Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Τι γυρεύουν οι Ρομά, τόσα χρόνια, στα Πανεπιστήμια; ( Μέρος Γ΄)

Σε προηγούμενη ανάλυση αναδείξαμε την άποψη ότι τα συγκεκριμένα προγράμματα με στόχο την «Ένταξη των παιδιών με πολιτισμικές και γλωσσικές ιδιαιτερότητες στο εκπαιδευτικό σύστημα» (Παλιννοστούντων/ αλλοδαπών, τσιγγανοπαίδων και ομογενών) είχαν χαμηλή έως ανύπαρκτη συνέργεια μεταξύ τους. Αυτή η διαπίστωση είναι σημαντική, καθώς η συνέργεια συνδέεται με την αποτελεσματικότητά τους και την αποδοτικότητά τους, σχετικά με την πρόσβαση, τη φοίτηση και τη σχολική επιτυχία των μαθητών που προέρχονται από τις συγκεκριμένες ομάδες αναφοράς. Στο κείμενο αυτό, θα ασχοληθούμε με τον τρόπο με τον οποίο το Πανεπιστήμιο, γενικά, αντιμετωπίζει τα σχετικά προγράμματα. Θα κάνουμε ορισμένες γενικές επισημάνσεις  και θα αναφερθούμε παραδειγματικά, όπου προσφέρεται στο πρόγραμμα που έχει ως ομάδα-στόχο τα παιδιά Ρομά.
Το πανεπιστήμιο και η αξιοποίηση των προγραμμάτων 
Τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε ιδιαίτερη έξαρση στην ένταξη πολλών προγραμμάτων με κοινοτική χρηματοδότηση στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Όταν τα προγράμματα  διαθέτουν υψηλούς προϋπολογισμούς, είναι, προφανώς, περιζήτητα. Τα ίδια τα πανεπιστήμια, από τις κρατήσεις μεγάλων προγραμμάτων, εξασφαλίζουν σημαντικά έσοδα για κάλυψη διάφορων αναγκών  τους (λειτουργικές δαπάνες, αποζημιώσεις, προσλήψεις προσωπικού, έξοδα μετακινήσεων, εκτός έδρας αποζημιώσεις, κ.α.). Αυτά τα έσοδα δεν υπόκεινται στους συμβατικούς περιορισμούς και προληπτικούς ελέγχους στους οποίους υπόκειται ο  τακτικός προϋπολογισμός.  Αν έχουμε «διαβάσει» σωστά, αναφέρουμε ενδεικτικά ότι το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, την τριετία 1997-2000, μόνο από το πρόγραμμα Τσιγγανοπαίδων, εξασφάλισε έσοδα πάνω από 45 εκατ. δρχ.

Πέρα από αυτό, στα μεγάλα προγράμματα  ανοίγουν ευκαιρίες σε υπαλλήλους (ακόμα και υπηρεσιών  του Υπουργείου Παιδείας) για πρόσθετες αμοιβές, με συμβάσεις! Σε εγκυκλίους κεντρικών υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ εντοπίζει κανείς, συχνά, ονόματα υπηρεσιακών παραγόντων που αμείβονται, με σύμβαση έργου, ακόμη και για τις συμβατικές τους υποχρεώσεις που, θεσμικά, έχουν! Ας αφήσουμε κατά μέρος το πρόβλημα, εάν και κατά πόσο δημόσιος υπάλληλος μπορεί εύκολα να προσφέρει ουσιαστικό έργο όταν έχει αντικείμενο π.χ. την «υποστήριξη δικτύου φοίτησης τσιγγανοπαίδων στο σχολείο». Τα μεγάλα προγράμματα προσφέρουν, ακόμη,  την «πολυτέλεια» για συμβάσεις μεγάλου αριθμού ανέργων ή και εργαζομένων, με συμβάσεις ιδιοφυούς επινόησης, όπως «παρακολούθηση παραγωγής διδακτικού υλικού», «σχεδιασμός και μερική παραγωγή ιστοσελίδας»!  Τα διακυβεύματα  είναι, προφανώς, πολλά, υλικά και συμβολικά. Έτσι,  μπορούμε να εξηγήσουμε την ιδιαίτερη σπουδή, επιμέλεια και προστασία που τα Πανεπιστήμια προσφέρουν στην υλοποίηση και διαχείριση των μεγάλων, από άποψη προϋπολογισμού, προγραμμάτων. Γενικώς, τα «μεγάλα» προγράμματα, είναι, συνήθως, «αδιάβροχα» και «αλεξίσφαιρα» στον ουσιαστικό ακαδημαϊκό και κοινωνικό προληπτικό έλεγχο.
Οι Επιτροπές Ερευνών(ΕΕ), κατά τεκμήριο, δεν ενδιαφέρονται για τη διαμόρφωση ερευνητικής πολιτικής ιδρύματος! Πολύ περισσότερο, οι ΕΕ δεν ενδιαφέρονται για διαμόρφωση ιδρυματικής εκπαιδευτικής πολιτικής για την ένταξη π.χ. των τσιγγανοπαίδων στο σχολείο. Αφήνει, επομένως, το πεδίο ανοικτό για ατομικές πρωτοβουλίες μελών ΔΕΠ. Από αυτή την άποψη, τα ζητήματα συνέργειας /συμπληρωματικότητας, αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας των δράσεων ενός προγράμματος δεν εμπίπτουν στο πεδίο ενδιαφέροντος της ΕΕ. Από την προσωπική μου ενεργό εμπλοκή στη λειτουργία της ΕΕ στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, για πολλά χρόνια, διαπίστωσα ότι σπάνια εκδηλώνονταν ενδιαφέρον για αυτά τα ζητήματα. Είναι ως εάν το Πανεπιστήμιο να  ενδιαφέρεται, κυρίως, για την εξασφάλιση προγραμμάτων με πολύ υψηλούς προϋπολογισμούς, τις ανάλογες εισφορές και τη «χρηστή» διαχείριση των κονδυλίων. Άραγε η χαμηλή ή η ανύπαρκτη «συνέργεια» ανάμεσα σε συναφή/διαδοχικά προγράμματα δεν είναι και υπόθεση « μη χρηστής» διαχείρισης κονδυλίων;
 Όταν οι προϋπολογισμοί είναι μεγάλοι, είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς όλες τις πτυχές του, κυρίως αυτές που δεν έχουν κεντρική θέση. Μια τέτοια πτυχή, που εκ πρώτης όψεως μοιάζει να είναι μικρής σημασίας, είναι τα ταξίδια και οι μετακινήσεις συνεργατών. Δεν είναι εύκολο να διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχουν π.χ. ταξίδια που γίνονται, επειδή, απλώς, καταγράφονται στα «ημερολόγια κίνησης» και στα αντίστοιχα «εξοδολόγια». Είναι, δηλαδή, εικονικά και γίνονται για την είσπραξη των υποτιθέμενων δαπανών. Κάποτε, οι δαπάνες αυτές, όταν τις προσθέσεις μας κάνουν ιλιγγιώδη αθροίσματα και «θησαυρίσματα» για ένα μόνο «ταξιδιώτη». Κάποτε, σε ΕΕ, είχε διαπιστωθεί-τυχαία και παρά τον έλεγχο που είχαν κάνει οι αρμόδιοι υπάλληλοι- ότι επιστημονικός υπεύθυνος, σε ένα μεγάλο πρόγραμμα, με βάση τα παραστατικά δαπανών (μετακίνησης, διαμονής και εκτός έδρας αποζημίωσης, ώρες διδασκαλίας) που είχε καταθέσει, είχε  ταξιδέψει τις ίδιες ημερομηνίες, σε τρεις διαφορετικούς προορισμούς. Η ΕΕ ανέθεσε σε μια τριμελή επιτροπή τη σχετική διερεύνηση. Με το «πόρισμα» που έγινε  καλούνταν το μέλος ΔΕΠ, απλώς,  να επιλέξει μία μόνο διαδρομή και προορισμό και να αποσύρει τις άλλες!  Είναι προφανές ότι δεν πρόκειται για ανέκδοτο. Έχουμε να κάνουμε  με  μια  ιδιότυπη συμβουλευτική προστασία.
Τα εκλεγμένα, δηλαδή, μελή της  ΕΕ, στην καλύτερη περίπτωση, γίνονται άμισθοι σύμβουλοι πανεπιστημιακών που είναι επιστ. υπεύθυνοι προγραμμάτων με υψηλούς προϋπολογισμούς! Ό τι ακολουθεί δεν είναι ανέκδοτο: Πανεπιστημιακός είχε δύο προγράμματα με πολύ υψηλούς προϋπολογισμούς. Μέσα στην πληθώρα των σχετικών αιτημάτων που είχε να εξετάσει η ΕΕ ήταν και δύο αιτήματα για έγκριση ετήσιας σύμβασης με αρκετά υψηλή αμοιβή, της τάξεως των 30.000 περίπου ευρώ. Το πρώτο πρόβλημα  που διαπιστώθηκε ήταν ότι οι εν λόγω συμβάσεις αφορούσαν τα δυο του παιδιά και  δεν ήταν δυνατόν να γίνει με απ ευθείας ανάθεση η σύμβαση. Έπρεπε να προηγηθεί ανοικτή πρόσκληση ενδιαφέροντος. Το δεύτερο πρόβλημα που διαπιστώθηκε ήταν ότι τα βιογραφικά τους δεν αντιστοιχούσαν στο υπό ανάθεση έργο. Έγινε, πράγματι, πρόσκληση ενδιαφέροντος, μέσω του διαδικτύου. Οι μόνοι ενδιαφερόμενοι που εμφανίστηκαν ήταν τα δυο παιδιά του. Το αντικείμενο των συμβάσεων, εν τω μεταξύ, είχε προσαρμοστεί έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στα τυπικά τους προσόντα!
Δεν είναι να απορεί κανείς που ο εκάστοτε επιστημονικός υπεύθυνος των προγραμμάτων, που διαχειρίζονται οι Ειδικοί Λογαριασμοί  Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ), ως συνήθως, είναι ο ανεξέλεγκτος υπέρτατος «άρχων», στο όνομα της «ειδικής» γνώσης και της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Από αυτόν εκπορεύονται όλες οι εντολές και οι «βεβαιώσεις». Δύσκολα θα εντοπίσει κανείς πρόχειρο ή ανοικτό μειοδοτικό διαγωνισμό που να μην είναι ο πρόεδρος της επιτροπής με δύο άλλους σταθερούς στενούς και «πιστούς» του συνεργάτες. Το ενδιαφέρον είναι ότι, σε περίπτωση καταλογισμού ευθυνών, αιφνιδίως, ο επιστημονικός υπεύθυνος «νίπτει τας χείρας του». Την ευθύνη την έχει(!) το Πανεπιστήμιο που αναλαμβάνει να «βγάλει τα κάστανα απ τη φωτιά». Αυτό, έτσι, γενικώς και αορίστως,  ως «τελικός δικαιούχος», ευθύνεται για όλα.
Όπως ήδη έχουμε υποστηρίξει σε προηγούμενο κείμενό μας, τα μεγάλα προγράμματα εκτεταμένης εφαρμογής μέτρων εκπαιδευτικής πολιτικής, όπως π.χ. Προγράμματα «καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού μαθητών από την εκπαίδευση» δεν είναι δυνατόν να αφήνονται στην αποκλειστική ακαδημαϊκή (θεωρητικός προσανατολισμός) και διαχειριστική δικαιοδοσία ενός μέλους ΔΕΠ (προσλήψεις, συμβάσεις, εντολές πληρωμών, παραλαβή παραδοτέων, κ.α.). Τα  προγράμματα είναι «ιδρυματικά», από τη σύλληψή τους και την προκήρυξή τους. Από αυτή την άποψη, θα έπρεπε να διέπονται από τις θεσμικές δεσμεύσεις λειτουργίας των αρμόδιων οργάνων (Τομέα, Εργαστηρίου, Τμήματος, Συγκλήτου). Σε ένα πρόγραμμα ιδρυματικό δεν είναι δυνατόν να εξουσιοδοτείται εν λευκώ ο επιστημονικός υπεύθυνος. Το πρόβλημα είναι ότι τα πανεπιστήμια τα ενέταξαν μεν για τις εισφορές τους στις ΕΕ αλλά δεν ενδιαφέρθηκαν να την προστασία του ιδρυματικού τους χαρακτήρα.
Στην περίπτωση μεγάλων προγραμμάτων, να μη ξεχνάμε τον «διαγκωνισμό» -ανταγωνισμό, ανάμεσα σε πανεπιστημιακούς διαφορετικών πανεπιστημίων, όταν αυτά τα προγράμματα δε δίνονται με απ ευθείας ανάθεση. Δεν είναι, δα, πως οι ανοικτές προσκλήσεις ενδιαφέροντος (που απευθύνονται ρητά προς τα τριτοβάθμια ιδρύματα-και όχι σε μέλη ΔΕΠ) δεν έχουν τα δικά τους  «παρατράγουδα». Παρά τις ανοικτές προσκλήσεις, δε λείπουν οι παρασκηνιακές  ενέργειες ασύλληπτης επινόησης.  Αν δεχτούμε τα παραπάνω, είναι πιθανόν, τα μεγάλα προγράμματα να είναι εκτεθειμένα σε ένα «ναρκοπέδιο» πολλαπλών και αντιφατικών συμφερόντων, μέσα και έξω από τα Πανεπιστήμια, με τη διαμεσολάβηση του ίδιου του χρηματοδότη.
Και η παρακολούθηση των προγραμμάτων;
Θα χρησιμοποιήσουμε ως ενδεικτική περίπτωση το πρόγραμμα «Εκπαίδευση των παιδιών Ρομά» για να αναδείξουμε τους πολλούς σκοπέλους που αντιμετωπίζουν αυτού του είδους τα προγράμματα όταν εντάσσονται στα Πανεπιστήμια. Όπως έχουμε υποστηρίξει, το συγκεκριμένο πρόγραμμα, αν και φέρει, κατά καιρούς, διαφορετικούς τίτλους είναι ένα.  Διαρκεί ήδη 17 χρόνια (1997-2014). Έχει κάνει μια περίεργη διαδρομή, αν λάβουμε υπόψη ότι έχει ανατεθεί, τμηματικά ανάλογα με τις γεωγραφικές περιφέρειες (με εξαίρεση την περίοδο 1997-2014), σε   πέντε διαφορετικά πανεπιστήμια της χώρας (Πανεπιστήμια Ιωαννίνων, Θεσσαλίας, ΕΚΠΑ, ΑΠΘ και Πατρών). Αυτή η περιπλάνηση και ο κατακερματισμός, κατά τη γνώμη μας, έχουν προσδιορίσει καθοριστικά την απήχησή του, τη συνέργειά του και την αποτελεσματικότητά του.  Θα ανέμενε κάποιος ότι ένα πρόγραμμα που εφαρμόζεται για 17 ολόκληρα χρόνια, με πολύ υψηλούς προϋπολογισμούς (περίπου, ένα δις. δρχ. για το 1997-1999  και πάνω από 40 εκ. ευρώ, στη συνέχεια), να έχει δημιουργήσει και να έχει εγκαθιδρύσει τις απαραίτητες βιώσιμες  δομές στην εκπαίδευση για την υποστήριξη της σχολικής  φοίτησης των παιδιών Ρομά  και να έχει παραγάγει, σε συνέργεια με τα άλλα προγράμματα,  εκπαιδευτικό υλικό, μεθοδολογία, τεχνογνωσία και κουλτούρα περιεκτικής εκπαίδευσης στο ελληνικό σχολείο. Οι εκπαιδευτικές εφαρμογές διαρκούν πολλά χρόνια. Τα κονδύλια  είναι πολλά.  Οι συνεργάτες, πανεπιστημιακοί, ερευνητές, συγγραφείς, παιδαγωγοί, μεσολαβητές, κ.α. αναρίθμητοι…
Φαίνεται ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα κατακερματίστηκε, με την ευθύνη και της ΕΥΔ ΕΠΕΑΕΚ, με αποτέλεσμα να περιπλανιέται και να «ταξιδεύει», από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο, χωρίς να αποκτήσει τα θεσμικά χαρακτηριστικά του «ιδρυματικού» Μαζί του ή γύρω από αυτό, περιφέρονταν, αφομοιώνοντας και  αναπαράγοντας σιωπηρά ομόλογους τρόπους της Τσιγγάνικης κουλτούρας, πανεπιστημιακοί, ερευνητές, αξιολογητές, εξωτερικοί εμπειρογνώμονες (εσωτερικού και εξωτερικού), επιμορφωτές, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, προμηθευτές (γραφικής ύλης, Η/Υ, οπτικοακουστικών, μουσικών οργάνων, βιβλιοπώλες, κ.α.), στενοί φίλοι, εκδότες,  διαμεσολαβητές, δακτυλογράφοι, πληροφορικοί, εμψυχωτές, δημοσιογράφοι, διαχειριστές, γραμματείς, συγγραφείς, μουσικοδιδάσκαλοι, δάσκαλοι και δασκάλες, πολλοί δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, οπερατέρ, ελεγκτές, κ. α. Υπήρχαν και («ευάριθμοι») Τσιγγάνοι που εργάστηκαν και εργάζονται για πολλά χρόνια στο πρόγραμμα. Είναι αυτοί που, άθελά τους, αξιοποιήθηκαν για να προσφέρουν την  ελπίδα στους Τσιγγάνους ότι «εδώ κάτι μπορεί να γίνει».
 Όλο αυτό το πλήθος  των εργαζομένων, με τους συντονιστές και τους επόπτες τους, πώς να τους ευαισθητοποιήσει κανείς, μέσα σε όλα αυτά, τις συμβάσεις, τα παραδοτέα και τους ελέγχους,  ώστε να πετάξουν τα «χειρουργικά αποστειρωμένα γάντια» τους, όταν πλησιάζουν στους  καταυλισμούς των « ‘ανέγγιχτων’ που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα». Διευθυντής σχολείου μου έλεγε πως πολλοί νέοι, στην ηλικία, συνεργάτες φοβούνται να πλησιάσουν στους καταυλισμούς. Θύματα ενός αθεράπευτου «φοβικού ρατσισμού»! Να ευθύνονται, άραγε, οι επικεφαλής που, χρόνια τώρα, υιοθετούν μια μεθοδολογία διαπολιτισμικής παιδαγωγικής «εξ αποστάσεως»; Είναι αυτή που δεν ευνοεί και δεν εμπνέει ώστε οι συνεργάτες να συνάπτουν ουσιαστικές σχέσεις με αυτούς που υποτίθεται ότι θέλουν να προσελκύσουν στο σχολείο. Πώς, όμως, μπορούσαν να κάνουν ουσιαστικές σχέσεις εγγύτητας, αφού «…ποτέ δεν τους κάλεσαν σπίτι τους να φάνε μαζί το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα, που ποτέ δεν έβαλαν τα παιδιά τους να παίξουν με τα παιδιά τους… Δεν τους είδαμε ποτέ στους γάμους και στις κηδείες των τσιγγάνων, δεν τους συναντήσαμε ποτέ στις εκδηλώσεις και τις κινητοποιήσεις για τα δικαιώματα…»1. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να καταγράψει κανείς το είδος συμπαράστασης που επιδεικνύουν οι συνεργάτες του προγράμματος στα διάφορα τοπικά επεισόδια διωγμού, αποκλεισμού και κατασταλτικών συμπεριφορών εκ μέρους των αρχών σε βάρος των Ρομά. Υπάρχει κάποιο ρεπορτάζ που να αναφέρεται σε κινητοποιήσεις των Ρομά, με τη συμμετοχή συνεργατών του προγράμματος; Όπως διαβάζουμε «Όποιος δεν έχει ζωντανές παρτίδες με τους τσιγγάνους, είναι δύσκολο να καταλάβει σε τι απροσμέτρητο κοινωνικό βάθος ζούνε. Σε ποιο περιθώριο είναι καταδικασμένοι, τι περιφρόνηση βιώνουν και πόσο σχεδόν αδύνατο είναι  να γίνουν ίσοι με τους «λευκούς» έχοντας να υπερπηδήσουν ένα δαιδαλώδες σύμπλεγμα αποκλεισμών»2. Μήπως, τελικά, η πανεπιστημιακή τήβεννος του πλουσιοπάροχα αμειβόμενου ερευνητή, βοηθού ερευνητή  και επιστήμονα της εξ αποστάσεως διαπολιτισμικής παιδαγωγικής δεν προσφέρεται  για την άρση αυτού  του είδους «περιθωρίου»  και «κοινωνικής περιφρόνησης»; Μια τέτοια εναλλακτική προσέγγιση, βέβαια, δεν προσφέρεται για «τεχνητά» παραδοτέα, συμβάσεις και συμβατικούς  διαχειριστικούς ελέγχους. Είναι περισσότερο υπόθεση που μπορεί να εκφραστεί με αρχές  κοινωνικού ακτιβισμού, κοινωνικής αλληλεγγύης και της κοινωνικής οικονομίας των πραγματικών αναγκών των ίδιων των Ρομά, παρά των ερευνητών, των εμπειρογνωμόνων και των πανεπιστημιακών. Τι σχέσεις μπορούν να κάνουν οι Ρομά  με τα Πανεπιστήμια;
Στα μεγάλα συμβατικά πανεπιστημιακά προγράμματα το παν είναι τα λεγόμενα «Τεχνικά Δελτία ΄Εργου » και η πορεία του «φυσικού αντικειμένου». Κι εδώ τα προβλήματα είναι διαφορετικά και πολλά. Πολλές  οι συμβάσεις. Η γεωγραφική διασπορά των εργαζομένων είναι μεγάλη.  Οι προμήθειες πολλές.  Στα τιμολόγια βρίσκει κανείς πολλά είδη προμηθειών: έπιπλα SATO, κλιματιστικά DAIKIN, κιθάρα ή τουμπερλέκι χειροποίητα, Η/Υ, βιβλία, κ.α.. Τα παραστατικά, συχνά, είναι ελλιπή. Τα παραδοτέα, όταν παραδίδονται, δύσκολα είναι στην ώρα τους. Πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής δεν υπάρχουν ή αν υπάρχουν είναι, συχνά, ανυπόγραφα και χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου. Μηχανισμός πιστοποίησης της ποιότητας των παραδοτέων, ανύπαρκτος. Τα «αναλώσιμα» δύσκολο να κωδικοποιηθούν. Τα «έξοδα προβολής και δημοσιότητας» περιλαμβάνουν ακόμα και γεύματα ή δείπνα.  Τα ταξίδια  αναρίθμητα. Οι τόποι προορισμού πολλοί, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πιο προσφιλείς, για το δικό μου Πανεπιστήμιο,  τόποι είναι η Κέρκυρα, η Αθήνα, η Πάτρα, η Κόρινθος, η Θεσσαλονίκη, η Αμφιλοχία….  Έχω  ταξιδέψει- έχω «τρέξει»- πολύ ο ίδιος, στο πρώτο πρόγραμμα των Τσιγγανοπαίδων, ως συντονιστής επιμόρφωσης και ως επιμορφωτής, την περίοδο 1997-2000. Αντιλαμβάνεται κανείς τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, εφ όσον και αν χρειαστεί να ασχοληθούν συμβουλευτικά, εποπτικά ή ελεγκτικά,  με αυτά τα προγράμματα,  οι Επιτροπές Ερευνών  των Πανεπιστημίων ή οι εξωτερικοί ελεγκτές διαχείρισης. Αλήθεια, τι θα  κάνατε εάν ήσαστε μέλος της Επιτροπής Ερευνών και σας έφερναν μπροστά σας  μια ημερήσια διάταξη με 60 θέματα, χωρίς τους σχετικούς φακέλους μπροστά σας; Έτσι, κι αλλιώς, η παρακολούθηση και ο έλεγχος είναι κι αυτά «εξ αποστάσεως», με βάσεις δεδομένων. Δύσκολα πλησιάζει κανείς τους Ρομά για να μάθει «από πρώτο χέρι», τι απέγινε, μετά από τόσα  προγράμματα για «χάρη» τους!
Σημείωση:1 και 2. Στέλιος Ελληνιάδης, «Μια Τσιγγάνα στον ΣΥΡΙΖΑ, Παραλίγο». Δρόμος της Αριστεράς, Σάββατο,26.4.2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου