στις τελευταίες Δημοτικές Εκλογές.
