Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Αξιολόγηση: Ένα εργαλείο σε νεοφιλελεύθερα χέρια


των Χρήστου Πιλάλη, και Νικόλα Κουντούρη*


Στις προγραμματικές της δηλώσεις στις 8.7.2012, η νέα τότε ηγεσία το Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, είχε δηλώσει μεταξύ άλλων ότι πρωταρχικός στόχος της είναι να προωθήσει «άμεσα την αξιολόγηση διαδικασιών και του ανθρώπινου δυναμικού, των εκπαιδευτικών μας, με στόχο την ανάδειξη των τομέων που χρειάζονται βελτιωτικές παρεμβάσεις». Ταυτιζόμενη πλήρως με τα ιδεολογήματα του ΟΟΣΑ, η στόχευσή της δεν ήταν άλλη από την κατασκευή ενός τερατώδους μηχανισμού απολύσεων εκπαιδευτικών και η δραστική περικοπή της δημόσιας χρηματοδότησης για την εκπαίδευση. Όπως άλλωστε σημειώνει και ο ίδιος ο ΟΟΣΑ σε παλαιότερες συστάσεις του προς την Ελλάδα, «απαιτείται μετατόπιση από το τρέχον σύστημα κατανομής πόρων σε εφάπαξ επιχορηγήσεις που κατανέμονται στις περιφέρειες βάσει της αρχής ‘τα χρήματα ακολουθούν τον μαθητή', συμπεριλαμβανομένης της κατανομής του αριθμού θέσεων που προβλέπονται από τον προϋπολογισμό, ευελιξία στις περιφέρειες να κατανέμουν τους πόρους βάσει αποτελεσμάτων και λογοδοσία βάσει επίδοσης».

Το Προεδρικό Διάταγμα 152/2013.

Τον Φεβρουάριο του 2013 ο Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, αποστέλλει προς διαβούλευση στις εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες ένα σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Στόχος του η εδραίωση ενός ασφυκτικού συστήματος, για την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων στην εκπαίδευση, την ιδεολογική χειραγώγηση και την κατηγοριοποίηση σχολείων, εκπαιδευτικών και μαθητών.

Το Προεδρικό Διάταγμα για την αξιολόγηση, βασίζεται σε μια πολύ συγκεκριμένη προσέγγιση του εκπαιδευτικού έργου και σε μια σύστοιχη παιδαγωγική θεωρία που κάθε άλλο παρά αθώα και ταξικά ουδέτερη είναι. Η διαίρεση του εκπαιδευτικού έργου σε επιμέρους κατηγορίες και λίστες αξιολογικών κριτηρίων, ο σαφής προσδιορισμός επιθυμητών ιδιοτήτων και συμπεριφορών σε κάθε επιμέρους αξιολογικό κριτήριο, στη βάση προκαθορισμένων εκπαιδευτικών στόχων και η δυνατότητα ακριβούς μέτρησης των επιθυμητών αποτελεσμάτων, συνδέονται ευθέως με μία τεχνοκρατική θετικιστική αντίληψη του εκπαιδευτικού έργου. Η προσέγγιση αυτή έχει τις ρίζες της στη θεωρία του τεϋλορισμού για την οργάνωση της εργασίας στη μεγάλη βιομηχανία. Ο στόχος δεν είναι άλλος από την «βιομηχανοποίηση» του εκπαιδευτικού έργου και την «προλεταριοποίηση» της εργασίας των εκπαιδευτικών.

Στο πλαίσιο αυτό, το Προεδρικό Διάταγμα αναπαράγει μία αντιδραστική παράδοση, η οποία εισάγει στην εκπαίδευση τις πρακτικές του επιχειρηματικού management, οι οποίες και συνοδεύονται από τη θετικιστική εμμονή στην τυποποίηση και ποσοτικοποίηση των κοινωνικών και εκπαιδευτικών πρακτικών. Στη βάση των παραπάνω τεχνοκρατικών προσεγγίσεων, βρίσκεται μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για τον ίδιο τον εκπαιδευτικό και το ρόλο του: σε αυτό το μοντέλο εκπαίδευσης, ο εκπαιδευτικός παρουσιάζεται ως ένας υπάκουος δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος απλά εκτελεί τις προσταγές των άλλων.

Με βάση λοιπόν αυτό το σύστημα αξιολόγησης, ένας εκπαιδευτικός για να χαρακτηριστεί ως «εξαιρετικός», θα πρέπει να έχει περισσότερα προσόντα από ένα περιφερειακό διευθυντή ή από ένα σχολικό σύμβουλο! Ο «εξαιρετικός» εκπαιδευτικός, πρέπει να «έχει εκδώσει ένα, τουλάχιστον, βιβλίο με ISBN, ή να έχει συμμετάσχει σε δύο τουλάχιστον, συλλογικούς τόμους και να έχει δημοσιεύσει ένα, τουλάχιστον, άρθρο σε περιοδικό με κριτές». Θα πρέπει δηλαδή να έχει προσόντα που αντιστοιχούν σε ένα υποψήφιο λέκτορα του πανεπιστήμιου, για να μπορεί χωρίς φόβο να συνεχίζει να εργάζεται στο σχολείο.

Η συγκεκριμένη επιλογή δεν είναι τυχαία. Αντίθετα, επιδιώκει να δημιουργήσει ένα καθεστώς «μόνιμης ανεπάρκειας» για κάθε εκπαιδευτικό. Διαβάζοντας το Προεδρικό Διάταγμα και την σκόπιμα περίτεχνη γλώσσα του, ο κάθε εκπαιδευτικός θα πρέπει να νιώθει ανασφαλής, προκειμένου να γενικευτεί ο φόβος και να εξασφαλιστεί η πειθαρχία. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια μπορούν να καθηλώσουν οποιονδήποτε εκπαιδευτικό σε χαμηλό βαθμό και συνακόλουθα σε χαμηλό μισθό, χωρίς αυτός να μπορεί αποτελεσματικά να διαμαρτυρηθεί, εφόσον η όποια ένστασή του θα προσκρούει πάντοτε σε κάποιο χωρίο του Προεδρικού Διατάγματος.

O Νόμος 4142/9.4.2013 για την Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στηνΠρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.).

Από τις αρχές του 2013, η κυβέρνηση εντείνει την μνημονιακή επίθεσή της στην εκπαίδευση, οξύνοντας τον πόλεμο στους εκπαιδευτικούς. Εισάγει στο πλαίσιο αυτό ένα σχέδιο νόμου «Για την Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση». Στόχος του νομοσχεδίου, δεν είναι άλλος, από την δημιουργία ενός συγκεντρωτικού και αυταρχικού μοντέλου εξωτερικής αξιολόγησης, μέσω μιας διοικητικής Αρχής, κατ' επίφαση ανεξάρτητης, αφού όλα τα μέλη της προβλέπεται να διορίζονται από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Ορίζεται ακόμα από το νέο αυτό νομοσχέδιο ότι, οι επιδόσεις των μαθητών θα συνυπολογίζονται για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Τον εν λόγω μηχανισμό, θα έρθει να συμπληρώσει ένα άλλο χαρακτηριστικό νομοθέτημα, αυτό της «Αναδιάρθρωσης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», ο γνωστός δηλαδή νόμος για το «Νέο Λύκειο», με τον οποίο θεσμοθετείται η στανταροποίηση των επιδόσεων των μαθητών μέσω της καθιέρωσης πανελλαδικού τύπου εξετάσεων και στις τρεις τάξεις του Λυκείου και της σύνδεσης αυτών των αποτελεσμάτων και αξιολογήσεων με την υπηρεσιακή εξέλιξη των εκπαιδευτικών. Είναι προφανές, ότι η πολιτική αυτή στοχεύει ξεκάθαρα, μέσα από την καθιέρωση της αξιολόγησης, στην απόλυτη χειραγώγηση των εκπαιδευτικών. Με το νέο νόμο, συνδέεται η εσωτερική αξιολόγηση με την εξωτερική, αφού οι εκθέσεις αυτό-αξιολόγησης των σχολείων αποτελούν αντικείμενο και της Αρχής που δημιουργείται. Προβλέπεται επίσης, η ανάθεση έργων ακόμα και σε εξωεκπαιδευτικούς φορείς «παροχής υπηρεσιών αξιολόγησης», ελληνικούς ή ξένους, μη εξαιρουμένων και των ιδιωτικών, οι οποίοι χρησιμοποιούνται άλλωστε ήδη κατά κόρον στις αξιολογήσεις του ΕΣΠΑ. Δημιουργείται στο πλαίσιο αυτό μια αδιαφανής διοικητική αρχή, οι λειτουργικές δαπάνες της οποίας προϋπολογίζονται σε τουλάχιστον 1,2 εκ ευρώ ετησίως, ενώ ταυτόχρονα εγκαθιδρύεται και μια νέα απίστευτη γραφειοκρατία, με τη σύσταση τουλάχιστον 58 πενταμελών αμειβόμενων επιτροπών αξιολόγησης.

H «αυτοαξιολόγηση» της σχολικής μονάδας.

Με εγκύκλιο του, τον Δεκέμβριο του 2013, (1900089/Γ1 στις 10.12.2013) το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων καλεί τους εκπαιδευτικούς να εφαρμόσουν «τον θεσμό της Αξιολόγησης του Εκπαιδευτικού Έργου της σχολικής μονάδας», τη λεγόμενη «αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας». Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Υπουργείου «η διαδικασία της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας έχει στόχο να αναδείξει τη σχολική μονάδα ως βασικό φορέα προγραμματισμού και υλοποίησης του εκπαιδευτικού έργου και να βελτιώσει την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης».

Οι προσπάθειες για τη «νέα αξιολόγηση», την «αυτοαξιολόγηση», αποτελούν τον πυρήνα χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία φαίνεται να δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον γι' αυτόν τον νέο τρόπο αξιολόγησης ο οποίος- σε σχέση με τον παραδοσιακό-έχει ένα σημαντικό πολιτικό όφελος: καθώς παρουσιάζεται με προκάλυψη μοντέρνα και αθώα, αφοπλίζει την κριτική των εκπαιδευτικών στην παραδοσιακή αξιολόγηση, ενώ την ίδια ώρα προλειαίνει το έδαφος για τη σταδιακή εφαρμογή του «νεοεπιθεωρητισμού».

Ο στόχος δεν είναι άλλος, από τη νομιμοποίηση αφενός της πολιτικής μείωσης των σχολικών μονάδων, μέσω του κλεισίματος-συγχώνευσης «αντιπαραγωγικών» σχολείων και αφετέρου, η ώθηση προς την έξοδο ενός μεγάλου τμήματος εκπαιδευτικών. Στο ίδιο πλαίσιο προωθείται η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών και η ένταση της «ζούγκλας του ανταγωνισμού» ανάμεσα στα σχολεία, τα οποία καλούνται πλέον να εξασφαλίσουν μαθητές και χρηματοδότηση, αν θέλουν να συνεχίζουν να λειτουργούν.

Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, εργάστηκε μεθοδικά για την αποκάλυψη του πραγματικού στόχου αυτής της αξιολόγησης, από την πρώτη στιγμή που σχεδιάστηκε και εκφωνήθηκε στην ελληνική κοινωνία. Με την συνεχή άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου και με καίριες παρεμβάσεις στην Μόνιμη Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, όπως και στην Ολομέλεια της Βουλής, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ τεκμηρίωσαν ενώπιον της κοινωνίας, τις πραγματικές προθέσεις όσων εισηγούνται και ψηφίζουν νομοθετικές ρυθμίσεις, όπως αυτές που αφορούν την αξιολόγηση. Πέρα από το διαρκές κοινοβουλευτικό έργο, το Τμήμα Παιδείας και συνολικά ο ΣΥΡΙΖΑ συμπαρατάχθηκε με τους αγώνες της εκπαιδευτικής κοινότητας, στηρίζοντας τις δίκαιες διεκδικήσεις της για δημόσια ποιοτική εκπαίδευση, επαρκώς χρηματοδοτούμενη και για εργασιακή αξιοπρέπεια των εκπαιδευτικών λειτουργών.

*μέλη της Επιτροπής Ελέγχου του Κυβερνητικού Έργου Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου