Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΟΡΤΗ 28ΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ










ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ (Α. Σικελιανός)

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,

ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!

Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,

σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,

σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.

Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!

Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του

ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»


Γυναίκες της Πίνδου (Νικηφόρος Βρεττάκος)

«Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν.

Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν

και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες

κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους

κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,

μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα

κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα

χάνονταν ορθομέτωπες η μιά πίσω απ' την άλλη».



N. Βρεττάκος, Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

Δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,

αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.
…………..
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.


Χάρης 1944-Αναγνωστάκης Μανόλης

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας
Tραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα 'ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα

Aυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές
Xιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας

Mερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.

Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.

Mια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ' αφτί: "Πέθανε ο Xάρης"
"Σκοτώθηκε" ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Kανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο.

Θα 'χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας 
………………..
Aν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη
Ξεχώρισες μια: Eίν' η δική του.

Aνάβει μικρές πυρκαγιές
Xιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας 

Eίν' η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
Π' αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Aλήθεια και στο αίθριο το φως. 

 Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας - Ελύτης Oδυσσέας
Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!

Γιάννης Ρίτσος, «Διακήρυξη, προς το λαό μου και σ’ όλους τους λαούς του κόσμου» (απόσπασμα)

Αδέρφια μου, σήμερα σας μιλάω με λόγια χώματα, σημαίες και αίματα
με το χωνί της λαϊκής οργής ανεβασμένο στο πικρό μας στόμα
Τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι;
Γιατί να διαφεντεύουν οι άλλοι τα δικά μας;
Γιατί ν’ αλλάζουν τη θέση των άστρων μας;
Γιατί να τυφλώνουν τα πράσινα μάτια των δέντρων μας και των παιδιών μας;
Είδαμε πάλι σήμερα τον ήλιο ματωμένο στο πλευρό του κόσμου
σαν την πληγή στο πλευρό του Χριστού απ’ τη λόγχη των βαρβάρων
είδαμε τις φωτεινές μας μέρες υβρισμένες
σαν τις σκισμένες, ποδοπατημένες εικόνες της Παναγίας
είδαμε τις ελιές μας σαν τους κόμπους του λυγμού να φράζουν το λαιμό της χώρας
είδαμε τους ξένους ν’ αλλάζουν το μούστο των αμπελιών μας σε χολή και ξύδι
είδαμε τα πιο ωραία παιδιά μας στα σίδερα
είδαμε κείνες τις καρδιές που φούσκωναν σα μεγάλα καρβέλια ευτυχίας
για να θρέψουν τον κόσμο
είδαμε κείνες τις καρδιές να τις τσαλαπατάνε λασπωμένες μπότες.
Τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι; […]
Ένα παιδί νυστάζει. Θέλει να κοιμηθεί και δεν τ’ αφήνει η πείνα.
Να θυμάσαι τα παιδιά που δεν κοιμούνται.
Κάποτε και μια κούνια πικραμένη που τραμπαλίζεται στην ερημιά της
μπορεί να ‘ναι ένας στόλος οργής σκίζοντας θριαμβευτικά τη Μεσόγειο.
Νύχτα βουβή, νύχτα βαθιά, Ελληνική.
Σκοτάδι ζυμωμένο με τις δόξες των άστρων
ζυμωμένο με τις σφιχτές γροθιές των ελάτων
με το κλάμα των παιδιών, με τη σιωπή των μανάδων, με τις φλόγες των
αιώνων. Σιωπή –
Οι καρδιές δεν ερωτεύονται πια, – ντουφεκίζουν.
Τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι;
Αφήστε μας ήσυχους. Αφήστε μας
να φάμε το ψωμί μας στα γόνατα του κόσμου,
αφήστε μας ν’ αποτελειώσουμε το χαμόγελό μας
να πάμε στον κινηματογράφο της άνοιξης…
Αφήστε μας
να παίξουμε ήσυχα στο βραδινό κατώφλι μας το κομπολόι του γαλαξία
ν’ αποτελειώσουμε το τραγούδι μας με τρεις τελείες αστέρια
στην καρδιά του αδερφού μας.
Αφήστε μας να σουβαντίσουμε το καλοκαίρι μας γαζωμένο από σφαίρες αιώνων
Ν’ ασβεστώσουμε γύρω – γύρω τα όνειρά μας, να κλαδέψουμε τα δέντρα μας
Να φυτέψουμε λουλούδια στις τρύπες των κανονιών
Να μπαλώσουμε τα πληγωμένα μας πουκάμισα, τις παπαρούνες μας, τα δειλινά μας.
Κοιτάχτε – τ’ αλέτρια μας κλαίνε ορφανά στη γωνιά του σπιτιού μας,
άνεργος ο αργαλειός στη μέση της ασβεστωμένης κάμαρας
είναι σαν ένας τετράγωνος θυμός που δεν μπορεί να ονειρευτεί
τα πράσινα χελιδόνια του, τα κόκκινα λουλούδια του, τα κίτρινα ψάρια του.
Κοιτάχτε  τα σφυριά πώς κρέμονται στον αέρα
σαν κόμποι – κόμποι χαλύβδινα δάκρυα πηγμένα μες στην παγωνιά της αδικίας,
τούτα τα δάκρυα είναι βαριά, – προσέχτε – καμιά φορά χτυπάν. Δεν παίζουν.
Αδέρφια μου, τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι;
Να φύγουν, να φύγουν, να φύγουν.
Αν δίναμε τα χέρια, αδέρφια μου. Τι μας χωρίζει;
Κι εσύ κι εγώ το ίδιο πονάμε τούτα τ’ άγια, τούτα τα κλαμένα χώματα,
τούτα τα δοξασμένα χώματα. Τι μας χωρίζει;
Κι εσύ κι εγώ το ίδιο πονάμε αν μας χτυπήσουνε. Πονάμε.
Πονάμε το κουκούτσι της ελιάς μας που ‘ναι ευλογία και για τους δυο μας –
ετούτο το κουκούτσι που ‘ναι σαν τον κάλο της τιμής στο πόδι του Έθνους μας,
κι αν μας πατήσουνε τον κάλο της τιμής το ίδιο και συ και γω τραβάμε το μαχαίρι…
Τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι;
Εμείς κανέναν δεν μισούμε. Αφήστε μας,
ν’ αγαπάμε τον κόσμο, να σας αγαπάμε.
Εμείς άλλον εχθρό δεν έχουμε                       
παρά μονάχα κείνον που δε σέβεται τον Άνθρωπο […]


(Γιάννης Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια, εκδ. Σ. Ε.)

§                      ΚΑΤΑΧΝΙΑ (Αντίσταση)

Όπου σταυροδρόμι και μπλόκο
Όπου πλατεία ,εκκλησιά και μπλόκο
Πιάνουν τους πατριώτες οι κατακτητές
Τους βάζουνε στη σειρά.
Μέσα στις κατακόμβες σφυρίζουν τα συρματόσχοινα.
Και συναντιώνται στις φυλακές
Ο δάσκαλος και το ράσο,
Οι σπουδαγμένοι και οι απλοί,
Άγνωστοι μεταξύ τους,
Συναντιώνται εκεί κι αδερφώνονται.
Έρχονται και φεύγουν με τραγούδια.
Τους παραλαβαίνουν τα εκτελεστικά αποσπάσματα
Κι οι άλλοι ετοιμάζονται
Και οι φυλακές δεν αδειάζουν
Κι όπως αυτοί
Το ίδιο και οι άλλοι
Γράψανε τα ονόματά τους στους τοίχους που μοιάζουν με σελίδες δόξας που κρέμονται πάνω απ τον ουρανό
Και πηγαίνουν κι έρχονται,
Και βλέπουν τα δέντρα για τελευταία φορά,
Και καίγεται το θυσιαστήριο της Καισαριανής!

Νικηφόρος Βρεττάκος


§                     Καταχνιά (απελευθέρωση)

Ήταν σαν ν άνοιξε μια μακριά και πλατιά λεωφόρος που φώτιζε ο Ήλιος….
Κι όπως τα πλήθη πορεύονταν κατά κύματα
Έμοιαζαν οι σημαίες με ποτάμι πολύχρωμο.
Κουνιόταν η λεωφόρος που οδηγούσε προς την ειρήνη
Κι ακούγονταν οι καρδιές
με τις καμπάνες και με τις σάλπιγγες.
Και η βουή ολοένα μεγάλωνε, γιατί ακούγονταν και οι καρδιές:
ΠΟΤΕ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΙΑ……
ΠΟΤΕ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΙΑ!!!!!!!!!!

Νικηφόρος Βρεττάκος


  •                      Οκτώβρης 1940
Ανοίγουν τα παράθυρα,
κι όσοι μένουν χαιρετούν αυτούς που φεύγουν
και φεύγουν όλοι.
Γέμισαν οι πόλεις τύμπανα και σημαίες.
Ορθή η αυγή σημαιοστολίζει τα όνειρά μας
κι η Ελλάδα λάμπει μες τα φώτα των ονείρων μας.
Ο ήλιος πλυμένος
με το καθάριο πρόσωπο στραμμένο στον άνθρωπο,
χαιρετάει τους δρόμους που τραβούν στη μάχη.
Αυτοκίνητα περνούν γεμάτα πλήθος.
Αποχαιρετιούνται στις πόρτες και γελάνε,
ύστερα ακούγονται τ άρβυλα στην άσφαλτο,
το μεγάλο τραγούδι των αντρίκιων βημάτων
που μικραίνει και σβήνει στο βάθος του δρόμου,
ως το βραδινό σταθμό με τα χαμηλωμένα φώτα.
Εκεί τα τρένα περιμένουν
σφυρίζουν για λίγο έξω απ την πόλη,
ακούγονται οι αποχαιρετιστήριοι πυροβολισμοί
κι ύστερα όλα σωπαίνουν και περιμένουν.
Διαβάζουμε τα τελευταία παραρτήματα:
Νικούμε. Νικούμε.
Πάντα νικάει το δίκιο!
Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος.
Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο.
Μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα.

Γιάννης Ρίτσος
Αθήνα, Νοέμβρης 1940


§                     28η Οκτωβρίου 1940

Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε: Ακόμα ένα εικοσιένα! Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, οπού αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα……… Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων! Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου! Και μαζί, ω γιγάντια, πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία, ..Ν ι κ η τ έ ς, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, πρωτοπόροι της πνευματικής ανάπλασης ολόκληρης της γης!


Άγγελος Σικελιανός Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940
(Δημοσιεύθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1940 στο περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 334)

§                     Οι γυναίκες της Πίνδου

« Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν.
Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιό πηγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ’ αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μιά πίσω απ’ την άλλη ».


Νικηφόρος Βρεττάκος

§                     16 Απρίλη 1934 – 14 Δεκέμβρη 1940

Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: « έχουμε πόλεμο ». Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι έφυγα αμέσως.


Γιώργος Σεφέρης Μέρες Γ΄

§                     Προς το καθήκον

Σειρήνες και κωδωνοκρουσίες. Δευτεριάτικο πρωινό. Ανήσυχες μορφές στα παράθυρα. Κοιτάζονται οι γείτονες, συνεννοούνται με το βλέμμα, και μένουν σύμφωνοι. Τα πάντα για την τιμή. Δεν είναι η μανία του πολέμου που τους εμπνέει, δεν είναι το πάθος της περιπέτειας. Είναι η συναίσθηση της αξιοπρέπειας. Όταν αυτή είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους, τότε το τροπάριο της ειρηνοφιλίας διακόπτεται. Όχι από αγάπη προς τον πόλεμο. Από αγάπη προς αυτή την ειρήνη. Γιατί τίποτα δεν εξυπηρετεί την ειρήνη χειρότερα από την καλοπροαίρετη διάθεση των λαών να δέχονται ραπίσματα. Κακός είναι ο πόλεμος….


Παύλος Παλαιολόγος
(Από την εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» της 29 ης Οκτωβρίου 1940)


§                     ΄Aσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας

….Τώρα χτυπάει πιο γλήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
-του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:


Ελευθερία.
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο:
Ελευθερία
-για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος.
Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στα νερά,
καράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες…..
….Παιδιά! Δεν είναι άλλη γη ωραιότερη!…
….Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
ολοένα εκείνος ανεβαίνει…
….Πουλιά τον χαιρετούν – του φαίνονται αδερφάκια του!
Άνθρωποι τον φωνάζουν – του φαίνονται συντρόφοι του.
“Πουλιά, καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!”
“Σύντροφοι, σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!”


Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του…
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο:
Αύριο, αύριο, αύριο, το Πάσχα του Θεού!

Οδυσσέας Ελύτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου