Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Η περιγραφική αξιολόγηση ως τεχνοκρατικό εργαλείο τυποποίησης και ελέγχου της εκπαιδευτικής διαδικασίας

της Σταυρούλας Δομούζη
Τους τελευταίους μήνες έχει ενταθεί η συζήτηση για τις μορφές αξιολόγησης των μαθητών/τριων που φοιτούν στα δημόσια σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αφορμή στάθηκε η πρόσκληση του ΙΕΠ με την οποία οι σχολικές μονάδες κλήθηκαν να συμμετάσχουν στην πιλοτική εφαρμογή της περιγραφικής αξιολόγησης στην υποχρεωτική εκπαίδευση καθώς και στο σχετικό επιμορφωτικό πρόγραμμα.i
Η προώθηση της περιγραφικής αξιολόγησης από το Υπουργείο Παιδείας ως βέλτιστης πρακτικής για την παρακολούθηση και την αναβάθμιση της μαθησιακής διαδικασίας, βρίσκει έδαφος στις παρακάτω αντιλήψεις που είναι διαδεδομένες τόσο εντός της εκπαιδευτικής κοινότητας όσο και στην κοινωνία: α) θεωρείται πως το επίθετο «περιγραφική» προσδίδει αυτομάτως θετικό πρόσημο ή/και προοδευτικό χαρακτήρα στην αξιολόγηση των μαθητών/τριών, σε αντίθεση πάντα με τους βαθμούς που είναι συνδεδεμένοι με αρνητικά σχολικά βιώματα και συντηρητικές παιδαγωγικές πρακτικές και β) υποστηρίζεται πως η περιγραφική αξιολόγηση ενισχύει και αναδεικνύει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εκπαιδευτικής διαδικασίας, τα οποία υποβαθμίζονται λόγω της ανάγκης για ποσοτική αποτύπωση των μαθητικών επιδόσεων με συγκεκριμένες κλίμακες (αλφαβητική, αριθμητική). Οι παραπάνω αντιλήψεις παραγνωρίζουν το γεγονός ότι η αξιολόγηση των μαθητών δεν είναι μια διαδικασία αυτονομημένη από το πλαίσιο εφαρμογής της, από τον τρόπο δηλαδή που οργανώνεται η εκπαίδευση στο σύνολό της. Πολυάριθμες εκπαιδευτικές και κοινωνιολογικές μελέτες έχουν αποδείξει πως τα Αναλυτικά Προγράμματα, τα βιβλία, οι συνθήκες άσκησης του εκπαιδευτικού έργου, η κοινωνική καταγωγή των μαθητών/τριών καθώς και πλήθος άλλων παραμέτρων αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες σχολικής επιτυχίας/αποτυχίας. Συνεπώς, είναι παραπλανητικός ο ισχυρισμός πως αρκεί η αλλαγή του τρόπου αξιολόγησης και μόνο, για να διασφαλιστεί η «ισότητα ευκαιριών» και «η ολόπλευρη ανάπτυξη» των μαθητών/τριών όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην πρόσκληση του ΙΕΠ.

«Απελευθερωτική και Κριτική Παιδαγωγική στην Ελλάδα» – Μια παρουσίαση του βιβλίου των Γ. Γρόλλιου – Π. Γούναρη



“Απελευθερωτική και Κριτική Παιδαγωγική στην Ελλάδα, Ιστορικές Διαδρομές και Προοπτική”


του Γιώργου Καλημερίδη
Από την παρουσίαση του βιβλίου στο Polis Art Cafe στις 21 Δεκεμβρίου 2016
Ξεκινώντας την παρουσίαση του νέου βιβλίου των Γ. Γρόλλιου και της Π. Γούναρη θα ήθελα εξαρχής να ευχαριστήσω τον Γιώργο για την τιμή που μου κάνει να παρουσιάσω το βιβλίο τους. Πιστεύω να ανταποκριθώ, διότι τα θέματα που διαπραγματεύεται το βιβλίο κάθε άλλο παρά εύκολα και απλά είναι.
Εισαγωγικά αξίζει να τονιστεί ότι το συγκεκριμένο βιβλίο στην πραγματικότητα ολοκληρώνει ή έστω συμπυκνώνει ένα μακροχρόνιο ερευνητικό πρόγραμμα γύρω από το ρεύμα της απελευθερωτικής- κριτικής παιδαγωγικής των συγγραφέων και των συνεργατών τους. Ένα εγχείρημα μακροχρόνιο και συλλογικό, διάσταση που συνδέεται γενικά με τις βασικές αρχές της κριτικής παιδαγωγικής.
Πρόκειται για μια περίπτωση όχι και τόσο συχνή για τα ελληνικά ακαδημαϊκά πρότυπα και ιδιαίτερα στο πεδίο των εκπαιδευτικών και παιδαγωγικών μελετών.  Χωρίς να είμαι ειδικός στα ζητήματα της ακαδημαϊκής έρευνας, η ελληνική ακαδημαϊκή κουλτούρα είναι μάλλον ναρκισσιστική, καθώς θεωρεί πολύ εύκολα ότι μια μονογραφία εξαντλεί όλα τα θεωρητικά ζητήματα ενός συγκεκριμένου πεδίου έρευνας, εύκολα προσαρμόζεται στις ανάγκες της ακαδημαϊκής αγοράς, ιδιαίτερα στη σημερινή πραγματικότητα του πανεπιστημίου της αγοράς, όπου η αξία των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων κρίνεται με βάση τη δυνατότητα μεγιστοποίησης των κερδών του κάθε πανεπιστημιακού τμήματος στο πεδίο  της αγοράς πιστοποιήσεων, μετρήσιμων δεξιοτήτων, πιστωτικών μονάδων και μεταπτυχιακών τίτλων, μια επιστημονική έρευνα, τελικά, η οποία  γρήγορα αναπροσανατολίζεται σε νέες εμπορικές θεματικές σε άμεση σύνδεση με τις πρακτικές ανέλιξης και ανταγωνιστικής επιβίωσης στο πανεπιστήμιο των ίδιων των φορέων της. 

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΟΣΑ ΚΑΙ Ο «ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΣ» ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ PIZA


ΠΗΓΗ: http://www.e-lesxi.gr/t9-ekp-arth5

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ Πρόεδρος συνδικάτου εκπαιδευτικών Γερμανίας: «Δεν πρέπει να κοιτάμε μόνο ποσοστά και βαθμολογίες»

Ο CELESTIN FREINET ΚΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

ΟΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ ΤΗΣ "ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ" ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΦΟΡΜΟΥΝ ΟΟΣΑ - ΣΕΒ - Πορίσματα εθνικού διαλόγου για την παιδεία: μερικές καθόλου συμπτωματικές ομοιότητες


ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Την άνοιξη του 2016, δημοσιεύτηκαν δύο κείμενα που εκθέτουν, επί της ουσίας, τις θέσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για την εκπαίδευση, τα λεγόμενα αποτελέσματα του διαλόγου για την παιδεία.

Το πρώτο κείμενο, «Εθνικός και Κοινωνικός Διάλογος για την Παιδεία. Πορίσματα. 27 Μαΐου 2016»,(διαθέσιμο εδώ), υπογράφεται από τον κ. Αντώνη Λιάκο, τότε πρόεδρο της επιτροπής Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία, ενώ το δεύτερο κείμενο, «Εθνικός και Κοινωνικός Διάλογος για την Παιδεία. Διαπιστώσεις, Προτάσεις και Χρονοδιαγράμματα Υλοποίησης» υπογράφεται από τον κ. Κ.Γαβρόγλου, τότε πρόεδρο της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής (2016) και νυν υπουργό παιδείας.

Στα κείμενα αυτά, κεντρική θέση έχει η θέση για την αυτονόμηση των σχολικών μονάδων από το υπουργείο παιδείας (δηλαδή από την κρατική καθοδήγηση, διοίκηση και χρηματοδότηση) και το «άνοιγμά» τους στις «τοπικές κοινωνίες» και την τοπική αυτοδιοίκηση με ταυτόχρονη λογοδοσία σε κάτω από ένα σύστημα αυτοαξιολόγησης που θα υπόκειται όμως σε νόρμες, δείκτες και ποσοτικές αξιολογήσεις ορισμένες σε κεντρικό επίπεδο. Παράλληλα ομολογείται η ανάγκη για ακόμα μεγαλύτερη συμπίεση του αριθμού των εκπαιδευτικών.


​Η φιλοσοφία αυτή δεν είναι καινούργια, ούτε στην Ελλάδα και πολύ περισσότερο στην Ευρώπη και διεθνώς, και όπου εφαρμόστηκε είχε σαν αποτέλεσμα τον εξανδραποδισμό και τη διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης πιο φτωχούς και ευάλωτους μαθητές (για παράδειγμα στις ΗΠΑ, στη Χιλή, ). Η ίδια φιλοσοφία διέπει και τα κείμενα της μεταρρύθμισης του «Νέου Σχολείου» ενώ ομολογείται ότι είναι ευρωπαϊκή κατεύθυνση.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παραγγέλνει, εν τω μεταξύ, στον ΟΟΣΑ μια νέα αξιολόγηση για την εκπαίδευση στην Ελλάδα (η προηγούμενη ήταν το 2011).

Τον Φλεβάρη του 2017 (7/2) ο ΣΕΒ (Σύνδεσμος Βιομηχάνων Ελλάδας) δημοσιεύει μια έκθεση για την εκπαίδευση στην Ελλάδα, που ονομάζεται «η έξοδος από την κρίση ξεκινάει στα θρανία» και χρησιμοποιεί στοιχεία του διαγωνισμού PISA του ΟΟΣΑ από το 2015 καθώς και στοιχεία της Eurostat από το 2014. Και στο κείμενο αυτό κεντρική θέση κατέχει η αυτονομία και η αποκέντρωση, η αυτοαξιολόγηση και η αξιολόγηση, καθώς και η σύνδεση με την «τοπική κοινωνία» αλλά και η χρηματοδότηση από την τοπική αυτοδιοίκηση. Προχωράει ακόμα περισσότερο θέτοντας το «γονεϊκό δικαίωμα» στην επιλογή σχολείου που συνδέεται με τη φιλοσοφία της αυτονομίας, βοηθώντας στην μετατροπή του γονιού σε πελάτη και του σχολείου σε μαγαζί. (Στην Αμερική ήταν το βασικό επιχείρημα της εκεί μεταρρύθμισης που δίχασε βαθειά τους γονιούς, τα σχολεία και τους μαθητές και τραυμάτισε πολύ σοβαρά την εκπαίδευση των πιο φτωχών. Σήμερα οι θιασώτες της μεταρρύθμισης αυτής αντιμετωπίζουν μια μαζική άρνηση γονιών και μαθητών να συμμετέχουν στα τεστ αξιολόγησης (opting out movement) από τα αποτλέσματα των οποίων εξαρτάται και η αξιολόγηση των σχολειών τους και των καθηγητών τους).

Η εικόνα τώρα γίνεται πιο καθαρή: σχολεία επιχειρήσεις σε ανταγωνιστική μεταξύ τους βάση που υπόκεινται σε τυποποιημένους ποσοτικους δείκτες αξιολόγησης και εξαρτώνται από τις χορηγιες και την κατ’ επιλογήν χρηματοδότηση από την τοπική αυτοδιοίκηση.

Στις 12 Φλεβάρη, η εφημερίδα Αυγή δημοσιεύει κατ’ααποκλειστικότητα πληροφορίες για το περιεχόμενο της νέας έκθεσης του ΟΟΣΑ με αποκαλυπτικό τίτλο «Σχολεία αυτόνομα με τους εκπαιδευτικόύς «ηγέτες»». Η ομοιότητα είναι ολοφάνερη. Οι πληροφορίες που δίνονται στο άρθρο κάνουν ακόμα ένα βήμα: φέρνουν ως παράδειγμα προς μίμηση την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στη Χιλή με τη χρηματοδότηση μέσω κουπονιών. Δεν αναφέρεται βέβαια καθόλου στα ολέθρια αποτελέσματα αυτής της μεταρρύθμισης στη δημόσια εκπαίδευση φτωχών, παρότι αυτή η πολιτική ακολουθήθηκε στο όνομα των φτωχών και αδύναμων. Ούτε εδώ πρωτοτυπεί ο ΣΕΒ που στο ίδιο μότο επικαλείται την «διάσωση» των πιο ευάλωτων μαθητών για να δικαιώσει τις θέσεις του.

ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΛΕΣΧΗ



ΠΑΥΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Στο πλαίσιο της συντηρητικής αναδιάρθρωσης στην εκπαίδευση, η οποία έχει ξεκινήσει, σε γενικές γραμμές, από την περίοδο Διαμαντοπούλου και η οποία στοχεύει μεταξύ των άλλων, στην εναρμόνιση του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας με τις επιταγές του ΟΟΣΑ, επανεμφανίζονται στο προσκήνιο θέσεις και πυροδοτούνται συγκρούσεις που επί σειρά ετών θεωρούσαμε οριστικά λυμένες. Με εξαιρετική κάποιες φορές δριμύτητα επανεμφανίζονται θέσεις του παρελθόντος διεκδικώντας τον τίτλο του καινοφανούς και καινοτόμου θυμίζοντας το γνωστό ποίημα του Μπρεχτ για το παλιό που επανέρχεται σαν νέο, διασύροντας κάθε τι αληθινά νέο. Το γεγονός είναι εξηγήσιμο αφού καμία συντηρητική αναδιάρθρωση, ιδιαίτερα στον ευαίσθητο χώρο της Παιδείας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ή έστω ανεκτή αν δεν καταφέρει να κερδίσει ένα βαθμό ιδεολογικής νομιμοποίησης.

​Η περίπτωση της Παιδαγωγικής επιστήμης είναι χαρακτηριστική. Τα παλιά ερωτήματα, με διάφορους τρόπους επανέρχονται: «Είναι επιστήμη η Παιδαγωγική;», «Είναι απαραίτητες οι παιδαγωγικές σπουδές για όποιον διδάσκει ή αρκεί η γνώση των επί μέρους αντικειμένων;», «Η μάθηση ως αυτοσκοπός ή η μάθηση ως ένα από τα μέσα της αγωγής», «Προώθηση και αποδοχή της αριστείας ή όχι;». Η ιδεολογική μάχη, γύρω από τα θέματα της αγωγής, και της επιστήμης που την ερευνά, έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια με την συντηρητική ιδεολογία να κερδίζει έδαφος ενώ η αντίδραση των χώρων εκείνων που παραδοσιακά την αντιμάχονταν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαμφοτερίζουσα. Αναμφίβολα υπήρξε ένα τμήμα αριστερών διανοουμένων που αντέδρασε άμεσα στα νεοσυντηρητικά ιδεολογήματα, προβάλλοντας τις θέσεις που σε βάθος ενός αιώνα επεξεργάστηκε και υπερασπίστηκε το εκπαιδευτικό κίνημα. Υπήρξε ωστόσο και ένας σημαντικός αριθμός, που θεώρησε τη σύγκρουση στο πεδίο των παιδαγωγικών ιδεών ως προσχηματική, ενώ τη συγκρότηση μίας αριστερής παιδαγωγικής πρότασης αντίστοιχης των απαιτήσεων των καιρών, σχεδόν ως μία πολυτελή επιλογή που το κίνημα δεν διαθέτει σήμερα το χρόνο για να επεξεργαστεί. Εκείνο που κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να είναι σαφές είναι πως το κίνημα δεν έχει καμία δυνατότητα να επιλέξει ή να καθυστερήσει το χρόνο της ιδεολογικής σύγκρουσης. Αυτή έχει αρχίσει από πολύ καιρό ήδη, με τις συντηρητικές ιδέες να κερδίζουν έδαφος στην κοινωνία ακόμα και σε χώρους που θα περίμενε κανείς ότι θα ήταν εχθρικοί ως προς αυτές, γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος της επικράτησής της. Εκείνο που μπορούμε να επιλέξουμε είναι αν θα δώσουμε η όχι τη μάχη. Η απόσυρση από το ιδεολογικό μέτωπο, για τους όποιους σκοπούς μπορεί να επικαλεστεί ο καθένας, συνιστά κατά τη γνώμης μας ομολογία ήττας την οποία σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα πληρώσει ακριβά το εκπαιδευτικό κίνημα. Στην προσπάθεια μας να συμβάλλουμε στην συζήτηση που κατά τη γνώμη μας με νηφαλιότητα πρέπει να ξεκινήσει όχι μόνο για τα τρέχοντα εκπαιδευτικά προβλήματα αλλά και για παιδαγωγικά ζητήματα που δεν άπτονται υποχρεωτικά της καθημερινότητας αναφερόμαστε στο συγκεκριμένο άρθρο στην ανάδυση της επιστήμης της Παιδαγωγικής και την εγκαθίδρυσή της στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια καθώς και στους λόγους που επέβαλαν να γεννηθεί μια επιστήμη από έναν επαγγελματικό κλάδο.

Ο CELESTIN FREINET ΚΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ.



ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗ – ΠΑΥΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ


Εργαλεία για την κοινωνικοποίηση και την πολιτική χειραφέτηση του μαθητή»


Το κείμενο αυτό στηρίχθηκε σε ανακοίνωση που πραγματοποιήσαμε στο τριήμερο αφιέρωμα στον μεγάλο μεταρρυθμιστή παιδαγωγό Célestin Freinet για τα 50 χρόνια από το θάνατό του που διοργάνωσε το Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας (1-3 Δεκέμβρη 2016.).

Στην παρούσα εργασία μας αναζητούμε σημεία σύγκλισης και απόκλισης, σημεία επικοινωνίας και διαφοροποίησης ανάμεσα στο κίνημα της Παιδαγωγικής Freinet και στο κίνημα της Κριτικής Παιδαγωγικής. Πρόκειται για δύο παιδαγωγικά ρεύματα, θεωρητικής σκέψης και πρακτικής, τα οποία στέκουν κριτικά απέναντι στην κρατούσα σχολική κουλτούρα και στις κυρίαρχες πρακτικές της και προχωρούν στη σύνθεση ενός σώματος εκπαιδευτικών αρχών, προσανατολισμών, στοχεύσεων και πρακτικών με σκοπό τη ρητά διατυπωμένη επιδίωξη της προάσπισης του δημοκρατικού δημόσιου βίου. 


Κάθε κίνηση στο χώρο της παιδαγωγικής επιστήμης όπως και κάθε ρεύμα παιδαγωγικών ιδεών σχετίζεται άμεσα με το κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής στην οποία γεννήθηκε και δεν μπορεί να μελετηθεί ανεξάρτητα από αυτό. Έτσι αναζητώντας τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης της παιδαγωγικής Freinet και της Κριτική Παιδαγωγικής δεν λησμονούμε ότι οι διεργασίες που οδήγησαν στην γέννηση των ρευμάτων αυτών πραγματοποιήθηκαν εντός διαφορετικών ιστορικών και κοινωνικοπολιτικών πλαισίων. Μία επιπρόσθετη δυσκολία αποτελεί το γεγονός ότι η διαδρομή και των δύο αυτών παιδαγωγικών ρευμάτων είναι μακρά στον ιστορικό χρόνο, και η επιρροή τους εξαπλώνεται σε διεθνές επίπεδο, γεγονός που σηματοδοτεί σημαντικές αλλαγές στο ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτά τα κινήματα αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται. Ως αποτέλεσμα είναι αδύνατο να αντιμετωπιστούν ως αμετάβλητα ομοιογενή συστήματα ιδεών και παιδαγωγικών πρακτικών, καθώς θεμελιώδεις αλλαγές στο ιστορικό πλαίσιο επηρεάζουν τις αξίες και τις τεχνικές τους, ώστε παρατηρούνται στην πορεία τους περισσότερες αστάθειες παρά αμετάβλητες σταθερότητες.[1] Σε αυτή μας την προσπάθεια θα προσπαθήσουμε να προχωρήσουμε στην σύγκριση των δύο παιδαγωγικών ρευμάτων στηριζόμενοι σε αυτά τα στοιχεία τους που τα χαρακτηρίζει η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διάρκεια και σταθερότητα.

Η ανάγνωση ενός βιβλίου προκαλεί έκρηξη στο ανθρώπινο μυαλό για 5 ημέρες.

Αποτέλεσμα εικόνας για βιβλιο

Δεν το λέει ένας μανιώδης βιβλιοφάγος, έτσι και αλλιώς η μαρτυρία του δεν θα ήταν αντικειμενική, αλλά επιστήμονες που οδηγήθηκαν σε αυτό το συμπέρασμα έπειτα από ενδελεχή έρευνα: για πέντε ημέρες από τη στιγμή που ολοκληρώνει κάποιος ένα μυθιστόρημα, στο μυαλό του γίνεται μια έκρηξη.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο αμερικανικό πανεπιστήμιο της Εμορί και το συμπέρασμά της είναι ότι διαβάζοντας ένα βιβλίο προκαλείται αυξημένη συνδεσιμότητα στον εγκέφαλο και νευρολογικές αλλαγές που επιτείνουν τη δύναμη της μνήμης.

Οι αλλαγές αυτές καταγράφηκαν στο αριστερό κροταφικό φλοιό, στην περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη δεκτικότητα για τη γλώσσα, καθώς και την αισθητηριακή περιοχή του εγκεφάλου .

Οι νευρώνες της περιοχής αυτής έχουν συσχετιστεί με την εξαπάτηση του νου να νομίζει ότι κάνει κάτι που δεν είναι. Για παράδειγμα, σκέφτεται ότι τρέχει (χωρίς στην πραγματικότητα να το κάνει) και έτσι μπορεί να ενεργοποιήσει τους νευρώνες που σχετίζονται με τη φυσική πράξη της λειτουργίας.

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Κορνήλιος Καστοριάδης:Λοιπόν, δεν είναι δυνατό να υπάρξει εκπαίδευση.


α να υπάρξει πραγματική εκπαίδευση με την αυστηρή έννοια του όρου υπάρχει μια βασική προϋπόθεση: αυτή η εκπαιδευτική διαδικασία γίνεται αντικείμενο επένδυσης και πάθους και από τους εκπαιδευτές και από τους εκπαιδευόμενους.

Και για να τα πω καθαρά, αν δεν υπάρχει έρωτας με την εκπαίδευση, δεν υπάρχει εκπαίδευση.

Εαν κάποιος μαθαίνει στο σχολείο, είναι διότι διαδοχικά τουλάχιστον έναν καθηγητή σε κάθε τάξη -και στο πανεπιστήμιο ακόμα- τον ερωτευεται, και τον ερωτεύεται διότι ο ίδιος ο καθηγητής είναι ερωτευμένος με αυτό που διδάσκει.

Για να τα πω επίσης καθαρά και για να γίνω πλήρως απεχθής σ’ αυτούς που με ακούνε, σήμερα οι εκπαιδευτικοί ασχολούνται με τις εκπαιδευτικές τους διεκδικήσεις, οι οικογένειες ασχολούνται με το να πάρει το παιδί ένα χαρτί και τα παιδιά ασχολούνται με ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την επένδυση των πραγμάτων που μαθαίνουν.

Λοιπόν, δεν είναι δυνατό να υπάρξει εκπαίδευση.

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Ο CELESTIN FREINET ΚΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ.



ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΛΕΣΧΗ


ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗ – ΠΑΥΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ


Εργαλεία για την κοινωνικοποίηση και την πολιτική χειραφέτηση του μαθητή»


Το κείμενο αυτό στηρίχθηκε σε ανακοίνωση που πραγματοποιήσαμε στο τριήμερο αφιέρωμα στον μεγάλο μεταρρυθμιστή παιδαγωγό Célestin Freinet για τα 50 χρόνια από το θάνατό του που διοργάνωσε το Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας (1-3 Δεκέμβρη 2016.).

Στην παρούσα εργασία μας αναζητούμε σημεία σύγκλισης και απόκλισης, σημεία επικοινωνίας και διαφοροποίησης ανάμεσα στο κίνημα της Παιδαγωγικής Freinet και στο κίνημα της Κριτικής Παιδαγωγικής. Πρόκειται για δύο παιδαγωγικά ρεύματα, θεωρητικής σκέψης και πρακτικής, τα οποία στέκουν κριτικά απέναντι στην κρατούσα σχολική κουλτούρα και στις κυρίαρχες πρακτικές της και προχωρούν στη σύνθεση ενός σώματος εκπαιδευτικών αρχών, προσανατολισμών, στοχεύσεων και πρακτικών με σκοπό τη ρητά διατυπωμένη επιδίωξη της προάσπισης του δημοκρατικού δημόσιου βίου. 


Κάθε κίνηση στο χώρο της παιδαγωγικής επιστήμης όπως και κάθε ρεύμα παιδαγωγικών ιδεών σχετίζεται άμεσα με το κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής στην οποία γεννήθηκε και δεν μπορεί να μελετηθεί ανεξάρτητα από αυτό. Έτσι αναζητώντας τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης της παιδαγωγικής Freinet και της Κριτική Παιδαγωγικής δεν λησμονούμε ότι οι διεργασίες που οδήγησαν στην γέννηση των ρευμάτων αυτών πραγματοποιήθηκαν εντός διαφορετικών ιστορικών και κοινωνικοπολιτικών πλαισίων. Μία επιπρόσθετη δυσκολία αποτελεί το γεγονός ότι η διαδρομή και των δύο αυτών παιδαγωγικών ρευμάτων είναι μακρά στον ιστορικό χρόνο, και η επιρροή τους εξαπλώνεται σε διεθνές επίπεδο, γεγονός που σηματοδοτεί σημαντικές αλλαγές στο ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτά τα κινήματα αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται. Ως αποτέλεσμα είναι αδύνατο να αντιμετωπιστούν ως αμετάβλητα ομοιογενή συστήματα ιδεών και παιδαγωγικών πρακτικών, καθώς θεμελιώδεις αλλαγές στο ιστορικό πλαίσιο επηρεάζουν τις αξίες και τις τεχνικές τους, ώστε παρατηρούνται στην πορεία τους περισσότερες αστάθειες παρά αμετάβλητες σταθερότητες.[1] Σε αυτή μας την προσπάθεια θα προσπαθήσουμε να προχωρήσουμε στην σύγκριση των δύο παιδαγωγικών ρευμάτων στηριζόμενοι σε αυτά τα στοιχεία τους που τα χαρακτηρίζει η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διάρκεια και σταθερότητα.

ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΛΕΣΧΗ



ΠΑΥΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Στο πλαίσιο της συντηρητικής αναδιάρθρωσης στην εκπαίδευση, η οποία έχει ξεκινήσει, σε γενικές γραμμές, από την περίοδο Διαμαντοπούλου και η οποία στοχεύει μεταξύ των άλλων, στην εναρμόνιση του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας με τις επιταγές του ΟΟΣΑ, επανεμφανίζονται στο προσκήνιο θέσεις και πυροδοτούνται συγκρούσεις που επί σειρά ετών θεωρούσαμε οριστικά λυμένες. Με εξαιρετική κάποιες φορές δριμύτητα επανεμφανίζονται θέσεις του παρελθόντος διεκδικώντας τον τίτλο του καινοφανούς και καινοτόμου θυμίζοντας το γνωστό ποίημα του Μπρεχτ για το παλιό που επανέρχεται σαν νέο, διασύροντας κάθε τι αληθινά νέο. Το γεγονός είναι εξηγήσιμο αφού καμία συντηρητική αναδιάρθρωση, ιδιαίτερα στον ευαίσθητο χώρο της Παιδείας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ή έστω ανεκτή αν δεν καταφέρει να κερδίσει ένα βαθμό ιδεολογικής νομιμοποίησης.

​Η περίπτωση της Παιδαγωγικής επιστήμης είναι χαρακτηριστική. Τα παλιά ερωτήματα, με διάφορους τρόπους επανέρχονται: «Είναι επιστήμη η Παιδαγωγική;», «Είναι απαραίτητες οι παιδαγωγικές σπουδές για όποιον διδάσκει ή αρκεί η γνώση των επί μέρους αντικειμένων;», «Η μάθηση ως αυτοσκοπός ή η μάθηση ως ένα από τα μέσα της αγωγής», «Προώθηση και αποδοχή της αριστείας ή όχι;». Η ιδεολογική μάχη, γύρω από τα θέματα της αγωγής, και της επιστήμης που την ερευνά, έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια με την συντηρητική ιδεολογία να κερδίζει έδαφος ενώ η αντίδραση των χώρων εκείνων που παραδοσιακά την αντιμάχονταν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαμφοτερίζουσα. Αναμφίβολα υπήρξε ένα τμήμα αριστερών διανοουμένων που αντέδρασε άμεσα στα νεοσυντηρητικά ιδεολογήματα, προβάλλοντας τις θέσεις που σε βάθος ενός αιώνα επεξεργάστηκε και υπερασπίστηκε το εκπαιδευτικό κίνημα. Υπήρξε ωστόσο και ένας σημαντικός αριθμός, που θεώρησε τη σύγκρουση στο πεδίο των παιδαγωγικών ιδεών ως προσχηματική, ενώ τη συγκρότηση μίας αριστερής παιδαγωγικής πρότασης αντίστοιχης των απαιτήσεων των καιρών, σχεδόν ως μία πολυτελή επιλογή που το κίνημα δεν διαθέτει σήμερα το χρόνο για να επεξεργαστεί. Εκείνο που κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να είναι σαφές είναι πως το κίνημα δεν έχει καμία δυνατότητα να επιλέξει ή να καθυστερήσει το χρόνο της ιδεολογικής σύγκρουσης. Αυτή έχει αρχίσει από πολύ καιρό ήδη, με τις συντηρητικές ιδέες να κερδίζουν έδαφος στην κοινωνία ακόμα και σε χώρους που θα περίμενε κανείς ότι θα ήταν εχθρικοί ως προς αυτές, γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος της επικράτησής της. Εκείνο που μπορούμε να επιλέξουμε είναι αν θα δώσουμε η όχι τη μάχη. Η απόσυρση από το ιδεολογικό μέτωπο, για τους όποιους σκοπούς μπορεί να επικαλεστεί ο καθένας, συνιστά κατά τη γνώμης μας ομολογία ήττας την οποία σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα πληρώσει ακριβά το εκπαιδευτικό κίνημα. Στην προσπάθεια μας να συμβάλλουμε στην συζήτηση που κατά τη γνώμη μας με νηφαλιότητα πρέπει να ξεκινήσει όχι μόνο για τα τρέχοντα εκπαιδευτικά προβλήματα αλλά και για παιδαγωγικά ζητήματα που δεν άπτονται υποχρεωτικά της καθημερινότητας αναφερόμαστε στο συγκεκριμένο άρθρο στην ανάδυση της επιστήμης της Παιδαγωγικής και την εγκαθίδρυσή της στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια καθώς και στους λόγους που επέβαλαν να γεννηθεί μια επιστήμη από έναν επαγγελματικό κλάδο.