Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑΣ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΥΑΓΟΡΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΗΦΑΝΟ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΕΛΛΑΔΑ



Στις 15 Ιανουαρίου 1950, η Εθναρχούσα Εκκλησία Κύπρου πραγματοποίησε Δημοψήφισμα, στο οποίο ο Ελληνικός Κυπριακός λαός ψήφισε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, σε ποσοστό 95,7%.Οι Άγγλοι, όμως, τήρησαν και πάλι αρνητική στάση. Στις 28 Ιουλίου 1954, ο Υφυπουργός Αποικιών, Χένρυ Χόπκινσον, ανέφερε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι η Κύπρος είναι περιοχή με στρατηγική αξία, και γι' αυτό ουδέποτε θα τύχει αυτοδιάθεσης. Η Ελλάδα, με αίτησή της στον Ο.Η.Ε., το 1954, ζήτησε, από τον Οργανισμό, την «Εφαρμογήν, της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης των λαών, στην περίπτωσιν του λαού της Κύπρου». Στις 17 Δεκεμβρίου 1954, η Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. απέρριψε την αίτηση της Ελλάδας. Έτσι, την 1η Απριλίου 1955 ξεκίνησε τη δράση της η Ε.Ο.Κ.Α. Όπως προανέφερα, πολιτικός αρχηγός της υπήρξε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, και Στρατιωτικός ο Γεώργιος Γρίβας, με το ψευδώνυμο Διγενής. Σκοπός της Ε.Ο.Κ.Α. ήταν η απελευθέρωση της Κύπρου και η Ένωσή της με την Ελλάδα. Ο Αγώνας αγκαλιάστηκε απ' όλο το λαό της Κύπρου, κι ανέδειξε αγωνιστές, οι οποίοι με αυταπάρνηση προσέφεραν τη ζωή τους στην πατρίδα, είτε πέφτοντας νεκροί στα πεδία των μαχών, είτε ξεψυχώντας από τα βασανιστήρια, ή δι' απαγχονισμού.



Η τελευταία επιστολή του Ευαγόρα Παλληκαρίδη - Ένας λόγος για την Ελευθερία

Όλα ξεκίνησαν στις 18 Δεκεμβρίου 1956, όταν ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης (1938-1957) μαζί με άλλους δύο συναγωνιστές του μεταφέρουν όπλα και τρόφιμα από τη Λυσό... 

Ξαφνικά βρίσκονται αντιμέτωποι με αγγλική περίπολο. Οι δύο συναγωνιστές του Ευαγόρα καταφέρουν να διαφύγουν, αλλά ο ίδιος συλλαμβάνεται. Στην κατοχή του βρίσκεται ένα οπλοπολυβόλο Μπρεν γρασαρισμένο. Είναι συνεπώς ανέτοιμο για να χρησιμοποιηθεί. Επίσης κουβαλάει 3 γεμάτες γεμιστήρες.
Κατηγορούμενος για κατοχή και διακίνηση οπλισμού, μεταφέρεται στη Λευκωσία και η δίκη ορίζεται για τις 25 Φεβρουαρίου. Στη δίκη του, ο Παλληκαρίδης δεν αφήνει περιθώρια στους δικηγόρους του να τον υπερασπιστούν, αφού παραδέχεται την ενοχή του: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο».

Οδηγείται στο ικρίωμα την 14η Μαρτίου 1957, σε ηλικία μόλις 18 ετών: ο νεαρότερος αλλά και ο τελευταίος αγωνιστής που απαγχονίστηκε από τους Άγγλους.


Αυτή είναι η τελευταία επιστολή του που απευθύνεται στη μεγάλη του αδελφή Γεωργούλα Γ. Ποσπορίδου:

L.S. 8605 SPECIAL LETTER BY ORDER 13/3/1957

Ώρα 7.30 μ.μ. Η πιο όμορφη μέρα της ζωή μου.

Η πιο όμορφη ώρα.
Μη ρωτάτε γιατί.

1
Αγγελούδι δεν είναι
μ’ αγγελούδι όμως μοιάζει
μια μικρή μπεμπεκούλα
δέστε πώς με κοιτάζει!

2
Στην αθώα ματιά της
κάποια αχτίδα πλανιέται
κι’ έν’ αστέρι πανούργο
λες μαζί της γεννιέται.

3
Ναι το ξέρω – καθένας μας
έτσι αθώος γεννήθηκε∙
μα… καθένας πλανήθηκε
στα πυκνά τα σκοτάδια
κι’ όταν -φευ- το θυμήθηκε
η καρδιά του ήταν άδεια∙
κι’ ίσως νάταν αργά.

Ναι, όλοι γεννηθήκαμε τόσο αθώοι, όπως η βαφτιστική μου. Κι’ όλοι αλλάξαμε. Λυπάμαι πολύ που δεν πρόλαβα να τη βαφτίσω, μα δεν πειράζει. Μπορείς να το κάμης και συ, και σαν μεγαλώση φρόντισε συ γι’ αυτήν και ρώτησέ την… γιατί έκλαψε όταν την φίλησα;

Τόνομα που θα της δώσης θέλω νάναι πεντασύλλαβο… και να θυμίζη εκείνην, για την οποία ήρθα ώς εδώ. Να θυμίζη εκείνην για την οποία έγραψε ο ποιητής Σολωμός το πιο όμορφο τραγούδι του. Εκείνην, την οποίαν κάθε άνθρωπος επιθυμεί πιο πολύ απ’ όλα.

Κατάλαβες αδελφή μου;

Κατά τα άλλα μη λυπάστε. Ίσως να είναι μια δίκαιη τιμωρία. Ίσως ο Θεός να θέλη να μας δοκιμάση.

Πάντα υπάρχει ελπίδα.

Λυπούμαι που θ’ αφήσω πίσω κάποια πρόσωπα αγαπημένα. Λυπούμαι που θα τα λυπήσω. Μα δεν πειράζει.

Γεια σου, μεγάλη μου αδελφή. Δεν θα γελάσουμε ξανά, λέγοντας πελλάρες. Δεν θα μιλήσουμε ούτε και τα σοβαρά μας.

Το κάθε τι γεννιέται και πεθαίνει.

Τι σήμερα, τι αύριο;
Γεια σας FOR EVER?

Σας φιλώ όλους… γραπτώς και εξ αποστάσεως.

ΕΥΑΓΟΡΑΣ
* «Το κοριτσάκι που αναφέρει ο ήρως –γράφει ο πατέρας του– είναι το έκτον τέκνον του Γεωργίου Χαβάρου και της Νεφέλης Παπαδανιήλ εκ Τσάδας, αδελφής της μητρός του ήρωος.

Το κοριτσάκι εγεννήθη την 12ην Φεβρουαρίου 1956, εποχήν κατά τη οποίαν ο αντάρτης Ευαγόρας μετά των συντρόφων του πολλάκις εφιλοξενήθησαν εις το σπίτι όπου το κορίτσι εγεννήθη.

Ο Ευαγόρας έδωσε λόγον και υπόσχεσιν να βαπτίση το κοριτσάκι και να του δώση το όνομα «Ελευθερία».

Όταν ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης κατεδικάσθη, η θεία του πήγε στας Φυλακάς και τον είδε, παίρνοντας μαζί της και το κοριτσάκι, το οποίον ο ήρως έπιασε και εφίλησε και το κοριτσάκι έκλαψε.

Η αδελφή του Ευαγόρα εβάπτισε το κοριτσάκι και του έδωσε το όνομα Ελευθερία».
ΣΗΜ.: Η επιστολή δημοσιεύεται στον τόμο «Γράμματα μελλοθανάτων», επιμ. Πέτρος Στυλιανού (Εκδ. Αιγαίον, 2010)



ΕΝΑ ΤΟΝ ΕΙΧΕ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ

Τα μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου 1957 ο Ευαγόρας Παληκαρίδης οδηγείται στην αγχόνη. Τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο. Δύο λεπτά αργότερα (14 Μαρτίου) η καταπακτή ανοίγει και ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης περνά στην αιωνιότητα


Σήμερα θυμόμαστε ξανά με εθνικό ρίγος και συγκίνηση και τιμούμε έναν ήρωα και ποιητή, τον 18χρονο Έλληνα Κύπριο μαθητή, Ευαγόρα Παλληκαρίδη, που τα μεσάνυχτα της 13ηςΜαρτίου 1957, ανέβηκε στο ικρίωμα τραγουδώντας την Ελλάδα και την Ένωση. Κι έμεινε Αθάνατος!

Άφησε πίσω του ένα μοναδικό ποιητικό έργο, που μελοποιήθηκε, τραγουδήθηκε και συνεχίζει να τραγουδιέται από όσους Έλληνες επιμένουν να πιστεύουν ότι οι ήρωες της ΕΟΚΑ είναι οι αλατόμητοι νοηματοδότες και φωτοδότες της πορείας μας.

Όσοι ακόμα αισθάνεστε και πιστεύετε ότι το να είσαι Έλληνας είναι ωραίος αγώνας, επιβαλλόμενη αντίσταση, μεγάλη τιμή και περηφάνια, σήμερα ξαναδιαβάστε τα ποιήματα του Βαγορή. Αλλά διαβάστε και ένα ποίημα, που έγραψε το 1957 ο Ρόδιος ποιητής και φιλόλογος, Φώτης Βαρέλης, για την υπέρτατη θυσία του. Θα συγκλονιστείτε!

Σε τούτους τους δύσκολους καιρούς χρειαζόμαστε να θυμόμαστε ξανά και ξανά και να τιμούμε τον ανεπανάληπτο απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ ενάντια στον Εγγλέζο αποικιοκράτη και πώς αξιοπρεπείς λαοί, που σέβονται τον εαυτό τους, ξέρουν να γράφουν και να τιμούν την ιστορία τους.


ΤΟΥ ΒΑΓΟΡΗ

Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα
μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.
Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης του δεμένος,
οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,
η νια που τον ορμήνευε δεν άκ’σε νυχτοπούλι.
Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.
Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,
ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,
και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.
Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.
Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η τρίτη που διαβάζει,
μπαίνει κι η πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.
- Παρόντες όλοι;
- Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.
- Παρόντες, λέει ο δάσκαλος · και με φωνή που τρέμει:

- Σήκω, Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία. 

Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,
αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει
να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη.
- Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος,
στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,
συ, που μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι
και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.
Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα ‘στα κλαμένα νιάτα,
που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,
έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο.

ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια να βρω
τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
~
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς,
τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα
και στις βουνοπλαγιές.
~
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά
θα ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι,
βουνά και ρεματιές.
~
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά,
θα ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει
σε πόλεις και χωριά.
~
Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
~
Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ,
θα μπω σ΄ ένα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη,
δεν θαν αληθινό.
~
Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ
ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο
να κάθεται σ΄ αυτό.
~
Κόρη πανώρια θα της πω,
άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου,
μονάχα αυτό ζητώ.
~*~*~*~*



ΗΡΩΩΝ ΓΗ

Όλη η φύση κοιμάται
Τη ναρκώνει το κρύο
Και 'γω φεύγω λαλώντας
Το στερνό μου αντίο
Και τη μάνα φιλώντας

Τη κοιτάζω να κλαίει
Μάνα μην κλαις της λέω
Μάνα μην κλαις και κλαίω
Κι όλο πάω και τρέχω

και το δάκρυ της σβήνει
για μια μόνο στιγμούλα
και μιαν άλλη μανούλα
την Ελλάδα μας έχω
που όλο κλαίει κι εκείνη

Στου βουνού τη ραχούλα
στ΄ ανθοστόλιστα πλάγια
τη γλυκειά μου μανούλα
ψάχνω να βρω την άγια

και ανεβαίνω ραχούλες
χιονισμένες κορφές
ώσπου να βρω ΗΡΩΩΝ ΓΗ
κι ηρώων μορφές.

~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*
Κι εσείς τραγούδια ηρωϊκά, που όλη μέρα γράφω, θα ξεχαστείτε στα στερνά στην φυλακής τον τάφο. Λυπούμαι που θα χωριστώ την τόση σας παρέα, μ' αφού η μοίτα η σκληρή με πάει αλλού μοιραία. Μα γρήγορα θα βγω ξανά για να σας ανταμώσω και άλλους στίχους συντροφικά και πάλι θα σας δώσω. Κι εσείς λουλούδια κόκκινα, που απ' τους κήπους κλέβω σας αποχαιρετώ γιατί, στη φυλακή μισεύω. Γαρύφαλλα ευωδιαστά γεμίσατε τη γλάστρα, και στέλλετέ μου ευωδιά τη νύχτα με τα άστρα.

~*~*~*~*~

Στίχοι του κύπριου ήρωα-ποιητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη (28 Φεβ. 1938 - 14 Μαρ. 1957):

Ρώτησα τα μάτια που δακρύζουν
κάποια αλήθεια να μου πουν
κλαίνε πικρά να σ' αντικρύσουν
γιατί μπορεί να σ' αγαπούν.

Την Ελλάδα αγαπώ αλλά κι' εσένα
με έναν έρωτα μεγάλο αληθινό,
τα γαλάζια σου τα μάτια τα θλιμμένα
τον καθάριο της θυμίζουν ουρανό.

Ρώτησε εκείνη υπνωτισμένος
μη σε δουν γιατί σιωπούν
το συνιστούν κι' αυτά θλιμμένα
για να σου πουν πως σ' αγαπουν.

Την Ελλάδα αγαπώ αλλά κι' εσένα
με έναν έρωτα μεγάλο αληθινό,
τα γαλάζια σου τα μάτια τα θλιμμένα
τον καθάριο της θυμίζουν ουρανό

.~*~*~*~*~*


.





ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ (Τραγούδι)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου