Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Λογοτεχνικό αφιέρωμα στον Μενέλαο Λουντέμη

Ιουλίου 15, 2013 από seisaxthiablog


Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας…


Λογοτεχνικό αφιέρωμα
(Μέρος Πρώτο)
1. Από τη Γιάλοβα στη Γαύδο!
του Δημήτρη Δαμασκηνού
Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τη γέννηση του πολυγραφότατου αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, πολιτικού πρόσφυγα και προοδευτικού λογοτέχνη Μενέλαου Λουντέμη (1912 – 22 Ιανουαρίου 1977), κατά κόσμον Δημήτριου (Τάκη) Βαλασιάδη, που σύμφωνα με το Βασίλη Βασιλικό, «θεωρείται ο πιο πολυδιαβασμένος Έλληνας έπειτα από τον Νίκο Καζαντζάκη» (1). Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» (2) διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70.
Παρ’ όλα αυτά κανένα αφιέρωμα ή επετειακή εκδήλωση δεν έχει μέχρι σήμερα προγραμματιστεί, ενώ η μάλλον εμπαθής αποκαθήλωση του συγγραφέα από τον λογοτεχνικό Παρνασσό ως… «ξεπερασμένου» αποτυπώνεται και από το γεγονός πως στα σχολικά βιβλία των τάξεων Γυμνασίου – Λυκείου δεν υπάρχει ούτε μια σελίδα από το πολυσχιδές έργο του, το οποίο καλύπτει τις κατηγορίες της πεζογραφίας (μυθιστόρημα και διήγημα), της ποίησης, του θεάτρου-σεναρίου, του δοκιμίου, της σάτιρας, της ταξιδιωτικής και παιδικής λογοτεχνίας, τέλος του ντοκουμέντου.
Βέβαια δεν επιφύλαξαν οι κύκλοι του «Υπουργείου της Διά Βίου Αμάθειας» μόνο στον Μενέλαο Λουντέμη αυτή την «τύχη» αλλά και σε όλη την έξοχη γενιά των πνευματικών δημιουργών της αντίστασης, ώστε να ταφεί η πραγματική ιστορία της κι όπου δεν είναι αυτό μπορετό, να αλλοιωθεί, να απονευρωθεί, αν είναι δυνατό να ξαναγραφεί στα μέτρα των κυριάρχων. Η μνήμη «κατασκευάζεται» κι αυτό γίνεται εύκολο, όταν η πραγματική ιστορία δεν περνάει μέσα από τα σχολικά βιβλία (3).
Για τον Μενέλαο Λουντέμη απουσιάζει, επίσης, οποιαδήποτε αναφορά σε αρκετές «δημοφιλείς» γραμματολογίες της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σαν να μην υπήρξε ποτέ ο λογοτέχνης ή σαν να μην αξίζει η συνεισφορά του στα ελληνικά γράμματα ούτε την δημόσια απόρριψη ή αποκήρυξη.
Τιμητική εξαίρεση στη γενική απαξία συνιστά για το 2011 η θεατρική διασκευή από τον Λάκη Λαζόπουλο του τρυφερού, ουμανιστικού μυθιστορήματος «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» για το ΚΘΒΕ (4).
Πέραν ωστόσο των «επωνύμων» το έργο του Μ. Λουντέμη είναι ιδιαίτερα αγαπητό στο αναγνωστικό κοινό, στους φίλους των γραμμάτων, στους αγωνιστές της δημοκρατίας και τους προοδευτικούς ανθρώπους στον τόπο μας, αν κρίνει κανείς τουλάχιστον και από τις συνεχείς επανεκδόσεις των σημαντικότερων κειμένων του. Είναι από αυτήν την άποψη χαρακτηριστικό πως στη Γ’ Πανελλήνια Έρευνα Αναγνωστικής Συμπεριφοράς και Πολιτιστικών Πρακτικών που παρήγγειλε το ΕΚΕΒΙ και διενήργησε για λογαριασμό του η Metron Analysis από τον Νοέμβριο ως τον Δεκέμβριο του 2010 και στην ερώτηση «θα μπορούσατε να μου αναφέρετε δύο ονόματα συγγραφέων των οποίων τα βιβλία σας επηρέασαν καθοριστικά ή άλλαξαν τη ζωή σας», οι συμμετέχοντες στην έρευνα απάντησαν με την εξής σειρά: Νίκος Καζαντζάκης (6%), Πάολο Κοέλιο (3%), Μενέλαος Λουντέμης (3%), Αλ. Παπαδιαμάντης (2%), Λένα Μαντά (2%), Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (2%) (5).
Ποιος ήταν, όμως, ο Μενέλαος Λουντέμης, ποια η συνεισφορά του στα ελληνικά γράμματα και η λογοτεχνική αξία του έργου του σήμερα, θα προσπαθήσουμε με κριτικό πνεύμα να ιχνηλατήσουμε στο αφιέρωμα που ακολουθεί δίνοντας έμφαση στις πηγές και τα κείμενα.
***
Ο Λουντέμης γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Ανατολικής Θράκης το 1912 (6). Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε από τον ποταμό Λουδία (Ludias) της μετέπειτα πατρίδας του (7).
Ήταν το μοναδικό αγόρι από τα πέντε παιδιά του Γρηγόρη Μπαλάσογλου (που με την εγκατάσταση του στην Ελλάδα έγινε Βαλασιάδης) και της Δόμνας Τσουφλίδη.
Πρόσφυγας από την Γιάλοβα μετά την τυχοδιωκτική μικρασιατική εκστρατεία και τον βίαιο εκπατρισμό του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, εγκαθίσταται με την οικογένεια του πρώτα στην Αίγινα, μετά στην Έδεσσα (8) και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας, στο οποίο έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 που έφυγε για την Κοζάνη.
Η οικογένεια του ήταν εύπορη, αλλά χρεωκόπησε κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του πρώτα σε εργοστάσιο τούβλων, έπειτα ως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας, ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού. Στην Δ’ τάξη του – εξατάξιου τότε – Γυμνασίου «απεσύρθη» για πολιτικούς λόγους όπως σημειώνεται στο Γενικό Έλεγχο του σχολείου και απεβλήθη απ’ όλα τα Γυμνάσια της χώρας.
Οι πολιτικοί λόγοι ήταν η στράτευση του με την αριστερά και τη δράση του μέσα από τις γραμμές του Κ.Κ.Ε. Ήταν η περίοδος του Μεσοπολέμου που η αστική τάξη, θωράκιζε την εξουσία της αφενός θεσμοθετώντας το «ιδιώνυμο» (9) και προβαίνοντας σε απηνή διωγμό της αριστεράς και των αγωνιστών της και αφετέρου κάνοντας μια αγωνιώδη απόπειρα πνευματικής και ιδεολογικής ανασύνταξης, προσπαθώντας δηλαδή να κλείσει το ρήγμα του κατεστραμμένου εθνισμού μετά τη μικρασιατική καταστροφή και τη συνακόλουθη κατάρρευση της «Μεγάλης Ιδέας». Γι’ αυτό στο μήνυμα της κοινωνικής αλλαγής θα αντιπαραθέσει το εξής δογματικό τρίπτυχο: «αντικομμουνισμός-εθνικισμός-ελληνοκεντρισμός» (10). Θύμα αυτής της πολιτικής ήταν –ανάμεσα σε πολλούς βέβαια αγωνιστές- και ο νεαρός Μενέλαος Λουντέμης που είδε τη φτώχεια, την ταλαιπωρία, τις φυλακές και τις εξορίες να τον συντροφεύουν από τα πρώτα του βήματα.
Στα 1933 ο Μενέλαος Λουντέμης εξορίζεται για τη δράση του στη Γαύδο. Εκείνη την εποχή η Γαύδος, όπου «σπανίζουν οι άνθρωποι και τα ζα και τα δέντρα» (11), «αυτό το ξερονήσι που παράγει μόνο θανατηφόρους σκορπιούς, που πέθαναν αρκετοί κομμουνιστές από την πείνα, τις στερήσεις και τις αρρώστιες και δίκαια ονομάστηκε νησί του θανάτου» (12), ήταν ένας από τους κυριότερους και χειρότερους τόπους εξορίας τη δεκαετία του ’30. Το 1931-32, άλλωστε, ήταν εκεί ο Θαν. Κλάρας (ʼρης Βελουχιώτης) και ο Ανδρέας Τζήμας (Σαμαρινιώτης) και το ’34-35 πολλοί επιφανείς αγωνιστές του κομμουνιστικού κινήματος, όπως οι Μήτσος Παρτσαλίδης, Μιλτ. Πορφυρογένης, Β. Μπαρτζιώτας.
Μάλιστα υπάρχει μαρτυρία του Τάκη Φίτσου πως συνάντησε συνεξόριστό του στη Γαύδο το 1933 τον νεαρό τότε Μενέλαο Λουντέμη: «Πάμε στη Γαύδο! Στο Λιβυκό πέλαγος». Ό,τι ήταν αργότερα η Γιούρα (τηρουμένων των αποστάσεων και αναλογιών). Τι τραβούσαν εκεί οι εξόριστοι, πού να το συλλάβει ο νους μας! Δεν «τραβούσαν» απλώς, πέθαιναν. Ήτανε κόλαση!.. Πριν φτάσουν εκεί, έπρεπε να περάσουν από το Καθαρτήριο στα Σφακιά. Να ζήσουν δυο – τρεις μέρες (ευτυχείς αν ήταν μόνον ώρες) στην Αστυνομία στ’ Ασκήφου. Να ταφούν ζωντανοί εφτά οργιές κάτω απ’ τη γη. Μέχρι να τους ανεβάσουν στον Απάνω κόσμο. Για να τους πάρει το πλεούμενο και να τους «ξεβράσει» στο ερημονήσι. Από τους πρώτους στη Γαύδο ο Φίτσος, όπως και ο Κλάρας και πολλά άλλα στελέχη επώνυμα (…) υπάρχει ένα σπουδαίο ιστορικό ντοκουμέντο, ένα συγκλονιστικό γραπτό κείμενο, ένα βιβλίο 25 σελίδων, το ρεπορτάζ του Τάκη Φίτσου με τίτλο «ΣΤΗ ΓΑΥΔΟ – ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ». Τέτοιο κείμενο είναι σπάνιο είδος (…)
Ο Φίτσος ήταν ο πρώτος. Ύστερα θα ’ρθουν ο Θέμος Κορνάρος, ο Μενέλαος Λουντέμης κ.ά. Το ρεπορτάζ φέρει ημερομηνία 15 Μάη 1933 και καταλήγει με έκκληση για Αμνηστία (13).
Πολύτιμη πηγή για τη ζωή των εξορίστων στη Γαύδο είναι, επίσης, το εξαιρετικό -ως μαρτυρία και ως λογοτέχνημα- αφήγημα του Μπερτ Μπερτλς «Εξόριστοι στο Αιγαίο». Ο αυστραλός δημοσιογράφος ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1935-36 και επισκέφθηκε την Ανάφη και τη Γαύδο. Στο «νησί του θανάτου» βρίσκει δεκατρείς εξόριστους (επί Κονδύλη είχαν αυξηθεί σε 60). Κατοικούσαν σε ένα κτίσμα που είχαν κτίσει οι ίδιοι το 32-34, το επονομαζόμενο από τους λιγοστούς κατοίκους και «παλάτι»… Στην Ανάφη, όπου φτάνει έπειτα από ταξίδι που διήρκεσε τρεις μέρες και τέσσερις νύχτες, συναντά τους 35 εξόριστους -ανάμεσά τους και δυο γυναίκες- και, όπως και στη Γαύδο, ζει μαζί τους, μοιράζεται το φαγητό, το δάγκωμα των κοριών και των ψύλλων, τις συζητήσεις και την αγωνία τους, περιγράφει και καταγράφει περιστατικά, ονόματα και προσωπικές ιστορίες (14).
O Μενέλαος Λουντέμης, ωστόσο, δεν κάμπτεται από τα εμπόδια. Παρά το γεγονός ότι ήταν αδύναμος και ελαφρά κουτσός (μια πληγή δεμένη σε γύψο που άργησε να βγει, άφησε ατροφικό το ένα του πόδι), είχε ωραίο πρόσωπο και μια προμηθεϊκή σπίθα στην ψυχή του, που τη φλόγιζε απύθμενη φιλοδοξία. Έλεγε και ξανάλεγε στους δικούς του: «Εγώ θα γίνω συγγραφέας, θα δοξαστώ στην Ελλάδα!». Αποτελεί μοναδικό φαινόμενο αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου συγγραφέα στα γράμματά μας. Προικισμένος με γνήσιο πολύπλευρο ταλέντο και μεγάλη ακαταμάχητη θέληση κατόρθωσε όσο κανείς άλλος να κατανικήσει τα εμπόδια και τα χτυπήματα της αχάρητης ζωής του. Δούλεψε κάτω από συνθήκες που μόνο ένα δυνατό ταλέντο σαν το δικό του θα μπορούσε να αντιμετωπίσει, χωρίς να καμφθεί (15).
Υποσημειώσεις:
(1) «Πολιτισμός: Μενέλαος Λουντέμης» από τη Δημοτική Επιχείρηση «Καταρράκτες Έδεσσας» (ΔΕΚΕ).
(2) Στα «βήματα» του Μέλιου… Βασισμένη στο σπουδαίο, αυτοβιογραφικό έργο του Μενέλαου Λουντέμη «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», ήταν η ομότιτλη μουσική παράσταση που παρουσιάστηκε σε πρώτη εκτέλεση (20, 21/11/2009, 8.30μμ), στην αίθουσα «Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, σε μουσική Γιώργου Βούκανου, κείμενα – σκηνοθεσία Γιάννη Βόγλη και στίχους Μαίρης Βούκανου. Το «Νεανικό Πλάνο», επίσης, σχεδίαζε το 2008 να περάσει στην κινηματογραφική παραγωγή με αρχή το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη, με σενάριο – σκηνοθεσία Δ. Σπύρου, σε διεθνή συμπαραγωγή (Ελλάδα-Καναδάς-Βουλγαρία).
(3) Και βέβαια δεν είναι μόνο η παραγνώριση του έργου του Μενέλαου Λουντέμη. Μακριά η Ρόζα Ιμβριώτη, η Ρίτα Μπούμη – Παπά, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η Έλλη Αλεξίου, η Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη και τόσες άλλες. Ίδια αντιμετώπιση έχει και ο Θέμος Κορνάρος, ο Νίκος Καρβούνης, ο Φώτης Αγγουλές, ο Γεράσιμος Σταύρου, ο Ζήσης Σκάρος, ο Θράσος Καστανάκης και βέβαια ο Βασίλης Ρώτας, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Χάρης Σακελλαρίου και μια πλειάδα άλλων νεότερων που πλούτισαν τη λογοτεχνία της Αντίστασης.
(4) Βλ. Έφη Μαρίνου, «Όσα φέρνει ο χρόνος», από την έντυπη έκδοση Επτά, (24 Ιουλίου 2011), εφημ. Ελευθεροτυπία, Τρίτη 24 Ιαν 2012. Τη θεατρική διασκευή σκηνοθετεί ο Γιάννης Ρήγας στις παραστάσεις που δίνονται στην Πειραματική Σκηνή της Μονής Λαζαριστών, στη Θεσσαλονίκη. Μια τρίλεπτη παρουσίαση στο YouTube: http://youtu.be/1CHVzsusk5o.
(5) Όλγα Σέλλα, Όσα μας ενδιαφέρει για να διαβάσουμε, Γ’ Πανελλήνια Ερευνα Αναγνωστικής Συμπεριφοράς από το ΕΚΕΒΙ, εφημ. Καθημερινή, 05-04-2011.
(6) Σύμφωνα με το Δήμο Εξαπλατάνου, φέρεται γεννημένος το 1911. ʼλλες πηγές τον εμφανίζουν γεννημένο το 1906 ή το 1907.
(7) Από την ιστοσελίδα του Δήμου Εξαπλατάνου.
(8) Το Κρατικό Οικοτροφείο Εδέσσης τον περιέθαλψε σε ηλικία έντεκα χρονών.
(9) Το πρώτο άρθρο του νομοσχεδίου που κατατέθηκε από την κυβέρνηση το 1928 είχε τίτλο «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Προέβλεπε ποινή φυλάκισης εναντίον οποιουδήποτε οργάνωνε ή κατεύθυνε κομμουνιστική ή παρόμοια κίνηση, που απέβλεπε στην ανατροπή με βίαια μέσα του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή στην επικράτηση, με τη βία μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης. Το δεύτερο άρθρο, τιμωρούσε οποιονδήποτε δημόσια υποστήριζε τον κομμουνισμό ή έκανε σχετικό προσηλυτισμό. Το τέταρτο και πέμπτο άρθρο απαγόρευαν όλες τις κομμουνιστικές συγκεντρώσεις, χαρακτηρίζοντας τες, εκ προοιμίου, ως «επικίνδυνες» για τη δημόσια ασφάλεια, καθώς και κάθε ένωση φυσικών προσώπων που διακήρυσσαν κομμουνιστική ή παρόμοια ιδεολογία. Είναι ο νόμος που έμεινε γνωστός ως «ΙΔΙΩΝΥΜΟ», και θα τεθεί σε ισχύ το 1929. Εφαρμόζεται με αυστηρότητα μέχρι το 1936, που θα αντικατασταθεί από έναν ακόμη πιο σκληρό νόμο της δικτατορίας Μεταξά.
(10) Ο ʼγγελος Ελεφάντης αναφέρει πως «οι επίσημοι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, σχολείο, Πανεπιστήμιο, Τύπος, Εκκλησία ακολουθούν απαρέγκλιτα την ακόλουθη γραμμή πλεύσης: αντικομμουνισμός, εθνικισμός, ελληνοκεντρισμός, γλωσσικός συντηρητισμός, εκπαιδευτικός σκοταδισμός. Είναι το νέο τρίπτυχο δίπλα στο πάντα χρήσιμο «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια». Τα μεγάλα ιδεολογήματα με τα οποία θα προσπαθήσουν να πειθαρχήσουν το κοινωνικό σύνολο και να γιατρέψουν την τραυματισμένη έννοια του υπερβατικού έθνους» (Βλ. ʼγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, 3η εκδ., Αθήνα: Θεμέλιο, 1999, σελ. 380).
(11) Κώστας Γκριτζώνας, «Ομάδες Συμβίωσης», Φιλίστωρ, 2000, σ. 32.
(12) Κώστας Γκριτζώνας, ο.π. σ. 34-35.
(13) Την έκκληση υπογράφουν οι εξόριστοι: Τ. Φίτσος, Θ. Κλάρας, Καραμπέτσος, Σκράπας, Μάζαρης, Ι. Μολάς, Θ. Ριγανάς, Κ. Σανιδάς, Ι. Τσέκος, Ανδρεαδέλης, Δελόλμας, Τσουμάκος, Πετρίδης, Δράμιτσας, Καπόλας, Μωραΐτης, Ασ. Γκιουβέκας, Ταμπαζόπουλος, Παπαζήσης, Μ. Λίτσκας, Λ. Τζήμας, Μαντζαρίδης, Σαραντάκης, Σ. Μαρμαράς, Π. Καλαναρχόπουλος, Δ. Αλεξόπουλος, Κ. Μελίκογλου, Μίγκος («Ρίζος» 30/5/1933).
(14) Όπως εκείνη ενός νεαρού δασκάλου από την Πελοπόννησο, του Θόδωρου Γκοβάτσου, που εκτοπίσθηκε γιατί ο παπάς του χωριού του τον κατηγόρησε ότι δεν δίδασκε στους μαθητές του τα της δημιουργίας του κόσμου βάσει της Αγίας Γραφής, αλλά της επιστήμης Ο δάσκαλος δεν ήταν κομμουνιστής. Έγινε μετά την εξορία, όπως πολλοί άλλοι. (Βλ. Μπερτ Μπερτλς, «Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα πολιτικού και ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος», μτφρ. Γιάννης Καστανάρας, πρόλογος-εισαγωγή Ντέιβιντ Κλόουζ – ʼλκης Ρήγος, Φιλίστωρ, 2002, σελ. 171-172).
(15) «Πολιτισμός: Μενέλαος Λουντέμης» από τη Δημοτική Επιχείρηση «Καταρράκτες Έδεσσας» (ΔΕΚΕ).
==============================
Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας…

του Δημήτρη Δαμασκηνού
Λογοτεχνικό αφιέρωμα
(Μέρος Δεύτερο) 2. Τα πλοία δεν άραξαν
Αέρας πλατυός από βουνά και θάλασσες να με χτυπά
σε ξένους ουρανούς, σ’ άγνωστα μέρη
πάντα να τρέχω να ξεφύγω αυτή τη σκέψη, που τρυπά
πλιότερο από μαχαίρι
(απόσπασμα από το ποίημα: «Αλητεία», του Κ. Βάρναλη)
Είχε πρωτοεμφανίζεται, άλλωστε, στα ελληνικά γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές στην «Αγροτική Ιδέα» της Έδεσσαςτο 1927και το 1928, τις οποίες υπογράφει με το πραγματικό του όνομα (Τάκης Βαλασιάδης). Υπάρχει μαρτυρία πως συμμετέχει στους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς του λαϊκού περιοδικού «Φαντάζιο» και του «Παρνασσού» μαζί με τους επίσης τότε πρωτόβγαλτους Γιάννη Σκαρίμπα και Γιώργου Δνεδρινού, του πρόωρα αυτού χαμένου Κεφαλονίτη συγγραφέα (1). Γύρω στο 1930δημοσιεύει ποιήματακαι διηγήματα του στο περιοδικό «Νέα Εστία». Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο του ήταν το 1934στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά  αστέρια».
Μέσα από μια οδύσσεια συνεχών μετακινήσεων, από την Έδεσσασε ένα οικοτροφείο της Κοζάνης, ακολουθώντας κάποιο περιφερόμενο «μπουλούκι» της εποχής, φτάνει από εκεί στο Βόλο, όπου, πενέστατος, προσλαμβάνεται ως δακτυλογράφος από τον δικηγόρο Γιώργος Αβτζής, και γράφει γράμμα-γράμμα στη γραφομηχανή του γραφείου τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής «Τα πλοία δεν άραξαν», για την οποία τιμήθηκε με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας δύο χρόνια αργότερα, δηλαδή το 1938(2).
Η ίδια η από κοινού βράβευση του Μ. Λουντέμη το 1938, με τον Κ. Πολίτη και την Ε. Αθηναία, με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας (έναν θεσμό που βεβαίως η Αριστερά καταγγέλλει) συνιστά ένα περιορισμένο «άνοιγμα» της δικτατορίας Μεταξά στους αριστερούς διανοουμένους, την ώρα που οι σχέσεις των βενιζελικών διανοούμενων με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν σταματούν στο ιδεολογικό επίπεδο της αναζήτησης της «ελληνικότητας» και της καταδίκης του κομμουνισμού, αλλά, για να χρησιμοποιήσουμε και έναν σύγχρονο όρο, σημειώνουν μια βαθύτερη διαπλοκή (3).
Ρόλο στην πρώτη έκδοση του βιβλίου του Μενέλαου Λου-ντέμη το 1936 έπαιξε ο σύλλογος προοδευ-τικών διανοουμένων «Φίλοι των Γραμμά-των» (4). Ο σύλλογος διατηρούσε μόνιμη στήλη, τη «Φιλολο-γική Σελίδα» στην εφημερίδα «Θεσσαλία» ενώ παράλληλα μεριμνούσε και για την έκδοση βιβλίων. Έτσι εξέδωσε το έργο του Νίκου Παπαχατζή για τα αρχαιολογικά μνημεία του Βόλου και το μυθιστόρημα του Λουντέμη «Τα πλοία δεν άραξαν». Τις δραστηριότητες του συλλόγου ανέκοψε η έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1940.
Στη νέα, ωστόσο, έκδοση των διηγημάτων της συλλογής «Τα πλοία δεν άραξαν» (μετά απ’ αυτήν που έγινε στο Βόλο το 1936 σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων) έπαιξε καθοριστικό ρόλο ο μπαρμπα-Γιάννης ο Σκαρίμπας, επηρεασμένος κι αυτός από το έργο του διάσημου Νορβηγού συγγραφές Κνουτ Χάμσουν (5) και έχοντας εκδώσει λίγα χρόνια πριν, το 1933, το Θείο Τραγί (6).
Σ’ αυτό το βιβλίο ο Λουντέμης περιπλανιέται στα πεζοδρόμια και στα καταγώγια της αστικής ζωής, τρυπώνει στις πολύβουες φλέβες της, ψάχνει στον πιο μολυσμένο βούρκο. Συναντά ανθρώπους περιθωριακούς, κολασμένους και, κάποτε, αυτοκαταστροφικούς. Η αλητεία, ο μποεμισμός και το εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον κυριαρχούν στο πρώτο του βιβλίο. Καλοαναθρεμμένα κορίτσια που καταλήγουν σε φτηνά πορνεία, με το όνομα αλλαγμένο, μα με τις μνήμες ζωντανές· άντρες φτωχοί και λησμονημένοι απ’ όλους· γυναίκες της υψηλής κοινωνίας με ανικανοποίητους πόθους. ʼνθρωποι τυραννισμένοι, που ωστόσο μέσα τους σιγοκαίει ακόμη μια κάποια ελπίδα…
Η σφραγίδα του Συλλόγου Φίλοι των Γραμμάτων. (Αρχείο Συλλόγου Φίλοι των Γραμμάτων, ΔΗ.Κ.Ι.)

Ο πρωταγωνιστής είναι ένας θλιμμένος και άκακος κομπάρσος, που δεν κατορθώνει να στεριώσει πουθενά. Η φτώχεια και η ασκήμια του γίνονται μονίμως αντικείμενο χλευασμού, η ορμητικότητα και η ευφυϊα του τον οδηγούν εύκολα στην αποτυχία και τη γελοιοποίηση. Πεινασμένος, άνεργος, ανέραστος, περιφέρεται στους δρόμους και στα μαγαζιά της νύχτας, ψάχνοντας μάταια στέγη και τροφή Παρατηρώντας όμως, τον άξενο κόσμο τριγύρω του, αποκτά διαπεραστικό βλέμμα: σκηνές από το περιθώριο, πρόσωπα που έχουν χάσει τα πάντα, εικόνες από ένα μικροσύμπαν που πνίγεται μέσα στις δυσβάστακτες συνθήκες οι οποίες τον προσδιορίζουν (7).
Αξιοπαρατήρητο είναι, επίσης, πως πολλά από τα διηγήματα της συλλογής αυτής έχουν ως φόντο το αστικό περιβάλλον και σ’ αυτό το σημείο ο Μενέλαος Λουντέμης ακολουθεί τα βήματα πεζογράφων του ρωσικού ρεαλισμού (8), όπως του Μαξίμ Γκόρκι ή του «δικού μας» Δημοσθένη Βουτυρά που με «τους Αλανιάρηδες, και με όλο το βαρυσήμαντο έργο του, τράβηξε την πεζογραφία από το χωριό και την έφερε στην πολιτεία και στη φτωχή γειτονιά της» (9). Αυτό, άλλωστε, είναι και το αίτημα της εποχής του μεσοπολέμου που είναι πλέον ώριμη να εγκολπωθεί τη γνωστή πολεμική του Ροϊδη (1899) κατά της ηθογραφίας: «το ημέτερον κοινόν ήρχισε , δεν λέγομεν ν’ αηδιάζη, αλλά να χορταίνη τας στάνας, τας στρούγγας, τα λημέρια, τας φλογέρας, τους κολλήγους, τους λεβέντηδες, τας ζηλεμένας κόρας, τα μοιρολόγια, τα ασημοχρύσαφα και τους κερατισμούς των τράγων» (10).
Περισσότερες ομοιότητες, ωστόσο, διαπιστώνονται στη γραφή του Λουντέμη με τον περίφημο την εποχή εκείνη Νορβηγό συγγραφέα Κνουτ Χάμσουν (11) και τον λογοτεχνικό «αλήτη» του (12), που σε κάποια διηγήματα είναι παραπάνω από εμφανείς. ʼλλωστε ο τελευταίος επηρέασε ουκ ολίγους συγγραφείς της γενιάς του ’30 (13) αλλά και μεταγενέστερους, όπως π.χ. τον έφηβο Μανώλη Αναγνωστάκη (14), αλλά και τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, ο οποίος αποδίδει τον νεανικό «τυχοδιωκτισμό» του (αυτόν που τον έστειλε στο Μαουτχάουζεν) στα χαμσουνικά διαβάσματά του (15).

Ο Λουντέμης, άλλωστε, διαθέτει, στενή βιογραφική ομοιότητα με τον βορινό ομόλογό του: εργασία από μικρό παιδί, ποικίλα βιοποριστικά επαγγέλματα, φτώχεια. Το διήγημά του «Αχ… καιρός γι’ αγάπη!» είναι πολύ κοντά στα χαμσουνικά πρότυπα των περίπλοκων ερωτικών σχέσεων: νέος με βιολί φτάνει σε νησί όπου μπαίνει θεληματάρης σε πλούσιους παραθεριστές. Η όμορφη κόρη τού κηρύσσει τον πόλεμο, τον ταπεινώνει διαρκώς. Όταν στο τέλος τον διώχνουν, η κόρη τού ομολογεί πως τον αγαπά. «Κι εγώ, είπα βαριά κι απελπισμένα. Και συνέχισα το δρόμο μου…» (16).
Κοινωνική ανισότητα και παλινωδίες μιας κόρης περιλαμβάνει και το διήγημα «Χαμόγελο σε πληγωμένα χείλη». ʼνεργος, άστεγος, πεινασμένος, ψάχνοντας για δουλειά, ο ήρωας σχετίζεται με μια κοπέλα που φαίνεται να τον εκτιμά, διαρκώς όμως του παίζει το παιχνίδι της προσέλκυσης και της απόκρουσης, ενώ τέλος φαίνεται να προτιμά κάποιον άλλον, έναν πλούσιο, τον Ζαννό. Ο αφηγητής-ήρωας στο πρόσωπο του πλούσιου νέου αναπαράγει την ατμόσφαιρα και ταυτόχρονα απορρίπτει το «φαντασιακό σύμπαν» της βραχύβιας ελαφριάς λογοτεχνίας, αδυνατώντας να μετακινηθεί από τη φτωχή γωνιά της καθημερινής βιοπάλης στις κοσμοπολίτικες λεωφόρους των στείρων ονείρων των αστών του Μεσοπολέμου. Ο φτωχός ήρωας φλερτάρει με την αυτοκτονία, αλλά τελικά επιβιώνει (17).
Το πάθος του συγγραφέα σημαίνει παράλληλα την απουσία κοινωνικής συμπαράστασης και την ανυπαρξία συλλογικής αλληλεγγύης (18), συνιστά δηλαδή έναν πλάγιο τρόπο κοινωνικής αμφισβήτησης. Και σ’ αυτήν την επιλογή ο Μενέλαος Λουντέμης δεν είναι ο μόνος. Η λειτουργία της λογοτεχνικής ταυτότητας του χαμσουνικού αλήτη σε πλείστους όσους συγγραφείς του Μεσοπολέμου οδήγησε στην αναγωγή του σε ιδιόρρυθμο σύμβολο της «προλεταριακής λογοτεχνίας» (19) πριν την καθιέρωση του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» (20).
Η λογοτεχνική μορφή του αλήτη ιχνηλατεί δηλαδή τους δρόμους της πολιτικής δράσης, δεδομένου ότι «της γης οι κολασμένοι» υλοποιούν με την ύπαρξή τους την επαναστατική προοπτική και συνάμα δακτυλοδεικτούν την «παρακμή του αστικού καθεστώτος» (21). Με δυο λόγια, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα νεορομαντικό πρότυπο αντικομφορμισμού, διαμαρτυρίας, φυγής και απελευθέρωσης. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στα 1938, στο μεσουράνημα της μεταξικής δικτατορίας, που φυσικά δεν επέτρεπε στους αριστερούς διανοουμένους γλαφυρές περιγραφές των βαθύτερων τους κοινωνικών και πολιτικών πεποιθήσεων…
Ο ρομαντικός τόνος των διηγημάτων της συλλογής αυτής και το αισθηματολογικό πρίσμα του αφηγητή ίσως στερούν ένα μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης από τον σύγχρονο αναγνώστη, ωστόσο δεν τον εκβιάζουν ιδεολογικά, τα διηγήματα απεικονίζουν μια αναγνωρίσιμη πραγματικότητα και διαθέτουν σχετικά ολοκληρωμένους χαρακτήρες.
Ένα χαρακτηριστικό δείγμα της δουλειάς του νεαρού –τότε- και πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα είναι και το διήγημα που ακολουθεί: «Ήθελα να ’ξερα ποιος ειν’ αυτός ο νέος». Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, ο αφηγητής καταγράφει τη δική του ιστορία και η εστίαση είναι εσωτερική, παράγοντες που δημιουργούν έντονα την αίσθηση της αυτοβιογραφικής αφήγησης:
Ήθελα να ’ξερα ποιος ειν’ αυτός ο νέος(22)

Το καλοκαίρι ψυχορραγούσε στις δεντροστοιχίες… Οι ογροί πισσωμένοι δρόμοι που τα καλοκαίρια βρομούσαν «μπιτούμ», σαν ιδρωμένοι κόρφοι, τώρα στρώθηκαν από φύλλα, αυτά τα άρρωστα πεσμένα φύλλα που είναι μια θλίψη να τα βλέπεις. Φέτος οι ζεστές αύρες τα ξεγέλασαν. Το χιόνι αργοπόρησε στα βουνά κι αυτά μένανε ξεχασμένα στα δένδρα. Όλα τα μικρόζωα είχαν ξεθαρρέψει.
Κι εμείς (εγώ κι οι άλλοι ξεσπιτωμένοι) ελπίζαμε κρυφά. Ελπίζαμε κι εμείς πως δεν θα τελείωνε το καλοκαίρι. Πως μπορεί να μετάνιωσε ο χειμώνας… Μπορεί και το Ημερολόγιο να παραστράτησε μια φορά. Όλα έτσι έδειχναν και μας παρηγορούσαν. Κι η φουντωμένη πρασινάδα των λόφων… Κι η χλόη του Κεντρικού Κήπου… και τα στέρεα φύλλα.
Και ψες ακόμη… Ακόμη ψες… Όλα ήταν γαληνεμένα και παρήγορα. Ψες ακόμη… Η θάλασσα άχνιζε ατάραχη στο Σαρωνικό. Και τ’ αστέρια μας χαιρετούσαν από ψηλά. Κι η χτεσινή μέρα τελείωσε με καλοκαίρι. Κανείς δεν υποψιάστηκε το κακό. Και το πρωί έφερε την παγωνιά.
Τόσο αναπάντεχα ήρθε ο φετινός χειμώνας.
Τι να ’κανα; Ήρθα πάλι εδώ. Έφερα απ’ τα ταξίδια μου το σκοπό μου νεκρό. Γύρισα πάλι εδώ στην Αθήνα. Όχι για να βρω τη χαρά και τον έρωτα που ζήτησα στα ταξίδια… Όχι πια. Γύρισα σαν το χελιδόνι που επιστρέφει στο κλίμα του. Σαν γερασμένο ζώο που επιστρέφει να ξαπλώσει και να τελειώσει στα χώματά του.
Έκλεισαν κιόλα δυο βδομάδες… Πότε πέρασαν δυο βδομάδες;
Τα φύλλα κυλούσαν παραζαλισμένα στο σταυροδρόμι. Η βροχή έδερνε τρελά τα πάντα.
Πυκνές δέσμες νερού ραβδίζανε την αντικρινή μαρκίζα, ώσπου ο αέρας την άρπαξε, την στροβίλισε ψηλά και την παράτησε στα μεσόκλωνα της ψηλής λεύκας.
Ένας θρήνος γίνεται μ’ αυτές τις μοναχικές λεύκες των Αμπελοκήπων. Τα κέντρα με τις πολύφυλλες τζαμαρίες κλείσανε βιαστικά. Και τα γκαρσόνια, με τις μπλούζες τους τις κάτασπρες, συλλογιούνται ακίνητα πίσω τους. Το μάτι τους το έξυπνο και σφαγιαστικό είναι πνιγμένο από θολή απόγνωση. Τα αυτοκίνητα της λεωφόρου Κηφισιάς κατρακυλάνε με πολεμικό αφηνίασμα. Ένα μπακαλόπαιδο με ψώνια κοροϊδεύει το σφύριγμά τους. Δε δίνει δεκάρα για το τίποτα. Με μια λινάτσα καμωμένη κουκούλα, τσαλαβουτάει στα νερά και σφυρίζει.
Εδώ μέσα στο καταφύγιο του τραμ είμαστε συναγμένοι κοντά τριάντα άνθρωποι. Οι είκοσι εννιά απ’ αυτούς χουχουνίζουνε, μ’ ευχάριστο γέλιο, τα χέρια τους και περιμένουν το τραμ.
Να, τώρα δα θα ’ρθει και θα τους πάει στα ζεστά σπίτια τους. Είναι μεταξύ τους και μια όμορφη ψηλή δεσποινίδα με σοσόνια. Τσαλακώνει ένα «LU». Μόλις θα το πήρε. Ρίχνει κάπου κάπου μια επιπόλαια ματιά στα πρώτα εικονογραφημένα φύλλα και κοιτάζει τον ορίζοντα που θα φέρει το τραμ. Θα κάθεται σε ψηλό σπίτι και θ’ ασχολείται με τα νύχια της. Είναι κι ένας παχύς κύριος με ροζ επιδερμίδα. Τα τρυφερά του κάτω άκρα τα ’χει αποθηκευμένα σε γυαλιστερές γαλότσες. Δεν αδημονεί καθόλου. Εγώ ζαρώνω, όλο και πιο πολύ, στη γωνιά του βάθους, μην τύχει και με μυριστούνε και με διώξουνε.
Είναι αδύνατο να πω πόσο με πονούν τα πόδια μου. Ο χειμώνας θαυματουργεί αδυσώπητα εκεί κάτω, μες στα ξεσολιασμένα πάνινα παπούτσια. Σε λιγάκι θα τελειώσει κι η μέρα. Οι άνθρωποι με τα χριστουγεννιάτικα ψώνια τους θα ’χουνε φύγει. Ύστερα θα προχωρήσει η νύχτα. Ύστερα το υπόστεγο αυτό με τα ζεστά χνότα θ’ αδειάσει. Και σε λιγάκι θα κλείσει.
Τώρα που έκλεισε που θα πάω; Που θα πάω;
Ο ουρανός αδειάζει λυσσαλέα ωκεανούς νερό απ’ το βλοσυρό του ύψος. Αυτόν τον ωκεανό που χύνεται κατακλυσμικά απάνω μου… αυτόν τον πόντο που γδέρνει το πληγιασμένο τομάρι της γης… αυτά, αυτόν θα ’χω για πάπλωμά μου απόψε.
Περνώ δρομέα απ’ τι λεύκες. Τα φύλλα τους είναι ψάθα στην ογρή γη, κι αυτές αναστενάζουν γυμνές. Εκεί καθώς με τύφλωνε η βροχή, καθώς τους σκέπαζαν τα φύλλα, βούλιαζα σε πολλούς λάκκους.
Με σφιγμένα δόντια, με δαγκωμένη ψυχή έτρεχα ένα δρόμο από διακόσια μέτρα με την ελπίδα πως θα ’βρισκα κανένα υπόστεγο. Ύστερα το πήρα απόφαση. Απελπίστηκα και βάδιζα καταμεσής στη λεωφόρο. Είχα ποτίσει νερό ως την ψυχή μου. Τώρα πια θα ήταν μάταιο ό,τι και να ’βρισκα. Τώρα τίποτα δε μ’ ωφελούσε, τίποτα δε μ’ έσωζε. Η δυστυχία μ’ απόσπασε τελειωτικά απ’ τους ανθρώπους. ʼλλοτε, με τη λιγότερη φτώχεια, οι λιγοστοί γνώριμοί μου, αυτού του κόσμου, θα με κοίμιζαν σ’ ένα διάδρομο, σε μια κουζίνα. Τώρα δε θα μ’ έβαζαν ούτε στο χοιροστάσι τους.
Θυμήθηκα τα Μαυσωλεία… Αυτά τα νεκρόσπιτα με την ωραία αρχιτεκτονική. Με τους υποβλητικούς τρούλους τους, τ’ αυστηρά μπαρόκ τους. Να κλείνουνε τη βορά του χρόνου, ένα μικρό σακουλάκι μουχλιασμένα κόκαλα. Κι αυτό το μικρό αποκαϊδι, τη φουχτίτσα αυτή τα κόκαλα, να τα προστατεύει απ’ τη λύσσα του βοριά ένας στέρεος, απόρθητος θόλος. Κι εμένα; Εμένα να με απαγχονίζει η μπόρα όξω από τις κατοικίες των νεκρών. Να μ’ εμπαίζουνε τα ζωντανά κόκκινα χείλη και η στοιβίτσα τα κόκαλα. Η σφριγηλή ζεστή σάρκα, και το δεματάκι απ’ τ’ αποφάγια της ζωής. Να γελάει μαζί μου η ζωή και τ’ απορρίμματα της… Ο θάνατος και το σιχαμερό του λάφυρο…
Τώρα δα, τώρα δα, σιμώνει και τελειώνει η μισή νύχτα. Η φρίκη γελάει με τ’ άσαρκα δόντια κάποιου κρανίου. Χορεύει στο σκοπό της θύελλας. Απάνω στα λαστιχάτα ζεστά ντιβάνια πόσα νέα κορμιά τώρα δε θα τονίζουνε το τραγούδι της δημιουργίας… Πόσες ηδονικές φρικιάσεις στις φωτισμένες κάμαρες. Πόση αλλοφροσύνη ζωής!! Η Στουτγκάρντη θα μεταδίδει σταθερά και ανενόχλητα τα «Ναχτσκοντσέρτ» της. Και τ’ αφτιά θα ηδονίζονται ρεμβαστικά πάνω στις μαλακές πολυθρόνες.
Λεωφόρος Αλεξάνδρας…
Είναι μια νεκρή φλέβα της Πρωτεύουσας. Μια τεντωμένη κορδέλα που ακουμπάει στην πολύβουη στράτα των Πατησίων και κόβεται στους Αμπελοκήπους. Η «Σόνια», καθώς την περνάω, είναι σβηστή, το καμπαρέ «Χόλιγουντ» μεσουρανεί. Ένα βιολί ζυγιάζει τις τρίλιες του πάνω στο γδούπο της τζαζ. Ο αέρας μου φέρνει κάτι ξεφτισμένες σπασμωδικές δοξαριές.
Τα πυκνά κιλοβάτ σπαταλούνε εκατοντάδες «κηρία» στα πολύφωτα.
Για μια στιγμή ένα κεφάλι ζωγραφίζεται στο τζάμι. Ύστερα ένα δεύτερο. Το κέντρο σφεντόνιζε στην άσφαλτο μια φαρδιά σπαθιά από φως. Εκεί διακρινότανε όλη η λύσσα της βροχής. Εκεί που διασταυρώνουνται οι δυο καταρράχτες. Ο δικός της και του κέντρου. Εκεί, στο φωτισμένο κομμάτι του δρόμου, είχα «την τιμήν» ο περαστικός εγώ, να «επισύρω την προσοχήν» που λένε, αυτών των ωραίων ματιών. Ήμουνα ένα κόσμημα στην ωραία φαντασμαγορία της νύχτας. Ναι, ήμουνα ένα πολύ σπαραχτικό χάρμα!
Η φωτεινή ζώνη έμεινε πίσω μου. Δεν πέρασε πολλή ώρα και δυο φεγγίτες άνοιξαν μες στη νύχτα. Δυο μικρές ελπίδες που πλησίαζαν ορμητικά. Ήταν τόσο φεγγοβόλοι που περίμενα, ανάμεσα απ’ τη βροχή, να παιχνιδίσει η Ίρις…
Μα δεν ήταν έτσι… δεν ήταν έτσι. Κείνες οι στρογγυλές τρύπες ήταν τα μάτια της βουδικής θεότητας. Ανήκαν σ’ ένα κλειστό αυτοκίνητο που οι ρόδες του πέρασαν σύρριζα στα πόδια μου. Κάποιο λεπτό χέρι θα βγήκε από το «μανσόν» τους για ν’ ανασηκώσει το κουρτινάκι. Μέσα απ’ τις κορνίζες του ρίμελ, τα μάτια της θα με κοίταζαν σαν σπάνια γαρνιτούρα του δρόμου. Τα χείλη της θα ’σκασαν σ’ ένα μικρό γελάκι… Έπειτα θα στράφηκαν ελαφρά και θα «εναποτέθηκαν» πολύ κινηματογραφικά στο στόμα του. Ήμουνα στο πάρκο της διασταύρωσης, στο κηπάκι με την πισίνα που τα καλοκαίρια τσαλαβουτάει με ξεφωνητά το παιδομάνι.
Εκεί, άλλη μια ρουκέτα έλουσε το δρόμο και περπάτησε κατά την Ομόνοια. Εκεί οι κεραίες της περίχυσαν έναν κινούμενο μαύρο όγκο. «ʼνθρωπος» μου ήρτε να ουρλιάξω. «Ένας άνθρωπος!» «Ένας άνθρωπος στον απάνω κόσμο!»
Τον έφτασα. Βάδιζε σερνάμενος κάτω από ένα υπόστεγο. Εκείπάνω η βροχή τραγουδούσε σαν λάμια. Είχε μια λαδιά μπαλωματιά στο λιωμένο παλτό του και βάδιζε. Ήταν κι αυτός για κλάματα. Πήγαινα ξοπίσω του και βροντούσα κόντρα τέμπο τα βήματά μου μη μ’ άκουε και στρεφότανε. Τίποτα.
-Καλησπέρα, του κάνω, μια σπιθαμή μακριά απ’ τ’ αφτιά του.
Κείνος γι’ απάντηση μου γρύλιξε. Η φωνή του ήταν και δεν ήταν ανθρώπου. Το κεφάλι του το ’χε φασκιωμένο σε κουρέλια.
Τον ακολουθούσα και τον κουβέντιαζα. Κάτω απ’ το σωρό τα κουρέλια μού αποκρινόνταν κάτι οργισμένα βογκητά. Δεν θα τον άφηνα πια… ήταν δικός μου! Παπαγάλιζα τα βογκητά και τα καμώματά του. Τρέκλισμα αυτός, τρέκλισμα κι εγώ. Λοξοδρόμισμα, λοξοδρόμισμα. Μα εκεί στο σταυροδρόμι του Χαλκοκονδύλη το παράκανε το λοξοδρόμισμα. Μπήκε σε μια φαρδιά πόρτα του νούμερου 26, κι εγώ τον ακολούθησα. Ανέβηκε τις σκάλες, τις ανέβηκα κι εγώ. («Πρώιος-Μηχανικός» έλεγε μια ταμπέλα). Έσπρωξε μια πόρτα, τον βοήθησα. Μπήκε αυτός πρώτος με το λαδί του μπάλωμα, μπήκα κι εγώ στο κατόπι του. Και βρεθήκαμε σε μια σάλα. Βρομούσε βαριά κι απροσδιόριστα εκεί μέσα. Απ’ τις γωνιές της αναδινότανε μια δυνατή μπόχα από άπλυτα και λιγδιασμένα ρούχα. Και ιδρώτας… πολύς ιδρώτας πληγιασμένου κορμιού. Απ’ τις ψηλές κολόνες του δρόμου μπαίνανε οι ανταύγειες των λαμπιονιών, που κρεμασμένα σαν κουδούνια παράδερναν μες στη θύελλα. Τι φως τους χοροπηδούσε στη σάλα. Και τότε μέσα σ’ ένα δυνατότερο ανέμισμα είδα κάτι στοίβες σκεπασμένες μ’ εφημερίδες που σαλεύανε στο ρυθμό της αναπνοής.
Ο άνθρωπός μου διευθύνθηκε τρικλίζοντας σε μια γωνιά με στρωμένες εφημερίδες. Γκρεμίστηκε απάνω τους κι έμεινε.
Εμένα μ’ έτρωγε η συλλογή. Τι κορμιά και τι ένστικτα έκρυβαν κάτω τους αυτές οι εφημερίδες;
Έδωσα αφτί στο δρόμο. Οι στέγες αγκομαχούσανε απ’ τον αέρα και τη βροχή. Ζυγιάστηκα λίγα λεπτά ακόμη ανάμεσα στην ιδέα να φύγω ή να ξαπλώσω; Έγειρα στο δεύτερο. Σωριάστηκα κι εγώ στον τοίχο. Το νερό μού είχε ποτίσει ως και το τελευταίο κύτταρο.
Ήξερα τι με περίμενε. Κάθε αντίδραση ήταν ανώφελη… Ο θάνατος δεν θα ’ρχόταν, ο θάνατος ήταν εκεί. Έμπαινε απ’ όλους τους πόρους. Ζάρωα και τον περίμενα.
Απ’ τη γωνιά της πόρτας άρχισε μια γκρινιάρικη μουσική. Το τελευταίο κορμί του τοίχου μούγκριζε και βλαστημούσε. Βλαστημούσε όλα τα όσια των ανθρώπων. Κάποια στιγμή σηκώθηκε. Κοίταξε ένα γύρω με μάτια πεινασμένου σκύλου. Ύστερα μούντζωσε γη και ουρανό και χάθηκε απ’ την πόρτα, αφού τη βρόντηξε με λύσσα. Απ’ τις γωνιές για απάντηση φύτρωσαν μεμιάς όλα τα εκλεκτά άνθη της ελληνικής αγανάκτησης και κατασίγασαν ξανά κάτω απ’ τις εφημερίδες.
Πέρασε μισή ψυχρή ώρα ακόμη. Το καταβρεχτήρι της βροχής ράπιζε με πείσμα τα τζάμια. Ένα δοκάρι της αντικρινής στέγης γκρεμίστηκε με πάταγο. Κείνη ακριβώς την ώρα άνοιξε κι η πόρτα. ʼνοιξε με θρίαμβο. Το γκρινιάρικο κορμί της γωνίας είχε ξαναγυρίσει. Κάτι ξεχώριζε ψηλά στο χέρι του.
-Απάνω ρε λέχρες!!
Δίνει μια κλοτσιά σ’ ένα σωρό από εφημερίδες. Ύστερα σηκώνει ψηλά το χέρι του που τελειώνει σ’ ένα πακέτο τσιγάρα.
-Απάνω μωρή κόφαααα!! Κοίτα, κοίτα… Κοιτάτε με όλοι! Καραβασίλης «κληρωτός». Τόνε σούφρωσα από το κιόσκι του Κολοβού!
ʼρχισε να πετάει τσιγάρα σ’ όλες τις κατευθύνσεις. Τότε έγινε κάτι θαυματουργό. Απ’ τους σωρούς τις εφημερίδες άρχισαν να φυτρώνουν, να ξεπετιούνται κάτι αποτελειωμένα κορμιά… κάτι ερείπια. ʼναψαν και κάπνιζαν. Οι τοίχοι γιόμισαν μικρές φωτιές και καπνούς. Δεν ήταν άνθρωποι παρά –κυριολεκτικά- ένας σωρός καπνιζόντων ερειπίων, που γράφουνε οι εφημερίδες.
Η αντικρινή λάμπα της κολόνας έσπασε, και το φως τραβήχτηκε ξαφνιασμένο. Οι φωτίτσες των τοίχων δυνάμωσαν και σβούσαν σαν γατίσια ματάκια που παίζανε τα βλέφαρά τους. Κατόπι μια μια τις κατάπιε η νύχτα. Μετά απ’ τις σπιθίτσες αυτές που παραχώθηκαν στη χόβολή τους, ακολούθησε ένα τρίψιμο χαρτιών. Τα ερείπια ξαναθάβονταν κάτω απ’ τις εφημερίδες. Ακολούθησε μια σιωπή στυγνή, σαν αφούγκρασμα. Η γκρίνια της βροχής είχε κατασιγάσει. Είχε παραδοθεί κι αυτή στη σιωπή.
Ώρα για αναπαμό.
Η αληθινή σιωπή στον κόσμο είναι λίγη σαν την αλήθεια. Υποβάλλει και μεγαλουργεί όπως αυτή. Σου διαπερνάει το λογισμό σαν μια δέσμη καθαρής ημέρας. Ορμάει μέσα σου, σου ξεδιπλώνει τις πτυχές. Όπως ένας μυστικός ήλιος σε διαποτίζει ανάμεσα απ’ τις ραφές του κρανίου σου.
Η ζωή σε μένα στάθηκε ένα κήτος σαρκοβόρο, και οι άνθρωποι τα δόντια του. Ένα οχτρικό κήτος… που δεν αγάπησα παρά αυτό. Αγάπησα αυτό και τα δόντια του τόσο πιο πολύ, όσο βαθύτερα μπήχτηκαν στις σάρκες μου. Τ’ αγάπησα και το πίστεψα… στο όνομα των πληγών μου. Ναι. Η ζωή στάθηκε σε μένα μια φωτιά. Με τη φούχτα μου απάνω της ορκίζομαι πως δεν αγάπησα παρά αυτήν… με την απανθρακωμένη φούχτα μου πάνω της! φωνάζω με τη φωνή του κάρβουνου πως θα την αγαπώ χωρίς κατάληξη, πως η πίστη μου σ’ αυτήν δεν θα ’χει συντέλεια.
Θα ήθελα (αχ… πόσο θα το ήθελα) να την αγαπώ για τα τριαντάφυλλα που θα μου χάριζε, μα την αγαπώ και για τ’ αγκάθια της. Γονατίζω μπροστά στην ωραία ζωή που δεν τη σπατάλησα. Βάζω το χέρι μου πλατιά στην καρδιά και τα’ ορκίζομαι με μελανά χείλη. Δεν τη σπατάλησα. Δεν ξόδεψα καν ούτ’ ένα σπυράκι της. και θα φύγω με το χρυσό μου αυτό απόθεμα άγγιχτο.
Η σιωπή σε τούτη τη θλιβερή ώρα μου με νανούρισε σαν θλιμμένη μητέρα. Μ’ ένα καλοκαιρινό σύννεφο με ταξίδεψε σε ήμερα στοργικά τοπία.
Τούτη την ώρα στα χωριά θα βροντάνε τις πόρτες και θα τραγουδάνε τα κάλαντα.
Εκ της Περσίας έρχονται
τρεις Μάγοι με τα δώρα.
Γιατί να μην τους συντύχαινα στο δρόμο αυτούς τους τρεις μάγους; Δε θα τους ζητούσα τίποτα ακριβό. Θα τους παρακαλούσα μονάχα να μ’ άφηναν να ψάξω λιγάκι στα δισάκια τους. Δεν θα τους άγγιζα κανένα απ’ τα δώρα τους. Θα τους άφηνα την «σμύρναν» και τον «λίβανον» να τα πήγαιναν στον προορισμό τους. Μονάχα για κανένα ξεροκόμματο θα ’ψαχνα στα δισάκια τους, και λίγη ζεστασιά θα ζητιάνευα απ’ τους τζουμπέδες τους.
Και ήρταν οι Μάγοι. Ακριβώς την ώρα της μεγάλης σιωπής. Όπως τους περίμενα. Ακουότανε το βήμα τους στις σκάλες, σαν κύμα που πλησιάζε να σκάσει. Κι έσπασε η πόρτα… Η κλοτσιά δόθηκε από γερό πόδι κι η πόρτα παραδόθηκε
Οι Μάγοι δεν ήταν «εκ της Περσίας», ήταν απ’ τον Πόντο. Μπήκαν εχτρικοί και καταχιονισμένοι. (Φαίνεται πως θα το ’χε στρώσει για καλά έξω). «Αστήρ λαμπρός» τους οδηγούσε: Ένας φακός που ερεύνησε με μίσος τους τοίχους.
-Πρέεεε!! Ντε φτάτε αδακά; Α σην Δεφτέραν δεν είπα σας να «άρον ντον γκράβατόν σας» γκαι να μπεριμπαντήτε;
Δίνει μια κλοτσιά στον πρώτο.
-Πρέεε! Σούκω πρέε! Σούκω λέω σε! Την πίσ’ νας να…
Τα κατοπινά είναι ένας σπαραγμός. Είχε κάτι το ομηρικό το πάλεμά μας. Πρώτος αντιστάθηκε στο ξεπόρτισμα ο γκρινιάρης της πόρτας. Κείνοι οι τρεις «Μάγοι» ήταν Ηρακλήδες. Οι δυο ήταν στρατολογημένοι απ’ το αντικρινό πυγμαχικό ρινγκ της «Αλάμπρας».
Ο αγώνας στάθηκε άνισος. Τι ψυχή είχαμε εμείς οι μισεροί να τα βάλουμε με τους πυγμάχους!
Σε πέντε λεπτά με ματωμένα χείλη χυμένα δόντια, σπασμένες μύτες, αφήναμε τη μεγάλη πόρτα. Μας πέταξαν σαν μια φτυαριά σκουλήκια. «Περιοδικόν Η Φιλοτέλεια» έλεγε η ταμπέλα της πόρτας «Πατησίων 26». Η φιλοτέλεια!! Χα αα χάαα…
Το χιόνι χυνόταε βιαστικό. Βάλθηκε μ’ επιμέλεια ν’ ασπρίσει τη γη. Οι άνθρωποι είχανε ξεμπουκάρει πρωινοί απ’ τα σπίτια τους. Οι καμπάνες τους καλούσαν επίμονα και θυμωμένα. Η μέρα σταμάτησε δισταχτική στα σύνορα της Πεντέλης. Μα οι άνθρωποι αδιαφορούσαν και βάδιζαν. Βάδιζαν έξαλλοι από ζωή… Βιαστικοί και άκαρδοι.
Πολυάσχολα, μάταια ανθρωπάκια, όσα με προσπερνάτε. Εσείς που τραβιέστε προφυλαχτικά για να μην αγγίξετε τα κουρέλια μου… είσαστε προσωρινά όσο κι αυτά, όσο και τα «καμηλό» σας. Παιχνιδιάρικα ζωάκια μπουχτισμένα από ζωή, είμαστε ολόιδιοι. Γδυνόμαστε και βλέπουμε… Έχουμε από πέντε αισθήσεις και τέσσερα άκρα. Γιατί είσαστε τόσο άπονα μαζί μου;
…Αχ, οι άσπρες αυλές των σπιτιών τώρα στα χωριά. Τα τζάμια με το γαλάζιο καπνό, με τον πιο γαλάζιο καπνό τουκ κόσμου. Οι θεόρατοι σωροί απ’ τα κούτσουρα που θα λιγοστεύουνε… θα λιγοστεύουνε… Και κάτω απ’ τα τελευταία ένα βιαστικό γυμνό λουλουδάκι που θα φρίσσει… Μάνα μου πόσο όμορφη πρέπει να ’ναι η ζωή… η ζωή που δε γνώρισα!
Το χιόνι δεν μετανιώνει καθόλου για την κακία του. Αυτή η συφορά που πέφτει απ’ τα θολά ύψη δίνει στα σχήματα κάτι αλαβάστρινες γραφικές καμπύλες. Δεν πρόφταιναν οι άνθρωποι να βαδίσουνε και γεμίζανε απ’ αυτά τα κάτασπρα ροκανίδι.α
Μας βγάλανε όλους μαζί απ’ τη μεγάλη πόρτα. Σαν ένα κοπαδάκι άφρρωστα ζώα που τα βγάζουνε για βοσκή και κείνα είναι σίγουρα πως πάνε για να πεθάνουν. Αυτό ήταν αναπόφυγο.
Αύριο στις πανηγυρικές εφημερίδες με τις χρωμολιθογραφίες μετά τα επιδόρπια, θα διάβαζε ο χορτάτος κόσμος ωραίες πρόζες και ποιήματα. Παραπεταμένες σε μια άκρη θα διάβαζε και κάτι ψιλές γραμμίτσες για ένα δυο θανάτους ‘εκ ψύξεως’. Τι κατάπτωση… Ούτε και να πεθάνεις δε σ’ αφήνουνε στη γλώσσα σου.
‘Εκ ψύξεως’. Ψέμα! Εγώ απλώς μόνο από ξεπάγιασμα θα πήγαινα.
Οι εφημεριδογράφοι δεν θα τσιγκουνευτούνε σ’ εντυπωσιακές φράσεις. Ίσως να τους κατέβαζε το ξερό τους να γράφανε ότι το μούτρο μου είχε κάτι το ξαφνιασμένο και πεισματάρικο. Θα του βρίσκανε αποτυπωμένα τα ίχνη μιας αντίστασης ως τα έσχατα. Θα του βρίσκανε πολλά. Ποιος τους κρατούσε; Ό,τι θέλανε θα του βρίσκανε.
Ο άνθρωπος με τα ράκη βογκούσε πίσω μου. Κείνος με το λαδί μπάλωμα στη ράχη. Στα Χαυτεία είχε κιόλας περάσει μπροστά μου.
Οι άνθρωποι με περνούσαν και άσπριζαν και σβήνανε μες στο χιόνι. Ω οι χιονάνθρωποι… οι χιονάνθρωποι… Θα λιώσουν με τον πρώτο ήλιο… Τι ωφελεί να είναι κακοί;
Τον άνθρωπο με το μπάλωμα… Δεν έπρεπε να τον χάσω. Δεν έπρεπε… Είχε ένα ένστικτο δυνατό αυτός. Κάποιο καταφύγιο θα ξανάβρισκε. Μα αυτό το χιόνι που μ’ αφήνει να ξεδιακρίνω;
Το μπάλωμα! Το λαδί μπάλωμα! Το χάνω, το βρίσκω – το χάνω, το βρίσκω… Καρφώνω το μάτι μου απάνω του και τ’ ακολουθώ σαν υπνωτισμένος.
Μπροστά μου βαδίζουνε ένας τοίχος από ράχες χιονισμένες.
Αχ… γιατί να χιονίζει τόσο πολύ;… Και νυστάζω. Μα πρέπει να τ’ ακολουθάω, να τ’ ακολουθάω, το μπάλωμα.
Οι άνθρωποι περπατάνε και ασπρίζουνε… Όλο περπατάνε και ασπρίζουνε. Δεν κάνουν άλλο παρά να περπατάνε και ν’ ασπρίζουνε…
«Εκ ψύξεως». Όχι… Δεν ήθελα εκ ψύξεως. Ούτε από ξεπάγιασμα ήθελα. Δεν ήθελα να πεθάνω. Δε θέλω –δε θέλω- δε θέλω…
Ας έβλεπα ακόμα μια φορά ήλιο και ύστερα. Ας τον έβλεπα ακόμη μια φορά…
«Εκ ψύξεως»… Α! το χιόνι… το χιόνι…
Να τη…να τη κι η δική του ράχη. Θ’ ασπρίσει τώρα. Όλα τα παλτά θ’ ασπρίσουν. Και τα καινούργια και τα ράκη. Όλα. Κοίταξε κει… Τι όμοιοι που κατάντησαν, σαν γυμνοί!
«Ενδύονται κομβία». Να το! Κείνη την ταμπέλα, τι έξοχη! Είναι σπλαχνική σαν μοναστήρι. Ως και τα κουμπιά λυπάται και τα ντύνει. Μα πρέπει για να σε λυπηθεί να γίνεις «κομβί». Όχι κύριε δεν «ενδύονται κορμιά», λάθος κάνετε. «Ενδύονται κομβία». Αχ πλάστη, λάθος που το ’κανες. Κι εγώ τώρα κρυώνω αδικημένος. Κρυώνω σαν το κουμπί και νυστάζω σαν άνθρωπος. Νυστάζω ως το θάνατο. Και πώς να παλέψω με τη νύχτα; Τα βλέφαρά μου είναι το βαρύτερο πράγμα του κόσμου. Το αιστάνομαι να μου κλείνουν το φως σαν μπρούτζινα καπάκια.
Το μπάλωμα… Πρέπει να τ’ ακολουθάω το μπάλωμα. Είναι το πανάκι της παρηγοριάς. Μα που μ’ αφήνει το χιόνι; Αχ το χιόνι. Είναι άπονο σαν εφεύρεση ανθρώπων. Δεν καταλαβαίνει. Δεν ξέρει να καταλαβαίνει. Βάλτηκε να βγάλει ασπροπρόσωπη την αμαρτωλή γη μέσα σε μια νύχτα.
Το μπάλωμα!… Το μπάλωμα!… Το μπάλωμα!… Αχ… Τώρα πάει… έσβησε… Μπροστά στα μάτια μου απλώθηκε μια θολή παγωμένη έκταση. Το μπάλωμα έκλεισε.
Ήταν μια μικρή φελούκα που ναυάγησε μέσα στη χιονοθύελλα. Κάτω απ’ τα βλέφαρά μου θάφτηκε το φως. Κουκουλώθηκα μέσα στον άσπρο θάνατο… σαν το πουλί που ξαναγίνεται αβγό.
Το χιόνι αύριο θα γίνει πάλι νερό. Θα σωθεί. Ο Θεός δε θα ’χει να ρίξει άλλο μπαμπάκι. Θα τελειώσει το μπαμπάκι του. Μπορεί να τελειώσει και το μπαμπάκι των αφτιών του, και να μας ακούσει, και να στείλει ζέστη.
Ξημερώνει. Ναι… Η μέρα ξεμερώνει… τι είν’ αυτό; Τι είν’ αυτό στο χώμα που γυαλίζει; Χα;… ένα σαλιγκαράκι, ένας σερνάμενος Διογένης με τον πίθο του στη ράχη. Ε! γεροκυνικέ. Βρήκες εσύ εκεί κάτω άνθρωπο;…Βρήκες; Εγώ δε πάνω όχι.
===========================
Του Δημήτρη Δαμασκηνού
Με τη «Ράντνικα» ο συγγραφέας αφήνει τον αστικό χώρο ακολουθώντας τα ίχνη του αφηγητή-ήρωα του και περνά στην μακεδονική ύπαιθρο, έναν τόπο που θα αποτελέσει προσφιλές του θέμα επί πολλά χρόνια. Υπάρχει εδώ και πάλι ένας φτωχός διάβολος, που μοιράζει πρόθυμα τα αποθέματα της ψυχής του σε όσους του το ζητούν. Ο Λουντέμης περιγράφει με εξαιρετικά έντονα χρώματα τους ανθρώπους και τα ήθη του χωριού του και πετυχαίνει το πιο σημαντικό: να φέρει τον αναγνώστη κοντά στα συναισθήματα και τις ιδέες του ήρωα (23).
Ράντνικα (24)
Ο αμαξόδρομος σταματούσε στο ρίζωμα. Από κει κι επάνω έπρεπε να κάνεις άλλες εννιά ώρες με μουλάρι στο δρόμο που ανέβαινε με καγκέλια στο βουνό. Να περνούσες τα θεόρατα τσουγγάνια και ύστερα να ’πιανες την πλαγιά που θα σ’ έριχνε μες στην πευκόφυτη κοιλάδα. Στο βάθος της γκρίζο κι αράθυμο κοιμότανε το Γκλάιτσκο.
Στη μέση του δρόμου απορούσα κι αναρωτιόμουνα. Πώς να μην είχα μετανιώσει και να γύριζα πριν ακόμα μπω στην καρδιά της περιπέτειας;
Με το να είμαι τόσο τίμιος στο βουβό λόγο μου και με το να έχω την κουτοφιλοτιμία να πραγματοποιώ όλες τις αποφάσεις της στιγμής, ριχνόμουνα σ’ αυτή την περιπέτεια που ένας Θεός μονάχα ήξερε αν θα  ’βγαινα ζωντανός.
Το Γκλάιτσκο είναι ένα χωριό πάρα πολύ μικρό, της βορειοανατολικής Μακεδονίας, σε μια πανύψηλη κοιλάδα, εκεί κατά τα σύνορα, που την περικυκλώνουν βράχοι στοιχειωμένοι. Σωστή μια βουνίσια Μονεμπασιά! Οι κάτοικοί του κάνουν χρόνους ολόκληρους να επικοινωνήσουνε με ανθρώπους και για τους περισσότερους απ’ αυτούς ο κόσμος τελειώνει εκεί που αρχίζουν οι βράχοι. Για τις γυναίκες εκατό στα εκατό.
Το φαϊ τους είναι καλαμπόκι («τσινίτσκα») ανάλεστο, που το βράζουνε ολόκληρη μέρα μέσα σε κάτι χωματένιες χύτρες («γκίρνα») ώσπου να λιώσει και ύστερα ρίχνουνε μέσα κάτι κόκκινες μικρές πιπεριές σαν κεράσια, που καίνε φωτιά!
Νηστεύουνε τις περισσότερες μέρες του χρόνου.
Αν στο διάστημα της νηστείας τύχει και πέσει κανένα γίδι, το κόβουνε κοψίδια και το κρεμούνε πάνω απ’ το τζάκι να ξεροκαπνιστεί, και τις σκόλες το τρώνε.
Τα ρούχα τους μέσα κι όξω είναι από γιδόμαλλο κι οι στρώσες τους γιδοπροβιές.
Στο χωριό, που ήταν το τελευταίο όριο του κάμπου, περίμενα τέσσερις μέρες∙ κι όλο αυτό το διάστημα δεν έκανα άλλο παρά να παρακαλώ να μ’ ανεβάσουν.
Κάποιος συγκινήθηκε στο τέλος∙ «ποιος ξέρει τι θα έχει», σκέφτηκε, και σαμάρωσε το μουλάρι του.
Πριν ανέβω με φωνάζει παράμερα ο χαντζής και μου λέει στ’ αφτί:
-Για όνομα του Θεού, μην τύχει και σε πάρει μάτι αντρός να μιλάς ξεμοναχιασμένος σε γυναίκες, θα κατεβείς χίλια κοψίδια κάτω!
Κούνησα το κεφάλι μου. Το ’ξερα καλύτερα απ’ αυτόν…
Ναι, το ’ξερα καλύτερ’ απ’ αυτόν και χάιδεψα στην τσέπη μου το χαϊμαλί του Τράικο.
Ο Τράικο…
……………………………………………………………………………………………………………..
Ένα βράδυ που πηδούσα στο μαντρότοιχο του Αρδηττού –περασμένη ώρα- για να κοιμηθώ, βρέθηκα μύτη με μύτη με κάποιον που ανέβαινε από μέσα. Τα μάτια μου φωσφόριζαν απ’ την αγριάδα και την πείνα.
Στην αρχή αγριοκοιταχτήκαμε. Έπρεπε κάποιος να πισωδρομήσει για ν’ αφήσει δρόμο στον άλλονε, γιατί το μέρος που είχε ξεχωρισμένες τις πέτρες για σκαλοπάτια χωρούσε και δε χωρούσε ένα σώμα.
Πρώτος μαλάκωσε αυτός και ξανακατέβηκε μέσα, μου έδωσε το χέρι –μπράβο!- να κατεβώ. Εγώ μουγκός, σαν αγρίμι που χάνει την ευκαιρία για καβγά, κίνησα να χωθώ μες στο δάσος.
-Στάσου!…
Γύρισα για να τον βρίσω.
-Που πας αυτού μέσα; Συνέχισε κείνος.
Η φωνή μαρτυρούσε άνθρωπο βουνίσιο.
Γύρισα και στάθηκα μπροστά του. Η στάση μου ήταν μια ερώτηση και μια απειλή. «Απειλή;» ήτανε να γελάει κανείς και να με λυπάται.
Αυτός φαινότανε κολοσσός μπροστά μου. Μα γιατί η απειλή να μη στρεφότανε στον εαυτό μου που τόσο ζητούσα ευκαιρία να τον ξεκάνω με κάποια δικαιολογία;
Αυτό ήτανε.
-Ρωτάω τι πας να κάνεις μέσα τέτοια ώρα; Μου ξαναλέει γλυκά. Είναι μεσάνυχτα. Δύο.
-Εσύ τι έκανες;
-Εγώ…δίστασε –άφησέ με μένα. Πες μου εσύ∙ μήπως πήγαινες για ύπνο; Δεν έχεις δωμάτιο;
-Έχω δεν έχω να μη σε νοιάζει. Μήπως η μούρη σου έχει; Απόχτησε πρώτα κι ύστερα πουλάς φιλανθρωπίες!
Κείνος πάντα με το μέλι στο στόμα:
-Εγώ έχω, μου λέει. Μη σου κακοφαίνεται. Έλα. Δε θέλεις να ’ρθεις να κοιμηθείς σε μένα;
-Μακεδόνας είσαι!! Του φωνάζω άγρια κι ήμουνα έτοιμος να πεθάνω από χαρά.
-Πως το κατάλαβες;
-Πως το κατάλαβα; Το κατάλαβα. Μη ρωτάς. Τι θέλεις; Που με πας τώρα;
-Πάμε! Μου λέει.
Πηδήξαμε μαζί τον τοίχο. Ποιος να το πίστευε; Το σπίτι του ήταν στο Βοτανικό.
-Μα άκουσε δω, έλεγα πολύ απορημένος, έκανες όλο αυτό το δρόμο για να δεις αυτό το ψωροβούνι; Και τέτοια ώρα;
-Μπορούσα να ξενυχτάω κει πάνω… είπε με τρεμάμενη φωνή. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο βουνό. Καταλαβαίνεις τώρα. Ζω λίγη πατρίδα κει πάνω. Αλλά ας βιαστούμε τώρα. ʼλλη φορά θα τα μάθεις. Θα μάθεις πολλά. Τώρα πάμε για ύπνο. Θα νυστάζεις πολύ. Κι εγώ το ίδιο, και πρέπει να σηκωθώ τα χαράματα. Δουλεύω κοντά σ’ έναν Αρβανίτη στραγαλατζή. Έχουμε μαζί ένα μαγαζάκι.
Λίγη ζέστα χύθηκε μέσα μου. Του ’σφιξα βουβά το χέρι. Κείνη την ώρα αγαπούσα όλο τον κόσμο. Τα φώτα τρέμανε σαν αθώα παιδικά μάτια που νυστάζουν. Ανασήκωσα το κεφάλι κι είδα τον ουρανό. Χα!… υπήρχε ουρανός! Ένα μικρό αστρουλάκι μέσ’ απ’ τα σύννεφα μου έκανε πονηριές.
Το πρωί, για πρώτη φορά ύστερ’ από τόσον καιρό ξεπόρτισμα ξυπνούσα κάτω από στέγη κι απάνω σε ρούχα.
Χάιδευα τις κουβέρτες και τα μαξιλάρια. Με κοιτούσαν όλα μ’ ένα ήρεμο και ζεστό βλέμμα. Τόσον καιρό είχα ξεχάσει πως υπάρχουν κι αυτά τα όμορφα πράγματα.
Αγρίμι καθώς ήμουνα, είχα χάσει όλες τις αισθήσεις μου κι αυτό το σαπούνι εκεί είχε μια μυρωδιά που ανέπνεε μητέρα.
Πάνω απ’ τη λεκάνη, μπροστά στον καθρέφτη, καθώς σαπούνιζα το σπασμένο μου πρόσωπο, ξύπνησε μέσα μου ο «κανακάρης» της μάνας μου που έτρεμε στο προσκέφαλό μου αν φύλλο τις νύχτες. Το χαϊδεμένο αγόρι της γιαγιάς μου που ήμουνα «εγώ κι ο κόσμος όλος».
…Με πήρε ένα μικρό παράπονο κι έκλαψα σιγανά σιγανά, κοιτάζοντας τρυφερά στον καθρέφτη καθώς ένας πατέρας κοιτάει το γερασμένο παιδί του που γύρισε από μακρινό ταξίδι. Μια λοξή πρωινή αχτίνα μου άγγιξε το μάγουλο. Χαμογέλασα. Είπα δίχως φωνή: Καλημέρα, καλημέρα. Κι ύστερα πάλι έκλαψα.
Μέσα μου σάλεψαν κάτι θαμπά όνειρα, κάτι κομμένα φτερά.
Ρίχτηκα μες στον εαυτό μου να μαζέψω τ’ απορημάδια του. Πάσχιζα να τον ξεγελάσω ότι δεν είχαν τελειώσει όλα… ότι έμενε λίγος καιρός για να γίνει κάτι ακόμη.
Δοκίμασα να ξαναστήσω την ξεχασμένη φωνή μου. Καμώθηκα τον χαριτωμένο και γέλασα με τα δόντια μου τα άλλοτε τόσο καθαρά και τα χείλη μου τα τόσο κόκκινα. Γέλασα· κι ύστερα έσφιξα το χέρι μου να χτυπήσω κείνο το βρομερό γέρο του καθρέφτη. Ξαφνικά όμως οι ιδέες μου ήρθαν ανάποδα! Έκανα να μαδήσω το μούτρο μου, να χύσω τα μάτια μου κι ύστερα το χέρι μου κρεμάστηκε… Ήμουνα ανήμπορος. Τον αγαπούσα.
Είχα χάσει χρόνια τη ζωή μου και την έβρισκα σήμερα ετοιμόρροπη… μα την αγαπούσα. Έπειτα αν το ’κανα το κακούργημα στον εαυτό μου τι θα ’λεγε ο Τράικο; Ο Τράικο που θα πονούσε τόσο;
Όχι δε θα άξιζε να του δώσω τέτοιο τρόμο αυτού του παιδιού.
Τινάχτηκα! Θα δοκιμάσω – όχι να σκοτωθώ! όχι!!.. Κόψε τα νύχια με κείνο το ψαλιδάκι εκεί!… Ω! τι όμορφο –είδες;- αυτό το ψαλιδάκι! Πάρε και κείνα τα πέντε τάλιρα που σου άφησε ο φίλος μας ο Τράικο! Διάβασε και κείνο το σημειωματάκι που σου λέει: «Να κόψεις τα μαλλιά σου και τα γένια σου κι ύστερα να πας να τον βρεις στον Ηλεχτρικό που σε περιμένει να πάτε για μπάνιο και να φάτε στο Φάληρο». Εμπρός! Εμπρός, λοιπόν, γέρο μου!
Αα!…. δεν κάνεις καθόλου καλά ν’ αφήνεις τις πόρτες ανοιχτές που φεύγεις!…
Γύρισα να κλείσω την πόρτα κι αργοπόρησα λίγο για να χαϊδέψω το χερούλι της. Ο δρόμος απλωνόταν ολόφωτος κάτω απ’ τον ήλιο.
Σ’ ένα παγκάκι του κήπου μού τα είπε τα παρακάτω.
Είχε αρχίσει έτσι:
«Το χωριό μου δεν μπορείς να το ξέρεις. Είναι μακρινό και άγνωστο. Οι συχωριανοί μου είναι αγρίμια. Αλλά θρήσκοι πολύ. Να λείψουν την Κυριακή απ’ την εκκλησιά, εκτός απ’ τα κορίτσια, το ’χουνε μεγάλο αμάρτημα. Στα σπίτια μας, τα κεραμίδια, οι κάμαρες, τα τζάμια και τα έπιπλα είναι πράγματα άγνωστα. Εκεί η νοικοκυροσύνη μετριέται απ’ τα γιδοπρόβατα που θα ’χει ο καθένας. Η οικογένειά μου είναι μια απ’ τις καλύτερες. Η μάνα μου είναι από χρόνια πεθαμένη. Στο σπίτι μας ζει ο πατέρας μου με μια αδελφή μου μικρότερη. Τη λένε Ράντνικα και μ’ αγαπούσε πολύ. Το ξέρω πως τώρα κάθε μέρα θα κλαίει. Μα δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς.
-Γιατί δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς, Τράικο;
Αναστέναξε…
-Στο σπίτι μας δίπλα είχε το σπίτι του ο Ντίμκε Νέπκα με το ομορφότερο κορίτσι του χωριού, τη Νεντέλκα, που τη λέγανε χαϊδευτικά «Κίτκα» (λουλούδι). Η αγάπη καταλαβαίνω να είναι το πιο όμορφο πράγμα, μα για τους χωριανούς μου είναι αμάρτημα και καθένας που θα ’βλεπε παλικάρι να μιλάει –μονάχα να μιλάει!- με κορίτσι, θ’ αμάρταινε αν δεν τον σκότωνε.
Από πολύ μικρή την αγαπούσα. Ένα πρωί, με χρυσό ήλιο, τη σταμάτησα μπροστά στην αυλή τους. «Γλυκό μου λουλουδάκι» της λέω. Ήθελα να της πω πως την αγαπούσα με αγάπη πού μεγάλη. Της έδειξα τον ουρανό… Κείνη έγινε φωτιά να λιώσει απ’ την ντροπή της. στην ώρα μια σφαίρα περνάει σύρριζα στ’ αφτί μου. Πως έφυγα και ποιους δρόμους πήρα δε θυμάμαι. Σε μια ώρα ήμουνα χωμένος σε μια νεροσυρμή που τη σκεπάζανε πυκνά βάτα. Ως τη βαθιά νύχτα έκανα συντροφιά μ’ ένα ζευγάρι χελώνες. Από κει ως το άλλο φώτισμα παίρνω τον κατήφορο και μαζί μου κατρακυλούσανε τρόχαλα και βράχοι που μου στήνανε άγριο κυνηγητό. Πήρα μακρινούς δρόμους. Την αγαπούσα δυνατά τη ζωή μου κι ήθελα να περάσω απ’ την άκρη του δρόμου που να μη με φτάνει ο κίνδυνος. Σ’ ένα χρόνο κουτσοδουλεύοντας από το κάθε χωριό που περνούσα έφτασα εδώ στην Αθήνα. Σήμερα κλείσανε πέντε χρόνια. Έμαθα και γράμματα σε νυχτερινό σκολειό, έμαθα τόσα πράματα.
-Τράικο! Γράψε ένα γράμμα. Μπορεί να παντρεύτηκε.
Ποιος θα το διαβάσει; Έπειτα είπες «να παντρεύτηκε». Όχι δεν την παίρνει κανείς. Ούτε ένας τελευταίος.
Ένα πράμα ήθελα. Να μάθαινα αν ζουν, να μάθαιναν ότι ζω· γιατί ποιος ξέρει τι θα νομίζουν για μένα! Μα ποιος να πάει κει πάνω; Θα μπορούσα να δώσω όλη μου τη ζωή κι όλα μου τα χρήματα! όλη μου τη καρδιά. Μα ποιος θα πήγαινε;
Το άλλο βράδυ την ώρα που σκόλασε το μαγαζί και γυρίζαμε μαζί σπίτι, αυτός με βαρύ κεφάλι, του έσφιξα γερά το μπράτσο. «Τράικο! Εγώ θα πάω. Είπες ότι δίνεις όλη σου τη ζωή, όλα σου τα χρήματα και όλη σου τη καρδιά. Κρατώ την καρδιά και πάω».
-Σ’ ευχαριστώ… έκανε με πνιχτή φωνή.
Ήτανε ένα ξανθό δυνατό παλικάρι κι όμως έκλαιγε.
Βγάλαμε και μια φωτογραφία μαζί την άλλη μέρα. Έκοψε και το χαϊμαλί του απ’ το λαιμό – φτιαγμένο απ’ τη γιαγιά του. Θα τα ’παιρνα και θα τα ’δειχνα και τα δυο.
Ξεκίνησα από το σπίτι πρωί την ώρα που οι σκούπες σήκωναν στον ουρανό βαριά σύννεφα σκόνης.
Τραβούσα προς τη λαμπικάδα… ʼνοιγε ένας μικρός προορισμός στη ζωή μου τώρα. Η περιπέτειά μου άνοιγε μια διάπλατη αγκαλιά γιομάτη υποσχέεις.
Το τρένο που έπεφτε μες στα χωριά και τα δέντρα, έμοιαζε σαν δράκος που κύλησ’ απ’ τα βουνά.
Έτσι καθώς έτρεχε μου ’δινε το αίστημα της φευγάλας και του εαυτού μου απ’ τη μουχλιασμένη ζωή του κοινού φτωχανθρώπου.
Και να ’μια τώρα καβάλα στο μουλάρι, στη μέση του βουνού.
Οι βράχοι με τους γκρεμούς που κάστρωναν την κοιλάδα άρχισαν να διαγράφονται σ’ ένα βλοσυρό φόντο. Νύχτωνε…
-ʼιντε λίγο ακόμα και θα κονέψουμε, ακούω τον αγωγιάτη.
-Θα κονέψουμε; Τι πα’ να πει δηλαδή, φτάσαμε;
-Στο Γκλάιτσκο όχι ακόμα. Θέλουμε τρεις τέσσερις ώρες. Αλλά θα κάτσουμε να ξαποστάσουμε και να φάμε –κι εμείς και το ζο- εδώ παραπάνω σ’ ένα πετροκάλυβο.
Το πετροκάλυβο ήταν μια σπηλιά λαξεμένη στο βράχο.
Το τραγούδι μιας πηγής ανάμεσα στα βούρλα πάλευε με τη σιωπή. Ήπιαμε πολύ κι οι δυο. Στο βάθος της σπηλιάς ήταν κάμποσα καψοδαύλια και κάτι χοντρές ρίζες. Ανάψαμε φωτιά, στρώσαμε μια παχιά τσέργκα που ’χαμε πανωσάμαρα, και κοιμηθήκαμε κάμποσες ώρες. Με ξύπνησε ο αγωγιάτης, νύχτα ακόμα, και ξαναπήραμε πάλι την ανηφοριά.
Ανάμεσα στους πετρόλοφους, στην μπασιά, ακούσαμε την καμπάνα. Ξημέρωνε Κυριακή. Ο αγωγιάτης έβγαλε το σκούφο του. Αναστέναξε. Έβηξε.
-Μεγάλο κουράγιο το ’χεις, βρε παιδί, λέει ανάμεσα στους σταυρούς του, ν’ ανέβεις εδώ πάνου. Το ξέρεις ότι είσαι ο πρώτος ξένος;
-Τι πείραζε;
Μια αγριάδα με πήρε. Το χωριό είχε φανεί. Μέσα στο βαθύ πράσινο των καστανιών κοιμότανε κατ’ από ’να γκρίζο σκέπασμα καπνού.
-Σε ποιανού σπίτι θα κονέψουμε;
-Στου Μπάι Τόλη Σκόσλε.
Ο αγωγιάτης με κατέβασε δε με κατέβασε, καβαλίκεψε κι έφυγε. Ήθελε να προφτάσει πριν τον βρει η νύχτα.
Έμεινα κει μπροστά στην κλειστή πόρτα μην ξέροντας τι να κάνω. Από ζωντανό ψυχή δε φαινότανε. Νόμιζα πως κοιμισμένο μ’ έριξε ένα κακό όνειρο μέσα στη ζούγκλα.
Χτύπησα… Σαν αντίλαλος του χτύπου μου δυο βήματα σίμωσαν από μέσα ως το κατώφλι και μια παράξενη υγρή φωνή κοριτσιού.
Τα ’χασα. Τι θ’ απαντούσα;
-Ανοίξτε… Ανοίξτε, σας παρακαλώ. Και κατάπια την ανάσα μου.
Τη γλώσσα τους την ήξερα αρκετά, αλλά αν τη μιλούσα σίγουρο ήταν πως δε θα μ’ άνοιγε για όλον τον κόσμο.
-Παρακαλώ ανοίξτε, ξανάπα.
ʼκουσα κάτι μπερδεμένες λέξεις από μέσα. Ξεχώριζα μονάχα το «Νο κόζεμ» (δεν μπορώ). Και ύστερα πάλι:
-Κόια; Κόι; (Ποιος είναι; Ποιος;)
-Γιας (Εγώ).
-Ποιος εσύ; Δεν είναι εδώ ο πατέρας μου.
-Ατήνα! Ατήνα!!… Τράικο!
-Τράικο;; Σο βόλες; Ουμπρέ ζάβαλη Τράικο. (Ο Τράικο; Τι λες; Πέθανε ο καημένος ο Τράικο).
Αλλά δεν άντεξε κι άνοιξε να δει. Ένα πρόσωπο ροδακινί με ανήσυχα γαλανά μάτια. Ποτέ δεν είδα ένα τόσο όμορφο δροσερό πρόσωπο.
-Ω! Φύγε! Φύγε! Έκανε τρομαγμένη. Πήγαινε στην εκκλησία! Στον πατέρα μου.
Είπε να πήγαινα «στην εκκλησία, στον πατέρα της». Και πήγα. Απ’ όξω ακουγότανε μια γέρικη φωνή: «Παναγία Παρθένεενεε»! Κι ύστερα μια άλλη τρεμουλιαστή: «Το άγιόν σου Πάαθος!» Μπήκα. Όλα τα μάτια καρφώθηκαν πάνω μου. ʼναψα ένα κερί και προχώρησα κατά το στασίδι του ψάλτη που είχε χάσει και τα λόγια του και τη σειρά του.
Στο μεταξύ είχε τελειώσει το «Σοφίια ορθοί» κι από μέσα ο παπάς έλεγε τη συναπτή για το τρισάγιο: «ʼγιος ει ο Θεός ημών». Έκανα νόημα σκουντώντας τον ψάλτη να μ’ αφήσει να το ψάλλω.
-Ζνάεις; (Ξέρεις;)
-ʼχα-ντα!
-Πέε (Ψάλλε!)
Η συγκίνηση μ’ έκανε να τρέμω. Ναι, έψαλα καλά. Απ’ την ώρα αυτή έκανα το πρώτο βήμα του θριάμβου μου.
Ίσαμε το Χερουβικό και μετά απ’ αυτό, τα μάτια των αγριμιών που ’κανα την τρελή επιδρομή στη φωλιά τους μαλάκωσαν, σχεδόν γλύκαναν με μια πρωτόγονη ημεράδα.
Απόλυσε και βγήκαμε. Κινδύνεψα να χάσω το χέρι μου και τον αριστερό μου ώμο απ’ τις χειραψίες που τις ακολούθησε μια κατραπακιά και μια αληθινή ιαχή.
-Σνντρρράο!!
-Κόι σάκας;
-Κόι πάλας;
-Γιαλ’ να ντόμο.
(Ποιον θέλεις; Ποιον γυρεύεις; Έλα σε μας. Έλα στο σπίτι μας).
-Μπάι Τόλη Γκόσλε γκου σάκαμ (τον μπάρμπα Τόλη Γκόσλε θέλω). Ντιέκαϊ (Που είναι;)
-Τόλη Γκόσλε σάκας; μου κάνει ένας πανύψηλος. Γιας σαμ! (εγώ είμαι) και μου σφίγγει τους δυο ώμους.
Ήταν αλήθεια. Κάτ’ απ’ τα δασιά του φρύδια φέγγιζαν οι γαλανές κόρες των ματιών του Τράικο.
-Από πού ξένε; με ρωτά.
-Απ’ τον Τράικο!
-Τράικο;;» και το ξαναλέγαν με μεγαλωμένα από έκπληξη μάτια.
-Δεν πέθανε ο Τράικο;
-Όχι.
Ο γέρος με κόπο με ξεσκάλωσε απ’ τους άλλους, μ’ αγκάλιασε και με πήγε σαν χαρούμενο πεσκέσι στο σπίτι του. Απ’ έξω ακόμη φώναζε την κόρη του σαν παιδί.
-Ράντνικα! Βίντις; Ήρτε απ’ το Τράικο.
-Τρά-ι-κο;;; έκανε κι αυτή σαν τρελή.
-Ντα, είπα εγώ κι έβγαλα τη φωτογραφία και το χαϊμαλί.
ʼρπαξε η Ράντνικα τη φωτογραφία: «Γιάγκου Τράικο Τάτκο! Πούλι Τράιο!!!», φώναζε. «Βίντιμε, Τράικο!» (Κοίταξε με Τράικο).
Εγώ την πρόσεχα… Κάτ’ από μια λεπτή καμπύλη μαύρων φρυδιών γυάλιζε η ανήσυχη θάλασσα δυο γνωστών μου ματιών. Δεν τον γνώριζαν καλά. Έφυγε με βουνίσια ρούχα και τώρα τον βλέπανε αλλιώτικο.
-Τυ (Εσύ!), μου κάνει σε μια στιγμή που βλέπει εμένα δίπλα του στη φωτογραφία και με κοιτάζει άφοβα στα μάτια.
-Ντα, γιας! (Μάλιστα, εγώ).
-Τυ ήμας σέστρα; (Εσύ έχεις αδελφή;)
-Νέμα (Δεν έχω).
-Ζένα; (Γυναίκα;)
-Νέμα.
Έμεινα δέκα μέρες. Τις πρώτες δυο είδα κι έπαθα ώσπου να συνηθίσω τα φαγιά τους, μα ύστερα η πείνα –και μια πείνα- μ’ έκαναν να τα υποφέρω.
Ξέχασα. Είχα φέρει της Ράντνικας μια ζακετούλα και μια κόκκινη φαρδιά κορδέλα για τα μαλλιά. Της έδειξα πώς έπρεπε να τη φοράει. Όλο γελούσε και μου ’λεγε «ʼρνο ιμπαντζία» (Καλέ ξένε).
Κάθε φορά που θα γύριζα απ’ τον περίπατο, έτρεχε να τα φορέσει βιαστικά και ποτέ δεν κατάφερε να δέσει φιόγκο την κορδέλα. Μια μέρα της έβγαλα απ’ το πορτοφόλι μου ένα καθρεφτάκι. Τα είχε χάσει που έβλεπε ένα κορίτσι μέσα. Της το χάρισα κι άρχισε μαζί του ολοήμερες κουβέντες και κρυφογελάσματα.
Ο μπάι Τόλη πήγαινε να δει τα κοπάδια. Εγώ έκανα εκδρομές στους λόφους. Και γύριζα άμα άρχιζα να πεινώ. Η Ράντνικα μου είχε έτοιμο το φαϊ μου. Ένα μεσημέρι –μπαίναμε στην έβδομη απ’ τον ερχομό μου μέρα- τη βλέπω, καθώς γύριζα απ’ όξω, κοντά στη φωτιά να τρυπάει μια κάρτα μ’ ένα βελόνι.
-Τι κάνεις εκεί, Ράντνικα; της λέω;
-Μου ισβάιγκε ότσιτε! (της βγάζω τα μάτια!)
Την αρπάζω και βλέπω τη φωτογραφία μιας ωραίας πεθαμένης μου φίλης που είχα μαζί μου.
Κάθε άλλον θα τον κακομεταχειριζόμουνα μα τι μπορούσα να κάνω σ’ αυτή την αθώα Ράντνι;
-Γιατί το ’κανες; της λέω μονάχα.
-Γιατί την αγαπάς! μου λέει και την ξαναρπάζει.
Δεν πρόφτασα να κάνω ούτε την παραμικρή κίνηση. Η φλόγα σε λίγο μου την έκανε στάχτη.
-Αχ!… φώναξα όλο θυμό.
Κείνη άρχισε να κλαίει. Τελείωσε. Έπρεπε να φύγω. Τα πράματα τραβούσαν άσκημα.
Το βράδυ που είχα ξαναγυρίσει, τη βρήκα δίπλα στη φωτιά, καμωμένη ένα κουβάρι να μοιρολογά μ’ ένα παράξενο τραγούδι γιομάτο λυγμό.
-Στάνι, μάικω μι… ντα μου βίντις… σέγκα μάικω μι… (Σήκω, μάνα μου, να με δεις… Τώρα μάνα μου…)
Την πλησίασα δακρυσμένος.
-Ράντνικα!… φτωχή μου… καλή μου, Ράντνι…
Ξέσπασε σε δυνατό αναφιλητό και μ’ αγκάλιασε κάτω απ’ τα πόδια, καθώς στεκόμουνα. Τα μαλλιά της χρυσά και μπόλικα άστραφταν αντίκρυ στη φλόγα. Της σήκωσα το κεφάλι ήσυχα… Έκαιγε σαν φωτιά και τα μάτια της κόκκινα και υγρά με κοιτούσαν όλο παράπονο και ικεσία.
-Ράντνικα… είπα, και κοίταξα ψηλά, ανήμπορος.
Σφίχτηκα… ξελευτερώθηκα, και βγήκα.
Το βράδυ σαν γύρισε ο γέρος, του είπα πως έπρεπε να κάνουμε τρόπο να φέρουμε τον Τράικο. Πήγαμε μαζί στον μπάι Ντίμκε Νέπκα, τον πατέρα της Νεντέλκας. Το κορίτσι είχε μείνει το μισό. Έλιωνε.
ʼμα ο μπάι Ντίμκε άκουσε πως ο Τράικο έγινε σπουδαίος και θα την παντρευότανε κι ότι αυτό το είπε ο «ʼρνο ιμπαντζία» δέχτηκε κα;ι μου χούφτιασε το χέρι.
Ο προορισμός μου είχε τελειώσει. Μπορούσα να φύγω τώρα.
Κάτι είχε μυριστεί όμως η Ράντνι και την ώρα που έλειψε ο πατέρας της: «Ντεκ μι ουτάβας;» έλεγε και έκλαιγε. Που μ’ αφήνεις; Θα πεθάνω.
Της είπα ότι θα έμενα ώσπου να με πάρει ο Θεός μαζί του γιατί ο Θεός μ’ έφερε. Ναι, αυτό το ’ξερε, το ’λέγαν όλες οι γυναίκες, ότι ο Θεός μ’ έριξε μ’ ένα σύννεφο ίσα μες στην εκκλησιά τους να τους ψάλλω. Κι αν χανόμουνα πάλι ο Θεός –να μην έκλαιγε- πάλι ο Θεός θα μ’ έπαιρνε όπως μ’ έφερε…
Το παραδέχτηκε. Το πρωί της είχα πει ότι θα πήγαινα πάλι περίπατο και να μου έψηνε καλό φαί γιατί θα γύριζα κουρασμένος και θα πεινούσα.
Οξ’ απ’ το χωριό με περίμενε ο μπάι Ντίμκε Νέπκα, συμπέθερος πια, και με κατέβασε.
Πριν να γείρουμε στους βράχους, γύρισα και είδα για τελευταία φορά το Γκλάιτσκο. Μαύροι και βαρύ κούρνιαζε μες στις καστανιές του. Οι βράχοι της ανατολής και της δύσης ξεπετιόταν σαν δυο μασέλες. Λες και χασμουριόταν η γη. Ένα σταχτί σύννεφο ανέβαινε απ’ το χάσμα του σαν μετέωρο χνότο.
Εκεί στο βάθος, σ’ ένα σκοτεινό σπίτι ένας ξανθός ήλιος περπατάει πάνω απ’ τους ώμους της Ράντνικας. Σκύβει, σηκώνεται, κυλάει στο κενό των τοίχων… Φέγγει σε δυο χέρια που μου ετοιμάζουνε το φαϊ μου.
Αχ μικρή μου Ράντνικα, άγγελε γεμάτε φως, μάτια γλυκά μου θαλασσιά… ο κόσμος από σήμερα θα είναι γαλάζιος, μα εγώ πώς να τον ζήσω; Τώρα περνώ τα δασωμένα σας βουνά, μα ακούω κιόλας το τραγούδι της βουής, το τραγούδι που κάνουν οι αλυσίδες, οι βαριές αλυσίδες της Αθήνας…
Ο Πέτρος Χάρης, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Νέα Εστία αντιμετωπίζει κι αυτός θετικά την πρώτη εμφάνιση του Μ. Λουντέμη στην πεζογραφία. Χαρακτηριστικά στην κριτική του αναφέρει: «[…] Οι εντυπώσεις μου από τα Πλοία που δεν άραξαν…μπορούσαν να περάσουν σε λεπτομέρειες και να σταθούν στις καλύτερες ή στις χαρακτηριστικότερες σελίδες τους. Προτιμώ όμως να επιμείνω σ’ ένα ακόμη γενικό γνώρισμα των διηγημάτων του κ. Λουντέμη, που είναι και το αξιολογότερο. Και ο ‘ʼγγελος με τα χέρια στις τσέπες’ μου άρεσε, και το ‘Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια’ το ξαναδιάβασα χωρίς κανένα κόπο, και τη ‘Ράντνικα’, που είναι το καλύτερο διήγημα της συλλογής, στάθηκα πολύ. Περισσότερο όμως στάθηκα στην απροσποίητη έκφραση που γεμίζει ολόκληρο το βιβλίο, στο ξέσπασμα αυτό που κερδίζει αμέσως τον αναγνώστη και τον πληροφορεί ότι ο νέος που έγραψε τα Πλοία που δεν άραξαν… δεν έστιψε το μυαλό του, αλλά έψαξε στην ψυχή του και εκεί βρήκε τους πυρήνες των διηγημάτων του. Ο κ. Λουντέμης δεν είναι ένας κατασκευαστής. Δεν έρχεται να προσθέσει στην πεζογραφία μας σελίδες που τις έδωσε η μεγάλη προσπάθεια και η μακρόχρονη άσκηση. Έρχεται να πει το τραγούδι του – το τραγούδι της δυστυχίας. Και καθώς δεν βλέπω πολλούς νέους να βρίσκονται στον ίδιο δρόμο, κάνω με ιδιαίτερη χαρά τη διαπίστωση αυτή» (25).
Υποσημειώσεις:
(1) Βλ. Βαγγέλης Σακκάτος, ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ, Γνήσια λαϊκός δημιουργός. Ο πρόωρα χαμένος Κεφαλονίτης συγγραφέας και το σημαντικό λογοτεχνικό του έργο, εφημ. Ριζοσπάστης, Ένθετη έκδοση: «7 μέρες μαζί», Κυριακή 21 Αυγούστου 2005, σελ. 4.
(2)Ένα ακόμη βραβείο με το οποίο τιμήθηκε ο Μενέλαος Λουντέμης ήταν και με τη Χρυσή Δάφνη Πανευρώπης στο Παρίσιτο 1951. Προς τιμήν του, στο Βουκουρέστιδόθηκε το όνομα του σε δημόσιο κτίριο (Λουντέμειο Μέγαρο).
(3)Το Σεπτέμβριο του 1937, ο Τερζάκης τοποθετείται από το δικτατορικό καθεστώς σε μια ιδιαίτερα σημαντική θέση, αυτή του Γραμματέα του Βασιλικού Θεάτρου (την ίδια εποχή, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ήταν ο Γ. Βλάχος, εκδότης της «Καθημερινής»). Το 1937 δύο ακόμη βενιζελικής κατεύθυνσης διανοούμενοι θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη Δικτατορία, αναλαμβάνοντας πολιτικές θέσεις. Ο Γ. Σεφέρης αναλαμβάνει καθήκοντα κυβερνητικού εκπροσώπου για τις επαφές με τον ξένο τύπο και ο Πρεβελάκης διορίζεται διευθυντής στη Διεύθυνση Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας.
(4)Σωματείο «Οι φίλοι των γραμμάτων»: Το 1936, λίγο πριν από την εγκαθίδρυση του μεταξικού δικτατορικού καθεστώτος, ιδρύθηκε ο σύλλογος «Οι φίλοι των γραμμάτων» με την πρωτοβουλία μιας ομάδας προοδευτικών διανοουμένων, όπως ο Γιάννης Σιαφλέκης, ο Κίτσος Μακρής και ο Κώστας Στριμμένος. Σκοπός του συλλόγου ήταν η την πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργεια των μελών του καθώς και ο γενικότερος προβληματισμός για τα πολιτιστικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής. Στο πλαίσιο αυτό οργάνωνε διαλέξεις και εκθέσεις εικαστικών στις οποίες συμμετείχαν πολυάριθμοι ομοϊδεάτες διανοούμενοι από τον ελλαδικό χώρο όπως οι Στρατής Μυριβήλης, ʼγγελος Σικελιανός, Γιάννης Σκαρίμπας, Νίκος Βέης, Ρόζα Ιμβριώτη Μενέλαος Λουντέμης κ.ά. (Βλ. «Βόλος, ένας αιώνας. Από την ένταξη στο ελληνικό κράτος (1881) έως τους σεισμούς (1955)», Εκδόσεις Βόλος, Βόλος 1999, σ. 205-6).
(5)Βλ. επίσης Μαρία Πολυχρονά, «Οι αλήτες του Κνουτ Χάμσουν και οι συνοδοιπόροι τους στην πεζογραφία του Μεσοπολέμου», εισήγηση στο Γ’ συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα, 2-4 Ιουνίου 2006. Πληροφορίες για τον Κνουτ Χάμσουν, δες Παράρτημα Κειμένων 2.
(6)Η συλλογή διηγημάτων «Το θείο τραγί» του Γιάννη Σκαρίμπα (1933) μπορεί να βρίσκεται επίσης στα χνάρια του Παίζοντας με σουρντίνα, ο ήρωάς του όμως είναι ένας πραγματικός αλήτης· όχι ένας κατά βάθος καλότατος αγαθοποιός γέροντας, αλλά κάποιος που αληθινά ζέχνει απ’ την απλυσιά και διαπράττει του κόσμου τις δαιμονικές ανομίες. Ο Σκαρίμπας μιμείται τον Χάμσουν για να τον αναποδογυρίσει, αναποδογυρίζοντας ταυτόχρονα και ολόκληρη τη στηριγμένη στον «αγαθό» Θεό ηθική. Και ενώ η σχέση του Σκαρίμπα με τον Χάμσουν έχει κατ’ επανάληψη επισημανθεί από την δεκαετία του 1930, μονάχα η σύγχρονη έρευνα έχει δει την παρωδιακή ανατροπή του Χάμσουν που επιδιώκει ο Σκαρίμπας. (Βλ. Eleni Papargyriou, Reading Games in Twentieth Century Greek Fiction, κεφ. 5, «Playful montage and collage in Yannis Skarimbas’ Μαριάμπας», Οξφόρδη 2005).
(7) Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, σελ. 238, Αθήνα, Σοκόλης, 1992.
(8) Η επίδραση των ρώσων ρεαλιστών στους νέους συγγραφείς της εποχής ήταν έντονη, όπως φαίνεται και από το ειρωνικό και δηκτικό συνάμα σχόλιο του ʼγγελου Τερζάκη στα 1934: «[…] Τότε είναι που οι Ρώσοι συγγραφείς εισέβαλαν θριαμβευτικά στην Ελλάδα. Στα φιλολογικά υπόγεια έπνεε άνεμος άγριου θαυμασμού για τους ήρωες της αθλιότητας και της ανταρσίας. Εφήμερα λογοτεχνικά περιοδικά αγωνίζονταν να προτάξουν ένα οποιοδήποτε μεταφρασμένο από τα ρωσικά διήγημα επαναστάτη συγγραφέα και νεοσσοί των γραμμάτων, δίχως αύριο, επιζητούσαν στις υπερβολές του πιθηκισμού την ψυχική τους χειραφέτηση. Φορούσαν κούκους εργατικούς πάνω σε κεφάλια αχτένιστα, άφηναν γένεια προγεγραμμένων συγγραφέων της τσαρικής εποχής, ερωτεύονταν πλατωνικά κοινές γυναίκες καθώς οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι, του Γκόρκι και του Αντρέγιεφ…» (βλ. ʼγγελος Τερζάκης,«Δημοσθένης Βουτυράς»· Νέα Εστία, αριθμ. 190, 15 Νοεμβρίου 1934, σελ. 1015).
(9)Πανσέληνος, ό.π., σελ. 251.
(10) Εμμανουήλ Ρόϊδης, ʼπαντα, τόμος 5ος, Φιλολογική επιμέλεια ʼλκης Αγγέλου, Αθήνα 1978, σελ. 288-289.
(11) Ο Κνουτ Χάμσουν (4 Αυγούστου185919 Φεβρουαρίου1952) ήταν Νορβηγόςλογοτέχνης, πρωτίστως γνωστός για το αριστούργημά του «Ευλογία της γης», για το οποίο και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίαςτο 1920. ʼλλοι σπουδαίοι συγγραφείς, όπως ο Μαξίμ Γκόργκι, ο Τόμας Μανκαι οΙσαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, τον θεωρούσαν μεγάλο δάσκαλο. Εν γένει ο Χάμσουν έχει χαρακτηριστεί ως ηγετική φυσιογνωμία της νεορομαντικήςεξέγερσης και θεμελιωτής της σύγχρονης λογοτεχνίας. Αν και επηρέασε πολλούς έλληνες συγγραφείς την περίοδο του Μεσοπολέμου, λίγες ωστόσο είναι οι σύγχρονες κριτικές αναφορές στο θέμα, γραμματολογικού κυρίως προσανατολισμού. Από αυτές ξεχωρίζουν το κεφάλαιο «Αλήτευε τότε ο Κνουτ Χάμσουν» από την εισαγωγή στη Μεσοπολεμική Πεζογραφία του Παναγιώτη Μουλλά (βλ. Μουλλάς Παναγιώτης, «Εισαγωγή», στο Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία, (επ.) Συντακτική Επιτροκή Καρβέλης Τάκης κ.α., τόμος 1ος, Αθήνα: Σοκόλης, 1993), το σύντομο αλλά διαφωτιστικό σημείωμα «Περί Αλητισμού» της Χριστίνας Ντουνιά στο περιοδικό Δέντρο (Ντουνιά Χριστίνα, «Περί Αλητισμού»Το Δέντρο, 33-34 (1987) σελ. 66-69) και το πρώτο κεφάλαιο της διατριβής της τελευταίας «Ο πλάγιοι δρόμοι της κοινωνικής αμφισβήτησης (βλ. Ντουνιά Χριστίνα, Λογοτεχνία και Πολιτική- Τα περιοδικά της Αριστεράς στο μεσοπόλεμο, Αθήνα: Καστανιώτης, 1996, σελ. 29-53).
(12) «[…] Σύμβολο νεορομαντικής φυγής, ο αλήτης του Χάμσουν περιπλανιέται επίμονα μέσα στις σελίδες της λογοτεχνίας μας, επιβάλλοντας την πληθωρική και ανέμελη παρουσία του», θα γράψει ο Παναγιώτης Μουλλάς στο: «Αλήτευε τότε ο Κνουτ Χάμσουν», στην Εισαγωγή, στο Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία, (επ.) Συντακτική Επιτροκή Καρβέλης Τάκης κ.α., τόμος 1ος, Αθήνα: Σοκόλης, 1993, σελ. 48.
(13) «Θα ήταν, νομίζω, ενδιαφέρουσα η μελέτη του πως από μερικά γραπτά του Φώτη Κόντογλου και από τις αξεπέραστες μεταφράσεις των έργων του Κνουτ Χάμσουν από τον Βάσο Δασκαλάκη […] δημιουργήθηκε στον τόπο μας μια ροπή προς τη λογοτεχνία της περιπλάνησης, που μερικές φορές άγγιξε τα όρια της αλητείας, με τον Νίκο Βέλμο, τον Στρατή Δούκα, τον Γιάννη Σκαρίμπα, τον Ν. Ι. Σαράβα, τον Θ. Κορνάρο, τον Νίκο Καββαδία, τον Χρήστο Λεβάντα, τον Βασίλη Λούλη, τον Γιάννη Μαγκλή, τον Μενέλαο Λουντέμη κ.ά., και σε συναφή, διαφορετικά όμως κλίματα, τον Πάνο Καραβία και τον Ν. Γ. Πεντζίκη» θα γράψει ο Τάσος Κόρφης στο κριτικό του έργο: «Ματιές στη λογοτεχνία του μεσοπολέμου», δοκίμια, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1991, σελ. 248.
(14) Μ. Αναγνωστάκης: «Μετά από χρόνια κατάλαβε πως καμιά δεν αγάπησε όπως την Εδουάρδα», ΥΓ. [1983], Αθήνα 1992, σελ. 14. Πβ. την εξομολόγηση του ίδιου «Είμαι αριστερόχειρ, ουσιαστικά»Εντευκτήριο, τχ. 71 (2005), σ. 30: «Ο Χάμσουν εκείνη την εποχή, στον μεσοπόλεμο, ήταν κατεξοχήν ο ευνοούμενος της γενιάς μας, τον διαβάζαμε μανιωδώς. Εγώ τον διάβασα δεκάξι, δεκαοχτώ χρονώ τον Πάνα και ερωτεύτηκα την Εδουάρδα, ένα κορίτσι το οποίο μου ταίριαζε και την αγάπησα μέσα από το μυθιστόρημα».
(15) Ιάκωβος Καμπανέλλης, «Χρωστάω πολλά στην έπαρσή μου», συνέντευξη στον Γ. Σαρηγιάννη, Τα Νέα, 31.12.1999. Ο συγγραφέας αφηγείται πώς βρέθηκε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως και καταλήγει: «Όλος αυτός ο τυχοδιωκτισμός ήταν αποτέλεσμα των διαβασμάτων που είχα κάνει. Και ειδικά ενός συγγραφέα που τότε διάβαζα πολύ και που με ερέθιζε στη ζωή, του Κνουτ Χάμσουν, μ’ αυτούς τους περιπλανώμενους διανοούμενους αλήτες που ήταν οι ήρωές του».
(16) Μεν. Λουντέμης, Τα πλοία δεν άραξαν, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 4η έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 117.
(17) Βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, «Ο χαμσουνικός πυρετός και οι υποτροπές του»Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον 20ό αιώνα, επιμ. Κ. Α. Δημάδης, Β’ , Αθήνα 2007, σ. 445-457.
(18) Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, σελ. 236-237, Αθήνα, Σοκόλης, 1992.
(19) Η «προλεταριακή λογοτεχνία» ή «προλεταριακή τέχνη» που τροφοδότησε στην Ελλάδα τις συζητήσεις των διανοουμένων τη δεκαετία του ’20 είναι απόρροια της σοβιετικής Προλετκούλτ (Proletkult). Η διαφορά της από τη σοσιαλιστική τέχνη «που μπορεί να εννοηθεί μονάχα με το Σοσιαλισμό, πολύ ύστερα δηλαδή από την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας» υποστηρίζει ο Αιμ. Χουρμούζιος (τότε αρχειομαρξιστής που υπέγραφε με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζεβγάς, συντάκτης της Νέας Επιθεώρησης), είναι πως αποτελεί την «ιδεολογική έκφραση των πόθων του προλεταριάτου στον αγώνα των κοινωνικών τάξεων. Ο ρόλος της είναι φανερός: «να ανασκολοπίσει όλο το αστικό σύστημα, να εισχωρήσει ως τις πιο βαθειές δίπλες του, να ξετινάξει όλη τη βρωμιά του, να δείξει όλα τα γκρενάζια του και ν’ αποδείξει πως ολάκερο το σύγχρονο κοινωνικό συγκρότημα δουλεύει ελαττωματικά, αντίθετα με τη θέληση των πολλών» (Βλ. Αντρέας Ζευγάς, «Πέτρου Πικρού, Τουμπεκί»· Νέα Επιθεώρηση, αριθμ. 2, Φλεβάρης 1928, σελ. 59-60).
(20) Τον Αύγουστο του 1934, δύο εξέχουσες πνευματικές μορφές της ελληνικής αριστεράς, ο Δημήτρης Γληνός και ο Κώστας Βάρναλης, παρακολουθούν το Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα, στο οποίο για πρώτη φορά διατυπώνεται και κωδικοποιείται η θεωρία (;) του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» στην τέχνη, που, ανάμεσα και στις άλλες αρνητικές συνέπειες που επέφερε, όπως την εγκατάλειψη των καλλιτεχνικών μορφών του εξπρεσιονισμού και του υπερρεαλισμού προς όφελος του ρεαλισμού και του νατουραλισμού ή την αναζήτηση του θετικού προτύπου του προλετάριου (που, αν και θύμα ενός αμαρτωλού καθεστώτος είναι την ίδια στιγμή και τρομερός πολεμιστής, γρανίτης, κεραυνός, σίδερο, νικητής τροπαιοφόρος, στρατιώτης στο Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως θα γράψει ο Θέμ. Κορνάρος), οδήγησε την αριστερή κριτική στην άνευ όρων υπεράσπιση της λαϊκής παράδοσης,νομιμοποιώντας την ως τη μόνη που συντηρεί τη διαλεκτική ενότητα και αποτυπώνει τις εμπειρίες του εργαζόμενου λαού. (Βλ. Θέμ. Κορνάρος, «Πάνω στα προβλήματα της προλεταριακής τέχνης»·Νέοι Πρωτοπόροι, αριθμ. 12, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1932, σελ. 439-440).
(21) Βλ. Μουλλάς Παναγιώτης, «Αλήτευε τότε ο Κνουτ Χάμσουν», στην Εισαγωγή, στο Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία, (επ.) Συντακτική Επιτροκή Καρβέλης Τάκης κ.α., τόμος 1ος, Αθήνα: Σοκόλης, 1993, σελ. 47.)
(22) Μενέλαου Λουντέμη, «Τα πλοία δεν άραξαν», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 65-77.
(23) Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, σελ. 238-239, Αθήνα, Σοκόλης, 1992.
(24) Μενέλαου Λουντέμη, «Τα πλοία δεν άραξαν», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 31-44.
(25) Πέτρος Χάρης, Κριτική για τα Πλοία που δεν άραξαν, περιοδικό Νέα Εστία, 1938, τεύχος 24, Τώρα και Σαράντα χρόνια κριτικής ελληνικού πεζού λόγου. Τόμος Α’, 1928-1949. «Ε.Λ.Ι.Α.», Αθήνα 1981 , σελ.244).

Λογοτεχνικό αφιέρωμα στον Μενέλαο Λουντέμη(Μέρος Δεύτερο)Ιουλίου 16, 2013 από seisaxthiablog

 
του Δημήτρη Δαμασκηνού
Λογοτεχνικό αφιέρωμα
(Μέρος Τρίτο)
Έκσταση (1943).
    «Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που είχε ένα πολύ ωραίο σπίτι. Ήταν ευτυχισμένος γι’ αυτό του το σπίτι, μα πιο πολύ ήταν για την
αγάπη του. Μια μέρα πήγαν και τον βρήκαν κάτι λαχανιασμένοι άνθρωποι. «Καίγεται το σπίτι σου», του είπαν. «Δεν πειράζει», τους αποκρίνεται. « Τι πειράζει αφού έχω αγάπη». Κι έχτισε ένα καινούργιο σπίτι. Μα τώρα πια δεν είχε αγάπη……….. «Καίγεται το σπίτι σου! Καίγεται και το καινούργιο σου σπίτι!» του ξαναφώναξαν πάλι. « Τι πειράζει – τους ξαναποκρίνεται – Τι πειράζει αφού δεν έχω πια αγάπη ;  (1)»
    Στις 23 Aπριλίου 1941, ο βασιλιάς και η κυβέρνηση του αναχώρησαν από την Αθήνα για την Κρήτη, ενώ οι Γερμανοί προέλαυναν προς την πρωτεύουσα. Χάος και παράλυση είναι τα χαρακτηριστικά του σύντομου διαστήματος από την αναχώρηση των κυβερνώντων ως την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Πολλοί είναι αυτοί που αναχώρησαν επίσης για την Κρήτη και τη Μέση Ανατολή ή απλώς κατέφυγαν στην Πελοπόννησο και τα νησιά. Οι συνεχείς βομβαρδισμοί δρόμων και λιμανιών από εχθρικά αεροπλάνα ολοκλήρωσαν την εικόνα της αποδιοργάνωσης και του φόβου. Στις 27 Απριλίου οι Γερμανοί εισήλθαν σε μια σχεδόν άδεια Αθήνα, αφού οι κάτοικοι έμειναν πεισματικά κλεισμένοι στα σπίτια τους. Η ύψωση της ναζιστικής σβάστικας στην Ακρόπολη σηματοδότησε την αρχή της γερμανικής κατοχής. Διόρισαν κυβέρνηση «κουΐσλιγκς» με πρώτο πρωθυπουργό το Γεώργιο Tσολάκογλου, το στρατηγό που υπέγραψε τη συνθηκολόγηση.
  
 Γερμανικά τανκς στην οδό Αθηνάς τον Απρίλιο του 1941
    Με την πτώση της Κρήτης στα τέλη του Μαΐου, σημειώθηκε η ολοκληρωτική κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς, που επέβαλαν τη «Nέα Tάξη», που σήμανε τη συσσώρευση εξαιρετικών δεινών και δοκιμασιών για τον ελληνικό λαό.
Η Ελλάδα περιήλθε σε τριπλή κατοχή, αφού διαμοιράστηκε ανάμεσα στους Γερμανούς και τους συμμάχους τους, Iταλούς και Bουλγάρους. Στη Bουλγαρία παραχωρήθηκε μια ζώνη ανάμεσα στο Στρυμόνα και το Nέστο, που αργότερα επεκτάθηκε ως την Αλεξανδρούπολη, καθώς και τα νησιά Θάσος και Σαμοθράκη. Oι Γερμανοί κράτησαν τα 2/3 του Έβρου, την κεντρική και ανατολική Mακεδονία, κάποια νησιά του Aιγαίου, την Aττική και την Kρήτη. Στην Iταλία περιήλθε η υπόλοιπη Eλλάδα.
Έντρομοι οι κάτοικοι της περιοχής Αμπελοκήπων υποχρεώνονται να περάσουν μπροστά από το πτώμα κρεμασμένου πατριώτη. Στο στήθος του η επιγραφή γράφει: «Έτσι τιμωρούνται οι δολοφόνοι των Εθνικιστών». Το φωτογραφιζόμενο τιμημένο θύμα της αντίστασης είναι κατά πάσα πιθανότητα, ο Βλ. Αποστολάρης.
    Και στις τρεις ζώνες κατοχής η κατάσταση για τον ελληνικό λαό ήταν εξίσου απελπιστική. Στη γερμανική, ωστόσο, ζώνη η απομύζηση αγαθών, πόρων και των αποθεμάτων της χώρας, που καταδίκασε την οικονομία σε απόλυτο μαρασμό και συνακόλουθα τον πληθυσμό σε θανάσιμη πείνα, η καταστροφή της κάθε λογής υποδομής (συγκοινωνίες, κτίσματα), η απάλειψη κάθε ίχνους ελευθερίας, η τρομοκρατία των κατακτητών, οι φυλακίσεις, οι εκτελέσεις και οι εκτοπίσεις συνέθεσαν την εικόνα της ελληνικής εκδοχής της ναζιστικής νέας τάξης πραγμάτων, προκαλώντας την αντίσταση του ελληνικού λαού.
Δραματική εικόνα από την πείνα της ναζιστικής Κατοχής
    Τα δυο πρώτα χρόνια της Κατοχής ήταν πολύ δύσκολα για τον ελληνικό λαό, κατά συνέπεια και για τους λογοτέχνες του, που εκτός από το πρόβλημα της επιβίωσης, αντιμετώπιζαν προβλήματα με την κατοχική λογοκρισία ή –όπως είναι φυσικό- αυτολογοκρίνονταν στο έργο τους.
Η Αγγέλα Καστρινάκη στο βιβλίο της «Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950» (2), υπογραμμίζει την τάση «φυγής» που κυριαρχεί στα πρώτα χρόνια της Κατοχής, που –κατά την ταπεινή μου άποψη- είναι λογικό να φουντώνει, αφού αποτελεί μια «θεμιτή» μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης που αφήνει –κατά τεκμήριο- αδιάφορη τη γερμανική κατοχική διοίκηση. Λίγο αργότερα, στα 1943, η ευφορία, που δημιουργεί η προσδοκία για την λήξη του πολέμου (φούντωμα της Αντίστασης, νίκη για τα όπλα του Σοβιετικού Κόκκινου Στρατού στην τιτανομαχία του Στάλινγκραντ), αρχίζει να εκφράζεται στον χώρο της διανόησης, με την υπέρβαση του ατομισμού και την υιοθέτηση ενός πατριωτικότερου αγωνιστικού τόνου.
Στάλινγκραντ: όλη η πόλη ένα πεδίο μάχης
 «Η νίκη των στρατευμάτων μας στο Στάλινγκραντ – γράφει ο στρατάρχης Ζούκωφ (3)  – αποτέλεσε την αρχή της ριζικής καμπής του πολέμου υπέρ της ΕΣΣΔ… Από τη στιγμή αυτή η Σοβιετική διοίκηση πήρε ολοκληρωτικά τη στρατιωτική πρωτοβουλία και την κράτησε ως το τέλος του Πολέμου». Ήταν μια νίκη που κερδήθηκε με σκληρές μάχες σώμα με σώμα «από κτίριο σε κτίριο, όπου το κάθε κτίριο της πόλης γινόταν ερείπια» (4).
    Στα δύο τελευταία, ωστόσο, χρόνια της Κατοχής, παρατηρείται μια αυξημένη εκδοτική παρουσία λυρικών πεζών έργων. Ταυτόχρονα με τις εκδόσεις των νέων πεζογράφων, παλαιότεροι λογοτέχνες, με θητεία στην λυρική πεζογραφία και σημαντική παρουσία στον τύπο στη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, εκδίδουν τις δικές τους λυρικές αφηγήσεις (5). Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η Έκσταση (1943) (6) και το Γλυκοχάραμα (1944) (7) του Μενέλαου Λουντέμη κ.ά. (8).
    Η «Έκσταση», που ο Μενέλαος Λουντέμης τη χαρακτηρίζει, μυθοφαντασία, επισφραγίζει μια ολοκληρωμένη περίοδο του συγγραφέα, που μπαίνει στη συνέχεια στη δεύτερη και μεγαλύτερη περίοδό του, σημαδεμένη από την ένταξή του στην Αντίσταση και τα κατοπινά του μαρτύρια.
Η «Έκσταση» είναι ένα φιλοσοφικό βιβλίο με έντονο δραματικό τόνο που διατυπώνει την μοιραία «ατυχία» να είναι κάποιος καλλιτέχνης και τα επώδυνα και δυσβάσταχτα καθήκοντα που αυτό συνεπάγεται για τον ίδιο, αλλά και τα ευεργετικά οφέλη για τους γύρω. Το βιβλίο μέσα από διαλόγους του συγγραφέα με τον παράξενο επισκέπτη που γνωρίζει, αγγίζει θέματα, όπως υπαρξιακά, το όνειρο του ιδανικού Έρωτα, την ματαιότητα της παρούσας ζωής και τον αναπόφευκτο θάνατο, που έρχεται ως το φθινόπωρο στο εκστασιασμένο καλοκαίρι του Κλέαρχου, του παράξενου οδοιπόρου του συγγραφέα.
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ο μοναχικός συγγραφέας, συναντάει έναν ιδιόμορφο τύπο και περνάει μαζί του δύο «εβένινες» νύχτες, νύχτες χωρίς άστρα και μελαγχολικές, γεμάτες από φιλοσοφικές αναζητήσεις των δύο αντρών, που σύντομα ανακαλύπτουν πως έχουν πολλά κοινά στοιχεία, με κυριότερο την «καταραμένη» καλλιτεχνική κλίση…
     «… Μα πότε είναι ήρεμη μία νύχτα; Όταν δεν φυσάει; δεν έχει αστραπόβροντα; Μου φαίνεται πως όχι. Όταν η νύχτα κάνει χαλασμό έξω την ακούμε. Μας ειδοποιεί πως είναι μία νύχτα θυμωμένη, μία νύχτα που φοβερίζει γιατί δεν μπορεί να καταστρέψει. Καθίσατε όμως ποτέ να ακούσετε μια ήσυχη νύχτα; Όχι. Είναι γιατί τότε μας ακούει κείνη. Είναι μια νύχτα τυφλή• μπορεί και πεθαμένη. Πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμηθείτε τότε; Πώς μπορείτε να παραδοθείτε στην αγκαλιά μιας νεκρής; ‘Οι νύχτες αυτές είναι ασέληνες, μαβιές, έχουν τη μαυρίλα του έβενου. Είναι φόβος να σε πετύχουν στον ύπνο και να σε καταποντίσουν, να σε διαλύσουνε μες στο έρεβος. Κάθε τέτοιες νύχτες, κάτι φυλές της ζούγκλας ανάβουν μεγάλες φωτιές κι ως το πρωί χτυπάνε αδιάκοπα το ταμ-ταμ’» (9).
    Ο φιλοξενούμενος του συγγραφέα είναι ένας ταλαντούχος ζωγράφος, ο οποίος έπειτα από την ανάδειξή του ταλέντου του σε νεαρή ηλικία, ανακαλύπτει πως πάσχει από βαριά αρρώστια. Για να γιατρευτεί, καταφεύγει σε μακρινά και γαλήνια μέρη μακριά από τις καλλιτεχνικές συγκινήσεις που επιδεινώνουν το πρόβλημά του. Έπειτα από κάποια χρόνια αρμονίας, ευημερίας και φιληδονίας, αναγκάζεται να επιστρέψει για την κηδεία των γονιών του, κάτι που τον συγκινεί βαθύτατα και τον παρασέρνει να ασχοληθεί με την Τέχνη και πάλι…Μέσω αυτής, θα φτιάξει στο μυαλό του την ιδανική γυναίκα, τον τέλειο Έρωτα και θα ξεκινήσει την αναζήτησή της. Ο συγγραφέας, αντίστοιχα, είναι ένας μοναχικός αλλά λιγότερο απαισιόδοξος μεσήλικας, ο οποίος ακολουθεί τον ξένο στους συλλογισμούς και τους στοχασμούς του και επηρεάζεται από αυτούς .
Το δεύτερο μέρος αποτελείται από το χειρόγραφο που στέλνει ο ξένος καλλιτέχνης στον συγγραφέα και που εξιστορεί την εύρεση της ονειρεμένης του γυναίκας και τις αξέχαστες και γεμάτες Έρωτα καλοκαιρινές μέρες του μαζί της. Εδώ, ο εκστασιαζόμενος καλλιτέχνης περιγράφει με φανταστικό τρόπο τα συναισθήματα των δύο θνητών που «θεοποιήθηκαν» από την Αγάπη τους, νικώντας κάθε θεό αλλά και τον ίδιο τον Χρόνο.
    «Τι είμαστε;
Δεν βλέπουμε τους μαύρους καπνούς που βγάζουν οι πολιτείες.
Δεν βλέπουμε τους λεκέδες που κυκλοφορούν στους δρόμους με ανθρώπινες στολές. Δε βλέπουμε τις προτομές που ετοιμάζουν για ανάξιους. Δε βλέπουμε τα πουλιά να μοιρολογούν μελωδικά μες στα κλουβιά. Δε βλέπουμε… Δε βλέπουμε… Δε βλέπουμε…
Τι είμαστε;
Δεν νιώθουμε την πάχνη που κάθεται στα χόρτα. Δε νιώθουμε αν φυσά, αν βροντά, αν βρέχει.
Δεν νιώθουμε αν ο ήλιος βράζει, αν το πέλαγο θυμώνει, αν φοβερίζουν τα κύματα.
Τι είμαστε;
Μόνο η ιερή τούτη γη το ξέρει.
Είμαστε δυο αρχαίοι, αυτό είμαστε!
Κανείς δεν μπορεί να επιμένει ότι δεν είμαστε.
Είμαστε δυο έκπαγλοι εραστές με μυρωμένα στεφάνια στις κόμες. Δυο αρχαίοι εραστές με μαλακά σανδάλια. Ζούμε τα ανθεστήριά μας, τις ξανθές σελήνες των ερώτων μας.
Είμαστε δυο που περίμεναν και δεν περιμένουν. Δυο που κοιτούσαν τους δρόμους και τώρα κοιτούν τα μάτια τους.
Ήμασταν δυο άδειες αγκαλιές και τώρα δυο αγκαλιές γεμάτες.
Είμαστε, ναι, οι αρχαίοι εραστές!
Πάνω στα μέτωπά μας λάμπουν τα φιλήματα των θεών» (10).
    Το αναγεννημένο ζευγάρι περνάει από την Επίδαυρο, τις Μυκήνες, τη Χαλκιδική, από αρχαία μνημεία και δοξασμένους τάφους, μέρη που διεγείρουν το καλλιτεχνικό πνεύμα των δύο νέων:
…«Μυκήνες! Ξένε, κλάψε… Αν θέλεις να προσευχηθείς, δεν υπάρχει βωμός. Όλα είναι θρύψαλα, λιωμένα κάτω απ το ασήκωτο πέλμα του καιρού. Κι όμως… τον παλιό κείνο και φευγάτο καιρό όλα ήταν ολόρθα.
Οι σπασμένες υδρίες ήταν κάποτε ξεχειλισμένες νέκταρ. Τούτες οι κολόνες κρατούσαν στα κεφάλια τους τον ουρανό της σοφίας! Ύστερα οι Έλληνες μπούχτισαν, μέθυσαν απ τη γνώση και τη λάμψη και τα ’σπασαν όλα, τα ’καναν συντρίμματα! Ναι, απ’ την πολλή λάμψη τυφλώθηκαν.
Αν θέλεις να δεις Μυκήνες, φλογερέ προσκυνητή, σκύψε. Η πόλη βουλιαγμένη. Η Μυκήνα είναι υπογειούπολη. Ευλογία στα χώματα που τη φύλαξαν απ τους ανθρώπους της κι απ τη μανία της καταστροφής τους. (Τα χώματά σου, Ελλάδα, στάθηκαν πιο ελληνικά απ’ τους Έλληνές σου)» (11).
    Έως ότου ο θάνατος, με την ταυτόχρονη συμβολική έλευση του φθινοπώρου, έρχεται να δώσει δραματικό τέλος στο μεθυσμένο καλοκαίρι αλλά και στη ζωή των ερωτευμένων:
    «…Σ’ αυτόν τον τόπο των παράλληλων μονόλογων, όπου όλοι είμαστε τόσο τραγικά αυτοδίδακτοι… […]
    Η καρδιά μου πονά … και μια λιποθυμιά ναρκώνει τις αισθήσεις μου σα να ’χα πιει μεθυστικό ποτό …
………………………………………………
Αχ, για λίγο σταφυλένιο κρασί,
που θά ’χε παγώσει στη βαθειά σκισμένη γη,
που θα ’χε τη γεύση των λουλουδιών και της πράσινης εξοχής.
Τις αναμνήσεις των χορών, των χωριάτικων τραγουδιών
και της ηλιοκαμένης ευθυμίας…
Αχ, για ένα ποτήρι γεμάτο απ’ το ζεστό Νότο,
γεμάτο απ’ την αληθινή, την ευτυχισμένη Ιπποκρήνη,
με χάντρινους αφρούς στα χείλη.
Κι ένα ολοπόρφυρο στόμα για να ’πινα
και να ’φευγα αόρατη απ’ τον κόσμο αυτό,
ή μαζί σου να χαθώ στο σκοτεινό δάσος.
Να φύγω μακριά, να διαλυθώ και για πάντα να ξεχάσω
αυτό που ανάμεσα στα φύλλα εσύ δεν έμαθες ποτέ:
Την κούραση, την αγωνία, τον πυρετό του κόσμου τούτου
όπου οι άνθρωποι κάθονται κι ακούνε ο ένας τον άλλο να βογκά.
Εδώ που η αρρώστια μαδά τις τελευταίες άσπρες τρίχες.
Εδώ που τα νιάτα χλομαίνουν και σαν αδύνατοι πεθαίνουν σκελετοί.
Εδώ που το να σκέφτεσαι είναι το ίδιο σα να λυπάσαι.
Εδώ που η ομορφιά δε μπορεί να φυλάξει την αστραπή των ματιών της.
Ούτε ο σημερινός έρωτας
πιο πολύ απ’ το αύριο να κρατήσει.
Σ’ ακούω στη σκοτεινιά …
και για πολλή ώρα είμαι ερωτευμένος με το θάνατο …
και τον φωνάζω με γλυκά ονόματα, να δρέψει την αναπνοή μου
τώρα … που πιο πολύ κοντά από ποτέ
μου φαίνεται τόσο τέλειο να πεθάνω…» (12).
    Το βιβλίο, έχοντας έντονα δραματικό τόνο, σκιαγραφεί την βασανιστική, για τον ίδιο, ζωή ενός καλλιτέχνη, ο οποίος θυσιάζει την προσωπική του Ευτυχία, όντας πλημμυρισμένος από έντονα συναισθήματα, αγωνιώδεις στοχασμούς και φιλοσοφικές αναζητήσεις που τον καθιστούν, όπως δηλώνει ο συγγραφέας, «στρατιώτη» στο βωμό της Τέχνης και προς όφελος των άλλων, οι οποίοι θα γευτούν τους καρπούς της προσπάθειας του.
    «Θα ήθελα πεθαίνοντας κάτι να ευχόμουν στους ανθρώπους -να ευχόμουν πολλή, αμέτρητη ζωή-, μα είναι περιττό. Εκείνοι που αγάπησαν, δε θα τη χρειαστούν…» (13).
    Ωστόσο η ανακάλυψη, η λύτρωση, δεν θα έρθει παρά πολύ αργότερα, όταν ο ίδιος θα είναι πια σε θέση να ορίσει στον επίλογό του, πως μπορεί η ευτυχία η δική σου να μην είναι παρά μονάχα ο τρόπος για να δίνεις λίγη ευτυχία στους άλλους:
    «Την προσωπική σου ευτυχία δε θα βρεις υλικά να την φτιάξεις. Θα την ανακαλύψεις μόνος σου μέσα στην ξένη χαρά, στο ξένο τραγούδι. Πρέπει να συνηθίσεις να αγαπάς εκείνο που σου λείπει. Να συνηθίσεις να αντέχεις εκείνο που έχεις.
Αλλά τότε… Αν είναι έτσι όπως το λες, πως μπόρεσες, εσύ, χωρίς ευτυχία, να σύρεις ως εδώ την ύπαρξη σου; Σήμερα τελειώνει ένας αιώνας. Μήπως ανακάλυψες μέσα απ’ τα ρούμανια της ζωής, κανένα μονοπάτι που να μπορείς να το περάσεις χωρίς να ξεσκιστείς;»
Όχι. Ανακάλυψες, όμως Κάτι άλλο: τη μέθοδο να δίνεις λίγη ευτυχία στους άλλους. Τα λεξικά δεν τη γράφουν έτσι… Τη λένε μαρτύριο, αλλά ποιος ξέρει; -μπορεί αυτή να είναι η πραγματική- και η μόνη – Ευτυχία»
Αθήνα 1956
Ο ΙΔΙΟΣ (14)
    Ο Μενέλαος Λουντέμης, όμως, με τη δημοσίευση του έργου του θα δεχτεί απαξιωτική κριτική από τον Απόστολο Σαχίνη που γράφει στο περιοδικό «Νέα Γράμματα» τον Ιανουάριο του 1944: «Υπάρχουνε περιπτώσεις που η λογοτεχνική κριτική στην προσπάθειά της ν’ αγκαλιάσει όλα τα ‘είδη’ του λόγου, χωρισμένα από τα πριν για τη διευκόλυνση της δουλειάς της, και να προδικάσει ανάμεσα από την προοπτική του χρόνου την υποθετική διάρκεια του αντικειμένου της, βρίσκεται σε πραγματικό αδιέξοδο. Είναι η περίπτωση της Έκστασης του Μενέλαου Λουντέμη. Το άνισο και άμετρο αυτό πεζογράφημα, που το πρώτο μέρος του είναι ένας εφιαλτικός διάλογος πάνω σε προβλήματα με αμφίβολη φιλοσοφική υπόσταση και το δεύτερο ένα λυρικό ξέσπασμα και μια λυρική καταφυγή προς τη φύση, σαν την πιο κατάλληλη και υποβλητική σκηνογραφία για έναν ανυπέρβλητο σ’ έξαρση έρωτα, θα έφερνε σε πραγματικά δύσκολη θέση τον κριτικό που θα καταπιανότανε με την εξέταση της αισθητικής δικαίωσής του, αν δεν φρόντιζε ο ίδιος ο συγγραφέας του με ένα άρθρο στην ‘Πρωία’ να τον κατατοπίσει, διαλαλώντας προγραμματικά την επιδίωξή του και υποδείχνοντάς του έτσι κάποιο δρόμο […]» (15).
Η επιβολή της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά το 1936 κατέστειλε οριστικά την κυκλοφορία των λογοτεχνικών περιοδικών της αριστεράς. «Το τεύχος Ιουλίου των Νέων Πρωτοπόρων κατάσχεται από τα περίπτερα, όπως φυσικά και όλα τα αριστερά και κομμουνιστικά λογοτεχνικά έντυπα και βιβλία, που αποσύρονται από τα βιβλιοπωλεία, ενώ, κατά το ναζιστικό πρότυπο, καίγονται (με εντυπωσιακή τελετή σε κεντρική πλατεία κοντά στο Ζάππειο) όσα επαναστατικά βιβλία έχουν κατασχεθεί από τα σπίτια συλληφθέντων κομμουνιστών ή θεωρουμένων ως συνοδοιπόρων τους. Ανάμεσα στα βιβλία που κάηκαν ήταν και ο Επιτάφιος του Γ. Ρίτσου στη λαϊκή έκδοση του Ριζοσπάστη» (16). Παρ’ όλους τους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και τις απαγορεύσεις της λογοκρισίας, το λογοτεχνικό περιοδικό Τα Νέα Γράμματα άρχισε να εκδίδεται τον Ιανουάριο του 1935, δεκαεννέα μήνες, δηλαδή, πριν από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου του ’36. Διευθυντής του ήταν ο Ανδρέας Καραντώνης, που ήταν βενιζελικός, ήταν ωστόσο σφοδρός αντικομμουνιστής διανοούμενος και επηρεασμένος εκείνον τον καιρό τουλάχιστον  από τη ρητορική της 4ης Αυγούστου στην αναζήτηση της ελληνικότητας (17).συνέχισε να κυκλοφορεί, κατά τα φαινόμενα, τουλάχιστον, απρόσκοπτα μέχρι και την άνοιξη του 1940, λίγους μήνες, δηλαδή, πριν από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Μετά την απελευθέρωση  επανακυκλοφόρησε στο τέλος του 1944, όταν ο Ανδρέας Καραντώνης συνεργάστηκε με τον Γιώργο Κατσίμπαλη, όπως αργότερα (1946-1952) έκαμε και με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση».
    Ο Απόστολος Σαχίνης που ποτέ δε συμμερίστηκε τους αγώνες και τις αγωνίες της αριστεράς στην τέχνη και την κοινωνία αναφέρεται βέβαια στην απάντηση που έδωσε ο ίδιος ο Λουντέμης χολωμένος στους επικριτές του το 1943: «Θα μείνω πρωτογονικός και ανήμερος, δεν θα κάνω ποτέ Τέχνη, αλλά Αλήθεια (με μεγάλα γράμματα) και Ζωή (με πιο μεγάλα και ματωμένα γράμματα)». Αυτά δήλωνε στην «Πρωϊα», υπερασπιζόμενος το χαμσουνικό πρότυπο του αυτοδίδακτου προλετάριου-συγγραφέα που είχε για τον ίδιον και το έργο του επιλέξει (18) .
Αποτυπώνοντας αυτή την αρνητική ατμόσφαιρα θα γράψει τις κριτικές του παρατηρήσεις για την Έκσταση ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου πολλά χρόνια αργότερα: «Ο αυθεντικός χαρακτήρας και τα καλοσχεδιασμένα ανθρώπινα πορτρέτα περνούν σε δεύτερο πλάνο στην Έκσταση. Ο Λουντέμης αντιστρατεύεται το στέρεο ρεαλισμό του με μια αναγωγή σε φιλολογικά πρότυπα που δεν του πηγαίνουν. Η ιδέα του ξένου και του επισκέπτη, πίσω από την οποία φιλοδοξεί να κρύψει εαυτόν, χωλαίνει τόσο στο επίπεδο της σύνθεσης όσο και στο πεδίο της αληθοφάνειας. Ο άγνωστος του αντικρινού παραθύρου θυμίζει αχνά κάτι από Ντοστογιέφσκι, δεν διαθέτει, όμως, καμιά από τις δαιμονικές ιδιότητες των ηρώων του: τα βάζει με τους καλλιτέχνες, μιλάει για την ηθική και την ευτυχία, αλλά δεν μας πείθει ούτε για τον απαισιόδοξο τόνο των αποστροφών του ούτε για την παρακμιακή του τοποθέτηση. Αποκαλύπτει, αντιθέτως, γρήγορα τις αδυναμίες της αυθαίρετης κατασκευής του, όντας εντέλει παθητικός και μόνον υποδοχέας των ποικίλων εκτιμήσεων του συγγραφέα»
Και σε ό,τι αφορά την ανατροπή του ρεαλιστικού κανόνα, ωστόσο, η Έκσταση παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα. Τα περάσματα από  το πραγματικό στο φανταστικό δεν δικαιολογούνται επαρκώς, το ονειρικό κλίμα διαταράσσεται αδέξια με σχόλια και εκτός δράσεως παρεμβολές και ο εσωτερικός χρόνος παραβιάζεται κατά βούλησιν και με μεγάλες αβαρίες: τα χάσματα και τα κενά δεν αντιπροσωπεύουν κάποια αμφισβήτηση της λογικής, αλλά τη δυσχέρεια του δημιουργού να θέσει υπό έλεγχο τα παραστατικά του μέσα (19).
Μ’ ένα διαφορετικό, πιο συγκαταβατικό –για τον συγγραφέα- πνεύμα σχολιάζει την «Έκσταση» ο Γιάννης Χατζίνης, χαρακτηρίζοντας την ανάγνωσή της… «κάποια δοκιμασία», χωρίς να αμφισβητεί, όμως, την ποιότητα του ταλέντου του συγγραφέα της, όπως είχε ήδη εκδηλωθεί σε άλλα του βιβλία:
«Κάτι ‘καινούριο’, μια νέα πρωτοτυπία, κυρίως από συνθετική άποψη, επιδίωξε να μας δώσει μ’ ένα άλλο ενδιάμεσο βιβλίο του, την «Έκσταση», που την χαρακτήρισε ο ίδιος ως ‘μυθοφαντασία’. Αν σ’ αυτό δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα προβλήματα του είδους, ίσως γιατί βγήκε από τα όρια του ταλέντου του, μας έκαμε άλλη μια φορά να σκεφθούμε πως το μεγάλο μυστικό του καλλιτέχνη είναι να διακρίνει καθαρά το δρόμο του και να σφυγμομετρήσει τις δυνάμεις του, αν δεν θέλει να σπαταληθεί άδικα. Ωστόσο όλα τα βιβλία του κ. Λουντέμη –τα τέσσερα αυτά που ήδη αναφέραμε- αποκαλύπτουν και εξηγούν τον άνθρωπο που τα έγραψε. Περισσότερα ίσως η ίδια η «Έκσταση» μας δείχνει πιο άμεσα, με τρόπο πιο οξύ και πιο παθητικό, το δράμα μιας ψυχής, που ζητάει ανταπόκριση στη ζωή, γιατί δεν μπορεί να βαστάξει μοναχή κι ασυντρόφευτη, που είναι έτοιμη να ζήσει με όλους τους πόρους της, χωρίς υπολογισμό, την αγάπη, -αναγκαία γι’ αυτήν, όπως είναι για το κορμί αναγκαίο το ψωμί και το νερό. Καταλαβαίνω γιατί αγάπησε την «Έκστασή» του ο κ. Λουντέμης, γιατί δεν μπόρεσε να υποφέρει την επίκριση που έγινε σ’ ένα βιβλίο, που συγκέντρωσε ό,τι είχε και δεν είχε, όλο το θησαυρό του αισθήματος-, αλλά όπου επίσης του διέφυγαν όλα εκείνα τα ουσιαστικά στοιχεία που θα στερέωναν καλλιτεχνικά τη σύλληψή του και θα δικαίωναν την προσφορά του. Το ίδιο και ο εραστής που δίνεται αλογάριαστα, παραξενεύεται όταν δεν έχει εξίσου πλούσια την ανταπόδοση που προσδοκάει, κι όσο περισσότερο υποφέρει γι’ αυτό, τόσο βλέπει μεγαλείτερη την αδικία, τόσο πιο απεγνωσμένα προσκολλιέται στην ιδέα του και στο μαρτύριό του. Αν όμως και για την άσκηση του έρωτα χρειάζεται μια πειθάρχηση και μια τέχνη, πολύ περισσότερο πρέπει να χρειάζεται, πρέπει ν’ αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση, το πιο στοιχειώδες εφόδιο, για την καλλιτεχνική δημιουργία. Η «Έκσταση» -που περικλείει μολαταύτα, σαν ουσία λυρική, πολλά «Γλυκοχαράματα»- είναι το βιβλίο που δεν θαπρεπε να γραφεί, όπως ο λόγος του μεγάλου πάθους δεν θάπρεπε να ειπωθεί στη σκληρή και εγωϊστική ερωμένη. Δεν υπάρχει τίποτε βαθύτερα εγωϊστικό, από τη στάση του αναγνώστη απέναντι στο συγγραφέα. Όταν δεν παρασυρθεί απ’ αυτόν, όταν μείνει ξένος προς τον κόσμο του, γίνεται ο πιο αμείλικτος, ο πιο αδυσώπητος κριτής. Ο κ. Λουντέμης βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστος για να δεχθεί την κριτική που έγινε στην «Έκσταση», και αντί να στρέψει το βλέμμα του προς τον ίδιο τον εαυτό του για ν’ ανακαλύψει τις αιτίες της επίκρισης, άφησε, σαν τον αποτυχημένον εραστή, να ξεσπάσει ασυγκράτητη η πικρία κ’ η αγανάκτησή του εναντίον των κριτικών του» (20).
  Φθινόπωρο 1941: Η ομάδα των λογοτεχνών του ΕΑΜ Καλλιθέας στην πλατεία της Καλλιθέας.
Από αριστερά Γιάννης Χατζίνης, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Σωτήρης Σκίπης, Έλλη Αλεξίου (γραμματέας της ομάδας), Γιώργος Βαλέτας και Γιώργης Λαμπρινός (δολοφονήθηκε στη Λάρισα μετά την απελευθέρωση).
Στην ομάδα ανήκε και ο Γιάνης Κορδάτος, που απουσιάζει από τη φωτογραφία
Υποσημειώσεις:
(1) Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη: «Έκσταση», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2010, σελ. 82.
(2) Αγγέλα Καστρινάκη, Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950, Πόλις 2005.
(3) Γ. Κ. Ζούκοφ: «Αναμνήσεις και Στοχασμοί», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 2ος, σελ. 151.
(4) Denis Richards: «Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης 1789- 2000», εκδόσεις Δ. Παπαδήμα, σελ. 554.
(5) Στα 1943/44 επανεκδίδονται μερικά από τα σημαντικότερα λυρικά πεζογραφήματα του μεσοπολέμου, όπως για παράδειγμα Η τελευταία νύχτα της γης (1924) του Πέτρου Χάρη, η Γαλήνη (1939) του Ηλία Βενέζη (φθάνει στην τέταρτη έκδοση), η Eroica (1938) του Κοσμά Πολίτη. Επίσης πεζογράφοι του μεσοπολέμου εκδίδουν καινούρια λυρικά έργα, όπως η Κρίσιμη Ώρα και ο Μακρινός Κόσμος (1944) του Πέτρου Χάρη, Τα χειρόγραφα της μοναξιάς (1943) και Οι δύο και η νύχτα (1944) του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, το Κόντρα στον άνεμο (1943) της Ειρήνης Γαλανού, τα Παγανά (1945) του Στρατή Μυριβήλη κ.α.
(6) Μενέλαος Λουντέμης, «Έκσταση», εκδ. Αετός, 1943.
(7) Μενέλαος Λουντέμης, «Γλυκοχάραμα», Αθήνα 1944. Δεύτερη έκδοση: Δίφρος.
(8) Παρόντες και οι λυρικοί πεζογράφοι της Σχολής της Θεσσαλονίκης. Ο Στέλιος Ξεφλούδας, στα 1944, εκδίδει τον Κύκλο και ο Γιώργος Δέλιος, στα 1947, τη συλλογή διηγημάτων Μουσική Δωματίου. Βλ. Κέλη Δασκαλά, Οι λυρικοί πεζογράφοι της Κατοχής, εφημ. Αυγή, 28/10/2009. Η Κέλη Δασκαλά διδάσκει νεοελληνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Το άρθρο συνοψίζει τα ζητήματα που την απασχόλησαν στην αδημοσίευτη διδακτορική της διατριβή «Η λογοτεχνική παραγωγή της «γενιάς του 1940» και η επι-στροφή στην λυρική πεζογραφία» (Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, Δεκέμβρης 2006).
(9) Μενέλαου Λουντέμη: «Έκσταση», ο.π., Αθήνα 2010, σελ. 20.
(10) Μενέλαου Λουντέμη: «Έκσταση», ο.π., Αθήνα 2010, σελ. 93-94.
(11) Μενέλαου Λουντέμη: «Έκσταση», ο.π., Αθήνα 2010, σελ. 128-129.
(12) Μενέλαου Λουντέμη: «Έκσταση», ο.π., Αθήνα 2010, σελ. 145-146.
(13) Μενέλαου Λουντέμη: «Έκσταση», ο.π., Αθήνα 2010, σελ. σελ. 151.
(14) Μενέλαου Λουντέμη: «Έκσταση», ο.π., Αθήνα 2010, σελ. 155.
(15) Απόστολος Σαχίνης, περιοδ. Τα Νέα Γράμματα, περίοδος Β’, χρόνος 2ος, τεύχος 1, Ιανουάριος 1944, Τώρα και Η πεζογραφία της Κατοχής, εκδ. Ίκαρος, 1948.
(16) Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του μεσοπολέμου (1918-1940), Εκδόσεις Καστανιώτη, 2001, τόμος Β’, σελ. 563.).
(17) «Αν ο πνευματικός εθνισμός και ουμανισμός, που ορισμένοι Έλληνες διανοούμενοι οραματίστηκαν στη δεκαετία του ’30, ήταν μια μορφή αντίδρασης στην αναγκαστική σύμπτωση των γεωγραφικών ορίων έθνους και κράτους, η οποία συντελείται το 1923, η δικτατορία του Μεταξά, μη διαθέτοντας την ιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική του Μουσολίνι ή του Χίτλερ, επεχείρησε ένα είδος συμβιβασμού με τη νέα πραγματικότητα συμπιέζοντας αυτές τις δύο οντότητες κάτω από την έννοια του εθνικού κράτους. Ο πνευματικός εθνισμός, ως εκλεπτυσμένο υποκατάστατο του εδαφικού επεκτατισμού και της Μεγάλης Ιδέας, στηριζόταν σε μια αρχή επεκτατικού φιλελευθερισμού, σύμφωνα με την οποία κάθε έθνος διατηρώντας την ταυτότητά του φιλοδοξούσε να συνδιαλλαγεί αλλά και να κυριαρχήσει πνευματικά στα άλλα έθνη ενώ ο «κρατικός εθνικισμός» της 4ης Αυγούστου διακατέχεται από απομονωτικό συγκεντρωτισμό. […] Τα κύρια γνωρίσματα του «κρατικού εθνικισμού» είναι ότι αναγορεύει το «εθνικόν κράτος» σε ηθική και πνευματική δύναμη που δεν αρκείται σε απλό εποπτικό ρόλο αλλά θεωρεί υποχρέωση να ρυθμίζει την υλική και πνευματική ανάπτυξη του συνόλου». (Δημήτρης Τζιόβας, Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο, Οδυσσέας, 1989, σσ. 141-142.). Βλ. Σάββας Καράμπελας, Τα Νέα Γράμματα στην περίοδο της δικτατορίας Μεταξά: Στοιχεία της πολιτικής ταυτότητας του περιοδικού, εισήγηση στο Γ’ συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα, 2-4 Ιουνίου 2006.
(18) Το λογοτεχνικό πρότυπο του Μενέλαου Λουντέμη είναι σαφέστατα ο Κνουτ Χάμσουν. Ίσως ο  Peter Mackridge στην (ανέκδοτη) διατριβή του, The Development of the Greek Novel 1922-1940, Οξφόρδη 1972, σελ. 42-45, αφιερώνοντας ένα κεφάλαιο στην επίδραση του Χάμσουν, συμβάλλει στην κατανόηση αυτού του φαινομένου όταν –με αρκετή εχθρότητα προς τον Νορβηγό συγγραφέα– επισημαίνει: «In fact, since he is superficial and sentimental, Hamsun is easily imitable. His writing, based purely on emotion, is free from intellectual ideas and moral struggles. It does not require great experience, maturity or knowledge of people to write in this facile way».
(19) Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία• Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), Ε’, σελ. 241, Αθήνα, Σοκόλης, 1992.
(20) Γιάννης Χατζίνης, Το διήγημα–Κριτική: Μενέλαου Λουντέμη, «Έκσταση» – «Γλυκοχάραμα», περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 405, σελ. 410-412.
============================================================
Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας…
του Δημήτρη Δαμασκηνού
Λογοτεχνικό αφιέρωμα
(Μέρος Τρίτο)
4. Αντίσταση με όπλο τη λογοτεχνία
Τα σπίτια σας κι αν κάψανε, κι αν πήραν τα προικιά σας,
η ανταρτοσύνη να ’ναν καλά και πάλι ’ναι δικά σας
(Λαϊκό αντάρτικο τραγούδι της Κατοχής)
Η αντίσταση του λαού άρχισε από την πρώτη μέρα της εισόδου των Γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα και φούντωσε την κρίσιμη διετία 1943-44 παίρνοντας χαρακτήρα παλλαϊκής εξέγερσης. Οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, σχεδόν στο σύνολό τους, κράτησαν εχθρική στάση απέναντι στους καταχτητές και τους συνεργάτες τους και φρόντισαν να στείλουν μηνύματα που εκφράζανε την αντίθεσή τους σε κάθε ιδέα συναλλαγής και συμβιβασμού (1).

Au rendez-vous Allemand,
«Ενθύμιον της κατοχής. Αθηναία κυρία μπροστά σε Γερμανό κατακτητή»
Ελαιογραφίες, Ζωγραφική

Το σύνθημα για την έναρξη της πνευματικής αντίστασης, έδωσαν δύο ποιητές: Ο ʼγγελος Σικελιανός και ο Κώστας Βάρναλης. Στο περιοδικό «Νέα Εστία», το Μάιο του 1941, ο ʼγγελος Σικελιανός δημοσίευσε ένα μανιφέστο με τον τίτλο «Το σημερινό Ελληνοκεντρικό Πνευματικό αίτημα», με το οποίο καλούσε τους λογίους να δώσουν ιδιαίτερο βάρος στην παιδεία, στην καλλιέργεια των βαθιά ελληνικών αξιών, που θα προετοιμάσει κάποτε ένα καλύτερο μέλλον. Το κείμενο κατέληγε με την έκκληση: Ας εργαστούμε μέρα νύχτα, κι ο καθένας στον τομέα του κι όσο δύναται ο καθένας και περισσότερο από κείνο που μπορεί, για ν’ αναστήσει και να στήσει ανάμεσά μας και στον κόσμο την υπέρτατη Ελληνική Ιδέα…. Ο Κ. Θ. Δημαράς σε επιφυλλίδα του στην εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» της 31/5/1941 έγραφε: Είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουν οι πνευματικοί άνθρωποι, ότι δεν ανήκουν στον εαυτό τους, αλλά σε μια ολότητα και ότι από τη χιλιόχρονη ιστορία μας θ’ αντλήσουμε τα διδάγματα που μας χρειάζονται. Η Ιστορία θα μας βοηθήσει να βρούμε τον εαυτό μας, να εκφραστούμε.
Το χειρόγραφο αυτό του Σικελιανού, με τις ευχές του για τον καινούριο χρόνο, απευθυνόμενος στην ελληνική νεολαία, προοριζόταν για τις Αθηναϊκές εφημερίδες. Η Γερμανική λογοκρισία το απέρριψε με το φανερό σημάδι επάνω του: nein. Τελικά δημοσιεύθηκε τον Γενάρη του ’45 στο περιοδικό «ΑΕΡΑ» που εκδιδόταν στην ΑίγυπτοΟ Κ. Βάρναλης στις 29/4/1941, από την «Πρωΐα», με το χρονογράφημά του «Το αηδόνι» διαλαλεί: «Α, δε θαμπώνει τη λαλιά μου/ θανάτου φοβέρα…». Έπειτα προσδιόριζε το ρεαλιστικό περιεχόμενο της πνευματικής αντίστασης: Να πλησιάσουν οι πνευματικοί άνθρωποι το Λαό, να βάλουν την καρδιά τους πάνω στην καρδιά του Λαού για να χτυπήσει ομόθυμα μ’ εκείνην, να στεριώσουν περισσότερο τις ζωντανές και γόνιμες δυνάμεις του Έθνους και να ξερριζώσουν τις στείρες πλάνες που έχει. Δεν έχουν το δικαίωμα ν’ αρνηθούν αυτό το καθήκον με διάφορες θεωρίες «φυγής προς το Εγώ», που κρύβονται κάτω από αισθητικές φωνασκίες ή θεωρίες «παιδακισμού».
Η εφημερίδα «Πρωΐα», με πρωτοπόρους τους Βάρναλη και Νίκο Καρβούνη, γίνεται «βήμα» αντίστασης δεκάδων λογοτεχνών και πανεπιστημιακών καθηγητών, μεταξύ των οποίων οι: Ρώτας, Καραγάτσης, Βενέζης, Τερζάκης, Γ. Λαμπρινός, Εμ. Κριαράς, Μ. Χατζηδάκης, Βρεττάκος, Λαπαθιώτης, Βαλέτας, Λυγίζος (2). Αναμεσά τους βρίσκεται και ο Μενέλαος Λουντέμης. Ο Λουντέμης συνεργαζόταν επίσης και με το περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα» γράφοντας τολμηρότατα αντιστασιακά κείμενα. Συνεργάστηκε τέλος και με το περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά», που άρχισε να εκδίδεται στην Αθήνα το 1944 (3).
Ωστόσο, μία από τις κορυφαίες πράξεις αντίστασης όχι μόνο του πνευματικού κόσμου μα ολόκληρου του λαού της Αθήνας ήταν η κηδεία του Κωστή Παλαμά. Στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, βαριά άρρωστος ο Κωστής Παλαμάς πεθαίνει στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, στις 3 π. μ. Η κηδεία του έμεινε ιστορική καθώς, μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμος τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία, στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.
«Η ταφή του Παλαμά». Ξυλογραφία του Σπύρου Βασιλείου που δημοσιεύτηκε στο τεύχος των Χριστουγέννων του 1943 της «Νέας Εστίας», αφιερωμένο στον Κωστή Παλαμά.
Το απόσπασμα που ακολουθεί, είναι από το βιβλίο του Μενέλαου Λουντέμη «Ο Εξάγγελος», που μιλά ο συγγραφέας για τον ʼγγελο Σικελιανό. Περιγράφει πως έζησαν εκείνη τη μέρα οι ίδιοι. Στον πρώτο διάλογο, μιλά ο Σικελιανός με το Λουντέμη –η Αννούλα, είναι η γυναίκα του Σικελιανού, και η Ναυσικά η κόρη του Παλαμά)
Ηχήστε οι σάλπιγγες..! (4)
«-Πεθαίνει ο Παλαμάς. Ναι…μου το μήνυσε η Ναυσικά κι αρρώστησα. Έστειλα την Αννούλα να του πει ότι είμαι άρρωστος. Κείνος πεθαίνει. Γι’ αυτό δεν μπορώ να τον ιδώ. Δεν μπορώ να δω άνθρωπο να πεθαίνει, χωρίς να είναι άρρωστος. Είναι αβάσταχτο. Κάνει πιο πικρόν ένα θάνατο, που είναι δα κι από μόνος του αρκετά πικρός. Τι να ’κανα;» (…)
Ήθελα κι εγώ να δω τον Παλαμά πολύ, ως τότε μόνο στις φωτογραφίες τον έβλεπα. Τον είδα μια φορά στην Ακαδημία. Αλλά ήταν τόσο μεγάλη η απόσταση που…νόμισα πως ξαναείδα τη φωτογραφία του.
Ο Κωστής Παλαμάς ήταν ένας αινιγματικός μελλοθάνατος. Τα τελευταία δέκα χρόνια τα περνούσε (όχι καθισμένος) αλλά αποθεμένος στην πολυθρόνα του. Έτσι -εκτός από έναν πολύ στενό κύκλο-, για όλους μας ήταν, περίπου, νεκρός. Ένας μεγάλος ποιητής, που πέθαινε. Μα, με τόσο αργό ρυθμό, που νόμιζες πως δεν θα πεθάνει ποτέ. (…)
«Η Αννούλα όμως αργεί. Λες να τ ε λ ε ί ω σ ε ; Αλλά…τι λέω; Τελειώνουν ποτές αυτές οι ζωές; Όχι. Σταματούν.»
Σταμάτησε για λίγο κι ο ίδιος, μπορεί για να αφουγκραστεί. (…)
Φύγαμε από κει. Κρυώναμε. Ο Παλαμάς είχε ξεψυχήσει πριν από μια ώρα. Χωρίσαμε σ’ ένα σταυροδρόμι. Πονούσαν οι κροτάφοι μου. Είχα, ως φαίνεται, κρυολογήσει. Μα δεν έπεσα στο κρεβάτι. Κλήρος βαρύς έπεφτε στους ώμους μας. Να πάρουμε στα χέρια μας την υπόθεση της ταφής. Σμίξαμε πρωί πρωί όλοι στο βιβλιοπωλείο του ‘Αετού’. Μας προσδέχτηκε ισκιωμένος ο Κίμων Θεοδωρόπουλος με τον Χρυσ. Γανιάρη. Είχαν κι οι δυο μαύρο περιβραχιόνιο. (…)
Τότε εμφανίζεται ο γιος του Παλαμά:
– Κύριοι!!.. είπε στυφά. Σας παρακαλώ. Σεβαστείτε το πένθος μας! Τι θέλετε, επιτέλους, απ’ το νεκρό μας; Αφήστε τον ήσυχο!… Θα τον ενταφιάσει η οικογένειά του, σεμνά, οικογενειακά (ήθελε να πει ‘μυστικά’).
ʼφρισα.
– Ποια οικογένειά του; του λέω. Φαίνεται, κύριε, πως δεν ξέρετε π ο ι ό ν είχατε πατέρα! Οικογένειά του είναι όλη η Ελλάδα. Μόνος του την απόκτησε. Και κανένας ανάξιος γιος δεν μπορεί να του την αφαιρέσει.
Ήταν μέτριος σ’ όλα. Στην ποίηση, στη ζωγραφική, στη λογιστική. Σήμερα αποδειχνότανε μέτριος και στα αισθήματα.
– Ξεκινάτε από ‘αλλότριους’ σκοπούς… είπε με σφιγμένα τα δόντια. Δεν θα σας αφήσω να κάνετε τον πατέρα μου ύποπτο φλάμπουρο.
- Φλάμπουρο είναι! Και προς τιμήν του. Και προς τιμήν σου. Αν είσαι μικρός γι’ αυτήν την τιμή, παραμέρα!… Κλείσου στο σπίτι σου. Θα περάσει ο Λαός και θα σε παρασύρει. Κρύψου! Τ’ άλλα είναι δική μας υπόθεση.
Έτσι νομίζαμε. Ότι ήταν δική μας μόνο υπόθεση, του πνευματικού μόνο κόσμου. Μα πίσω μας ήταν σύγκορμος ο Λαός. Ούτε υποπτευόμασταν, ως τότε, τι γινόταν πίσω απ’ το οικογενειακό πένθος των λογοτεχνών. Η Αθήνα είχε όλη ντυθεί στο πένθος κι ετοιμαζόταν να ξεπροβοδίσει το μεγάλο της πατέρα. Πώς το ’μαθαν; Ποια μυστική καμπάνα έκραξε μες τα μεσάνυχτα; Ποιος ειδοποίησε τις μυριάδες των πολιτών της πανάρχαιας πόλης ότι έφτασε η ώρα της πρώτης μάχης;
Σαν είδαμε το πρωί τα πλήθη, μείναμε άφωνοι. Πλήθη αμέτρητα, άπειρα, ανόμοια… Ο Λ α ό ς! Φορτώθηκε το αγέρωχο πένθος του, όπως ταίριαζε για ένα τέτοιο νεκρό, σε μια τέτοια ώρα, σε μια τέτοια πόλη.
Είναι αδύνατο -και τώρα- να περιγράψω αυτή τη θανή. Μου λύνονται οι αρμοί. Στην εξέδρα, δίπλα στο φέρετρο, σε μια στιγμή -σα χρησμός- ο Σικελιανός! Η φωνή του θαρρετή, σαν την ‘κόψη του σπαθιού την τρομερή’, έσκισε την πένθιμη σιωπή:
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Ρίγη προφητικά μας διαπέρασαν όλους.
Οι τόνοι της φωνής του ξεχύθηκαν εξαγγελτικοί ως κάτω στην Πόλη, εισέβαλαν απ’ τα Προπύλαια κι ανέβηκαν στην Ακρόπολη! Κι εκεί…
Το ποίημα δεν είχε ακόμα τελειώσει. Οι τόνοι του μόλις είχαν αρχίσει να σβήνουν…Και τότε, με τα χείλη του Λαού, απάντησε -από απόσταση ενός αιώνα- σε τούτον τον Έ λ λ η ν α Ποιητή, ένας άλλος Έ λ λ η ν α ς Ποιητής:
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή
Σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη…..
Είχαμε ασυναίσθητα γονατίσει Και ψέλναμε Μεγαλόφωνα. Τον Ύμνο μας, της αστρομέτωπης Λ ε υ τ ε ρ ι ά ς!
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλει, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;
[Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: ‘Ο Παλαμάς !’,
ν' αντιβογκήσει τ’ όνομά του η οικουμένη !
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.
Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,
που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα ! (5)]
Στις 27 Φλεβάρη 1943, μεγάλο πλήθος, παρ’ όλες τις απαγορεύσεις, συνοδεύει στην τελευταία του κατοικία τον μεγάλο ποιητή Κωστή Παλαμά. Ανάμεσά τους ο Α. Σικελιανός, η Μ. Κοτοπούλη, ο Η. Βενέζης, ο Σ. Μελάς και πολλοί άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών. Αψηφώντας τις απαγορεύσεις, ο φωτορεπόρτερ Κώστας Μεγαλοκονόμου, απαθανάτισε την ιστορική στιγμή.
Παράλληλα, μαζί με μια πλειάδα στιχουργών και συνθετών, δίνει στίχους και γράφει αντάρτικα αντιστασιακά τραγούδια που συντρόφευαν τους χαλκέντερους αγωνιστές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στη ζωή, στις μάχες, στις μακρινές και δύσκολες πορείες τους, στο χορό και… στο θάνατο» (6).
Το αντάρτικο στην Ήπειρο 1941-1945 (φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα από τη συλλογή Μουσείου Μπενάκη)
Μα και τα ποιήματα του είναι αξιόλογα:
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΗ
Ένα φεγγάρι εκρέμουνταν στην αγριελιά κλαμένο
προχτές που φέραν τέσσερεις το Βάγγο χτυπημένο.
Κι είχε μια αχνάδα η όψη του, μια μελανιά η θωριά του-
μια αγριάδα του θανάτου.
Μαζί τους κατηφόριζε κι ένα δροσάτο αγέρι.
Μια καλονιά απ’ τη Ρούμελη χλωμή σαν τ’ αγιοκέρι.
Με λίγα αμίλητα παιδιά κομμένα απ’ τα γιουρούσα-
και μια σκυλίτσα ρούσα.
Τον στρώσαν σε ψηλόν οντά με τα φαντά σεντόνια
(κι απ’ τα κονίσματα ψηλά σιγόσταζε η συμπόνοια).
Κι ένα λουλούδι που άλαλο κούρνιαζε σαν τον σπίνο
σκύβει να δει κι εκείνο.
Τα παραθύρια σβήσανε κι απόμειναν κλεισμένα
μη δουν κεφάλια ξέπλεκα και μάτια δακρυσμένα-
τ’ αστέρια, που κατέβηκαν τούτα τα κρύα βράδυα,
για να φυλάξουν βάρδια.
Θρηνολογά η κουφοξυλιά, δέρνονται τ’ αρμυρίκια.
Κλαιν οι οξυές φύλλα χλωμά, κλαιν τα γκρεμνά χαλίκια.
Κι ένας τσομπάνος άπραγος με το ραβδί που εκράτα
δέρνει τρελά τα βάτα.
Τον είχε ο λόγγος σταυραϊτό, τα τρίκορφα γιορντάνι.
Τον είχε η λεύκα ψυχογιό, τα διάσελα καπλάνι.
Τον είχε η σύναξη αδερφό και το καπετανάτο-
φλουρί κωσταντινάτο.
Περνάν και τον θρηνολογούν, περνάνε και τον ραίνουν.
Λυπητερά μαλώματα, κακιώματα του κρένουν.
Κι ο Βάγγος τους χαμογελά από το προσκεφάλι-
σαν κόρη που ’χει σφάλει.
Διαβαίνουν οι γερόντισσες και χύνουν τα μαλλιά τους.
Περνούν κι οι νιες και χύνουνε ρόδα- τα μαγουλά τους.
Περνάει κι ο Πικρό-Χάροντας κι απ’ τ’ άτι ξεπεζεύει-
ο Βάγγος για ν’ ανέβει…
ΒΙΓΛΑΤΟΡΑΣ
Βαρέθηκα να γεύομαι του λιοπυριού τα πάθια
Τις λάβρες του χινόπωρου του χειμωνιού τ’ αγιάζι.
Γιόμισε αρμύρα ο κόρφος μου και κουρνιαχτό η θωριά μου.
Βάρην’ η κάπα μου απλυσά και τα σκουτιά μου λάσπη.
Θέλω κλινάρι σπιτικό, μιντέρι πουπουλένιο.
Θέλω ψωμί απ’ τη μάνα μου νερό απ’ την αδερφή μου,
καμώματα απ’ τις λυγερές κι ορμήνια απ’ τους γερόντους.
Θέλω να φάω σε σοφά, να κάτσω σε κατώφλι.
Να πιω ρακί στον καφενέ, να βγω στ’ αλώνια τσάρκα.
Να πάρω τους παλιόφιλους να πάω κατά τη δέση,
κατά τη νεροσύναξη που βράζει το φουστάνι.
Να πώ κουβέντα δίγνωμη, πειραχτικό στιχάρι.
Να μπει η γριά μου σε μπελά κι ο κύρης μου στα λόγια.
Να μπει ο παπάς στο ιερό και διάκος στο άγιο βήμα.
Να μπει κι η κ λ η μ α τ ό β ε ρ γ α να δέσει δυο κορμάκια.
Αχ…Χίλια «θέλω» θέλω εγώ κι ένα «μπορώ» δεν έχω.
Τι έχω δουλειά στα διάσελα, δουλειά στ’ απανωκόρφια.
Φυλάω τ’ απάτητα βουνά μη μας τα διαγουμίσουν.
Φυλάω τα καραούλια μας απ’ του κιοτή το μάτι.
Και την ανάβρα του νερού μην τη μολέψει ο σκύλος.
Τηράω ζερβά, τηράω δεξά, τηράω τα μπρός – τα πίσω.
Μην κάνουν τον ανήφορο του κάμπου οι πουλημένοι.
Έχω δουλειά, κάμπε μ’ πικρέ, έχω χουσμέτι ακόμη.
Θερίζω και βωλοκοπώ την ξενική τη φύτρα.
Και βοτανάω τον τόπο μου απ’ τα πικρά τ’ αγκάθια.
Πρέπει να μάσω φρύγανα να κάψω την πανούκλα.
Ν’ ανοίξω στράτα γιορτινή να ροβολήσει ο αντάρτης.
Να στρώσω και χρυσό θρονί να κάτσει η Λευτεριά μας!
Στο τέλος της Κατοχής το κλίμα έχει πια εντελώς αλλάξει. Το ΕΑΜ είναι πανίσχυρο και στο χώρο των λογοτεχνών. Στο παράνομο έντυπο, τους Πρωτοπόρους, που κυκλοφόρησε από τον Αύγουστο του ’43 έως το τέλος του χρόνου ο Μάρκος Αυγέρης θα στηλιτεύσει τις τάσεις φυγής στη λογοτεχνία, που παρουσιάστηκαν το προηγούμενο διάστημα, και θα ζητήσει «άλλους τόνους», ξεκαθαρίζοντας ότι οι Πρωτοπόροι θα δράσουν με την αισθητική θεωρία «της Τέχνης για τη Ζωή» και δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι καθόλου δεν αποκλείεται από το περιοδικό «και ό,τι άλλο αξιόλογο παράγεται στην όλη πνευματική περιοχή»: «Όλες οι μορφές είναι δεχτές», έγραφε, «και μόνο το περιεχόμενο ενδιαφέρει». Η διακήρυξη του λογοτεχνικού ΕΑΜ αποδέχεται κάθε καλλιτεχνικό ρεύμα και κάθε τάση, απευθύνει μάλιστα και την έκκληση στους λογοτέχνες να μην ξεχνούν πως κάνουν τέχνη και όχι δημοσιογραφία. Η μόνη προϋπόθεση που τίθεται είναι να διαπνέονται τα έργα από ένα αίσθημα ελευθερίας• όχι κήρυγμα ελευθερίας, διευκρινίζεται: «Γιατί κανένα κήρυγμα δεν είναι τέχνη» (7).
Η εφημερίδα «Απελευθερωτής», όργανο της Κ.Ε. του ΕΑΜ (αντιπροσωπεία Αθήνας-Πειραιά) στο φύλλο της Πέμπτης 12 Οκτωβρίου 1944 αναγγέλλει τη χαρμόσυνη είδηση της αποχώρησης των τελευταίων Γερμανών στρατιωτών από την Αθήνα. Για τη Θεσσαλονίκη η απελευθέρωση της πόλης έγινε στα τέλη Οκτωβρίου του ’44. Ωστόσο στην περιοχή των Χανίων τα υπόλοιπα των γερμανικών στρατευμάτων αποχώρησαν μετά τη λήξη του Β’ παγκόσμιου πολέμου, το Μάιο του 1945.
Απελευθέρωση της Αθήνας (φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη)
Ο Μενέλαος Λουντέμης διαδραματίζει δραστήριο ρόλο στην κατεύθυνση της συσπείρωσης του πνευματικού κόσμου στο πλευρό του ΕΑΜ. Διετέλεσε, άλλωστε, και γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων του ΕΑΜ στην Κατοχή (8).
Σύμφωνα με μαρτυρία της Έλλης Αλεξίου (η οποία συμμετείχε και στην ομάδα της Καλλιθέας και των Κρητικών) και του Γιώργου Βαλέτα, στο ΕΑΜ Λογοτεχνών εντάχθηκαν και γνωστά ονόματα. Αξίζει να τα παραθέσουμε: Σικελιανός, Αυγέρης, Λ. Ακρίτας, Μ. Αναγνωστάκης, Π. Ανταίος, Φ. Αστέρης, Μ. Αλεξίου, Μ. Αξιώτη, Τ. Αδάμος, Λ. Αλεξίου, Μ. Αλεξανδρόπουλος, Κ. Βάρναλης, Δ. Μοάτσου -Βάρναλη, Ν. Βρεττάκος, Ηλ. Βενέζης, Δ. Βουτυράς, Στ. Βαλιούλης, Ελ. Βοΐσκου – Μάρταλη, Τ. Βαρβιτσιώτης, Χρ. Γανιάρης, Ε. Γανιάρη, Στ. Γεράνης, Φ. Γιοφύλης, Ιωάννης Γρυπάρης (ο κορυφαίος μεταφραστής των τραγικών ποιητών και ποιητής), Τ. Γκρίτση – Μιλιέξ, Δ. Γιάκος, Σπ. Γιαννάτος, Ειρ. Γαλανού, Γ. Γρηγόρης, Κ.Θ. Δημαράς, Μ. Δημάκης, Στρ. Δούκας, Αγ. Δόξας, Μ. Δαβαρούκα, Β. Δαμιανάκου, Οδ. Ελύτης, Κ. Ελατος, Φ. Ευαγγελάτος, Ν. Ζακόπουλος, Κ. Ζαμπαθάς, Αγ. Θέρος, Β. Θεοδώρου, Γρ. Θεοχάρης, Λ. Ιερόπαις, Λ. Καστανάκης, Γ. Καζαντζάκη, Ν. Κατηφόρης, Μ. Καραγάτσης, Μ. Καλατζής (Θεσσαλός), Γ. Καφετζάκης, Γ. Κουτσοχέρας, Λ. Κουκούλας, Γ. Κοτζιούλας, Κ. Κουλουφάκος, Θ. Κορνάρος, Π. Κριναίος, Ν. Λαπαθιώτης, Γ. Λαμπρινός, Χρ. Λεβάντας, Μ. Λυγίζος, Β. Λαγανάς, Η. Λαμπίρη, Η. Λεφούσης, Κ. Μαρίνης, Π. Μαρκάκης, Σ. Μαυροειδή – Παπαδάκη, Απ. Μελαχρινός, Γ. Μυλωνογιάννης, Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου, Α. Μάρταλης, Γ. Μαγκλής, Λ. Μωραΐτης, Ομ. Μπεκές, Ν. Χάγερ – Μπουφίδης, Στ. Μάστορας, Μυρτιώτισσα, Γ. Μαρούδης, Μ. Μηλολιδάκη, Π. Μπρεδήμας, Β. Μοσκόβης, Γ. Μπενέκος, Μ. Νικολαΐδης, Λ. Νάκου, Κ. Ουράνης, Στ. Ξεφλούδας, Ελ. Παπαδημητρίου, Ν. Παπακόγκος, Θ. Πιερίδης, Λ. Παπαδάκης, Ν. Παπαγεωργίου, Γ. Παπακώστας, Ασ. Πανσέληνος, Εφ. Πλιάτσικα -Πανσελήνου. Χρ. Πανάγος, Ν. Προεστόπουλος, Κ. Παππά, Ν. Παππάς, Ρ. Μπούμη – Παππά, Δ. Παναγιώτου, Μ. Παναγιωτόπουλος, Σπ. Πλασκοβίτης, Ν. Παπαπερικλής, Ι. Περσάκη, Γ. Πιερίδης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Σ. Πατατζής, Π. Παναγιωτούνης, Αδ. Παπαδήμας, Γ. Ρίτσος, Β. Ρώτας, Δ. Ραβάνης – Ρεντής, Α. Ραμπαβίλας, Π. Δημαράς, Μ. Σγούρος, Ε. Σαραντάκου, Τ. Σινόπουλος, Η. Σιμόπουλος, Απ. Σπήλιος, Ζ. Σκάρος, Μ. Σκουλούδης, Αγ. Τερζάκης, Αλ. Τροπαιάτης, Α. Τσαπάρας, Στ. Τηλικίδης, Δ. Φωτιάδης, Θ. Φωτιάδης, Γ. Χατζίνης, Π. Χρονόπουλος, Κ. Χαριάτη – Σισμάνη, Δ. Χατζής (9).
Το περιοδικό «Νέα Γενιά» ήταν το όργανο της ΕΠΟΝ στην Κατοχή. Μετά την απελευθέρωση, από τον Οκτώβρη δηλαδή του 1944 μέχρι το τελευταίο τεύχος, τον Οκτώβρη του 1947, το περιοδικό της ΕΠΟΝ κυκλοφορούσε νόμιμα. Ο Μενέλαος Λουντέμης συμμετέχει σ’ ένα ευρύ δίκτυο συνεργατών που παρακολουθεί τα θέματα που ανακύπτουν, εφόσον θέλουν σχολιασμό και εθελοντικά και άμεσα καλύπτουν τις ανάγκες του περιοδικού (10).
Εξώφυλλο του τεύχους 57 (20 Σεπτ. 1945)
Ένα χαρακτηριστικό διήγημα αντιστασιακής λογοτεχνίας του Μενέλαου Λουντέμη είναι και το διήγημα «Το κορίτσι με το φεγγάρι στο χέρι»:
Το κορίτσι με το φεγγάρι στο χέρι (11)
Το θυμότανε. Πάντα. Δυνατά. Τις μέρες και τις νύχτες. Σαν «όνειρο», σα μοσκοβολιά, κι έλεγε… -το ’λεγε όλες τις στιγμές, και το παράγγελνε με πάθος στον εαυτό του– αν γλύτωνε, αν ξανανέβαινε στο φως, να ψάξει, να κοσκινίσει όλον τον κόσμο, ώσπου να την βρει –όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν…– και να σκύψει να της φιλήσει τα χέρια, να την γεμίσει με δακρυσμένα «ευχαριστώ».
Εκεί μέσα που τον έθαψαν, που τον είχαν σα λείψανο ριγμένο, λαχτάρισε και δίψασε. Δίψασε για ένα σημαδάκι χλόη, για μια σταλίτσα του απάνω κόσμου. Ένα γέλιο μικρού παιδιού ή ένα τζιτζίκι… Κάτι που να μη θυμίζει αυτόν τον μουχλιασμένο και πνιγερό τάφο. Εκεί κάτου τα ’χε ξεχάσει όλα. Το χρώμα του κόσμου, τη μέρα. Τι χρώμα είχε, αλήθεια, η μέρα; Ήταν γαλάζια; ή άσπρη;… Γιατί εδώ τα μάτια του ήταν άχρηστα, περιττά. Εδώ ζούσε μόνο με τ’ αφτιά και τα δάχτυλα. Την πρώτη μέρα που τον κατέβασαν είχε μαζί του και τη μύτη του μα ύστερα την έχασε. Τον έπιασε καταρροή κι ανόστησαν όλα. Πρόφτασε μονάχα να μυριστεί ότι βρομούσε βαριά κι ανυπόφορα εκεί μέσα… Κάτι σαν υπόνομος, σαν λάκκος ψοφιμιών. Ότι βούιζε σα βαθύ πιθάρι. Ύστερα όλα μπερδεύτηκαν. Το σκοτάδι τα κατάπιε και τ’ αφάνισε όλα. Κάπως έτσι θα ’πρεπε να ’ναι στον άδη. Έτσι άχαρα, έτσι στυφά. Μόνο που τώρα πρέπει να του πάρουν αυτό τ’ όνομα, και να τον λένε «Απομόνωση». Θα του ταιριάζει περισσότερο.
Είχε μια πίκρα, που την έφερε μαζί του απ’ έξω. Ότι δεν πρόφτασε να δει το φεγγάρι. Το σπίτι που κρυβότανε ήταν παράμερο, σα μια γούβα, με τα παράθυρα πάντα κλειστά, πάντα, μέρα και νύχτα.
ʼ… το φεγγάρι… Έπρεπε να είχε προφτάσει να το δει. Όμορφα είναι και με τον ήλιο, –ά, ναι…– και μ’ αυτόν, είναι πολύ όμορφα. Μα με το φεγγάρι… Μ’ αυτό είναι αλλιώτικα. Ο κόσμος γίνεται μαγευτικός, σαν παραμυθένιος. Σκέψου… Αυτός κι εκείνη –το Ολγάκι– με φεγγάρι. Βράδυ αττικό. Και το φλύαρο ζεστό χεράκι της χωμένο στο δικό του. Το Ολγάκι… Ακουμπισμένο απάνω του σφικτά στο ξύλινο καναπεδάκι. Κι από πάνω η ακακία με το φεγγάρι μπλεγμένο στα κλαριά της. «Ολγάκι… κόψε μου κείνο το χρυσό μήλο» –«Κλείσε τα μάτια να στο κόψω…». Το μάγουλό της, τρυφερό, μεταξένιο, τριβότανε μ’ ένα μικρό θρόισμα απάνω του. «Ώ, τι γλυκό και μοσκοβολημένο φεγγάρι…».
Τώρα που να είναι, τι να κάνει; Το Ολγάκι…
Ήταν τρυφερό, το μόνο τρυφερό συναπάντημα της ζωής του. Μικρό… ολομόναχο. Ανίδεο απ’ τη ζωή και τις παγίδες της. Γελούσε σα φρεσκοκομμένο ρόδι και δεν έβλεπε τους λύκους που ακόνιζαν γύρω της τα δόντια τους. Το είχε ανταμώσει λίγο πριν από το γκρεμό και τ’ άρπαξε και το ’σφιξε πάνω στο τίμιο στήθος του. Και το καλόπιασε. Κείνη ακούμπησε στο μπράτσο του και πάτησε θαρρετά.
Μα αν γλύτωσε το Ολγάκι απ’ το γκρεμό κι απ’ τα δόντια των λύκων, άλλος γκρεμός, ένας αληθινός τάφος, ανοίχτηκε για τον ίδιο. ʼλλοι λύκοι άρχισαν να μυρίζουν τα δικά του τα βήματα. Το κατάλαβε στην ώρα. Και της το ’πε –κείνη έτρεμε…
–Ξέρεις, Ολγάκι. Το καταλαβαίνω, πως η ανάσα μου εδώ πάνου θα είναι λίγη. Μια μέρα θα με σύρουν σα φονιά, ναι, εμένα. Θα μου ζητήσουν να πατήσω το ψωμί μου. Να παραδώσω τους συντρόφους μου. Να βρίσω το δίκιο του νηστικού. Να πω ήμαρτον για όλα που αγάπησα. Κι εγώ θα πω «όχι». Και τότε, Ολγάκι, –δεν έχουμε καιρό να στο εξηγήσω γιατί– τότε μπορεί να με κρεμάσουν ανάποδα, ή να με θάψουν ζωντανό. Και να με κρατούν, κρεμασμένο ή θαμμένο, ώσπου να πέσω ν’ απαρνηθώ. Τότε, Ολγάκι, θα μείνεις ολομόναχο. Και πρέπει να σφίξεις τα δόντια σου. Παντού παραμονεύουνε λύκοι διψασμένοι για πλάσματα σαν και σένα. Πρέπει να σφίξεις τα δόντια και να περιμένεις ώσπου να με ξεθάψουνε –γιατί κάποτε θα με ξεθάψουνε. Θα κουραστούνε και θα με ξεθάψουνε. Τότε θα μου ξαναδώσεις πάλι να σφίξω το χεράκι σου… και δε θα τ’ αφήσω πια ποτέ.
Που να είναι άραγε τώρα το μικρό του, το ολόμικρό του Ολγάκι;…
Εδώ κάτου όλα ήταν μαύρα σαν κατράμι. Όλα σκεπασμένα με νύχτα πηχτή. Μπερδεμένα τα μερόνυχτα. Σμιγμένη η νύχτα με τη μέρα σε μια μόνη νύχτα χωρίς σύνορα. Είχε πάψει πια να μετράει, γιατί από πού ν’ αρχίσει; Με τι να μετρήσει; Εδώ ήταν όλα ένα μονοκόμματο σκοτάδι. Οι ώρες, τα λεπτά, οι μήνες και τα χρόνια. Τα ρολόγια και τα καλαντάρια, ήταν γι’ αυτούς που ζουν στο ξέφωτο του κόσμου, που έχουν τα μάτια, και που τους χρειάζονται τα μάτια. Εδώ «ζω» θα πει ψηλαφώ.
Έτσι σερνόταν αυτή η άσωτη μαυρίλα, έτσι λίμναζε αυτή η ασήκωτη πίσσα που απάνω τη λένε χρόνο. Κι έτσι θα σερνόταν, κι έτσι θα λίμναζε… αν…
Αν δεν γινότανε αυτό το θαμπωτικό και πρωτάκουστο, αν κάποτε, ξάφνου δεν γινόταν φως. Τι ήταν; Από πού ξεκίνησε; Τι ζητούσε;… Δεν ήξερε. Η αλήθεια είναι ότι έγινε, ότι κάποτε –μέσα στα βαθιά έγκατα– έπεσε φως. Μόλις το είδε, έτριψε καλά τα μάτια του, κούνησε το μυαλό του, μην ήταν ψέμα, μην τον περιπαίζανε τα όνειρα. Όχι. Ήταν αλήθεια! Σύρτηκε με τα τέσσερα και κόλλησε τα μάτια του στην τρυπούλα του κελιού. Ήταν φως! Ένα κορίτσι (όνειρο;…) ένα κορίτσι αλαφροπάτητο περνούσε με το φεγγάρι στο χέρι. Φίλησε το βρώμικο σανίδι της πόρτας… Ήταν φως! Η ζωή ήταν ακόμη στη θέση της! Μα δεν πρόφτασε να χαρεί. Χοντρά βήματα ακούστηκαν ξοπίσω της. Και μ’ όλο του το σάστισμα μπόρεσε να ξεχωρίσει τη βαριά σιλουέτα του Σβαρτς, του βασανιστή και σκυλάνθρωπου, που δέκα ολάκερα μερόνυχτα τον παίδευε, πριν τον θάψει εδώ μέσα. Ναι, ήταν αυτός. Μα που την πήγαινε την άγνωστη με το φεγγάρι; Δεν πρόφτασε να την μελετήσει καλά, είχε μόνο ξεχωρίσει τα μαλλιά της –χρυσά πίσω απ’ το φως, και το μπόι της, αρκετά ψηλό. Τίποτ’ άλλο. Τα βήματα πέρασαν κι έσβησαν.
Κάθισε να τρίβει τα μάτια του. Ήταν φως; Ήταν αλήθεια; Ο κόσμος πέρασε από δίπλα του γρήγορος σαν αστραπή, και χάθηκε πίσω απ’ το διάδρομο. Έχωσε το κεφάλι του μέσ’ στα μπράτσα κι απόμεινε κει. Πέρασαν ώρες, δε θυμόταν πόσες. Σίγουρα. Δεν ήταν αληθινό ό,τι έτρεξε. Του φάνηκε. Όλα τα ’φερε ο πυρετός. Ο πυρετός απ’ τις κακοφορμισμένες πληγές του. Έτσι θα ήταν. Κρίμα…
Κοιμόταν. Τον είχε κλεφτοπάρει έτσι κουλουριασμένος, όπως έμενε. Μπορεί να ονειρεύτηκε κιόλα. Ένα όνειρο γεμάτο φεγγάρια, φεγγάρια και κορίτσια. Ένα παγκάκι μια ακακία… Μα τι ’ταν αυτό; Σήκωσε το κεφάλι του. Το φεγγάρι. Το κορίτσι με το φεγγάρι ξαναπερνούσε. Όχι, δεν ήταν όνειρο… Δεν ήταν ψέμα… Αχ… εξαίσιο πέρασμα… χαμόγελο της ζωής. Υπάρχεις λοιπόν; Κι εσύ γυναίκα, όποια κι αν είσαι, να ’σαι ευλογημένη. Αφού υπάρχει το φως όλα υπάρχουν. Τώρα μπορεί να κυλήσει όσος μαύρος χείμαρρος θέλει. Η ζωή υπήρχε! Και τον περίμενε.
Τότε ορκίστηκε. Αν ζούσε, αν ανέβαινε στο φως, να ψάξει, να την βρει, και να την βρει, και να την προσκυνήσει, όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν. Γιατί τον δυνάμωνε, γιατί κατέβηκε στα τάρταρα, για να του φέρει το φως, και την εγκαρτέρηση.
Έτσι το θυμόταν: Δυνατά, επίμονα, με πάθος… Όλον τον κατοπινό καιρό, όσος ήταν. Τον όρκο τον είχε βάψει στις πληγές του. Το θυμόταν κι όταν σύρτηκαν οι βαριές αλυσίδες –γιατί κάποτε οι αλυσίδες σύρτηκαν– και τον πέταξαν ξανά στο φως. Θυμόταν και τα λόγια που αλλάξανε ξοπίσω του οι φύλακες. «Μπορείς απ’ την πέτρα την ξερή να βγάλεις νερό, απ’ αυτόν δε βγάζεις λέξη».
Δίπλα στο Ιεροξεταστήριο ήταν ένα καφενεδάκι. Κάθισε στην πρώτη καρέκλα που σκόνταψε. Κάθισε, γιατί δεν μπορούσε ούτε να δει, ούτε να σκεφτεί, ούτε να περπατήσει. Ακόμα ψηλαφούσε… Ήρθε ένας μεσόκοπος άντρας και στάθηκε από πάνω του.
–Από κάτω έρχεσαι;… του λέει με πονετική φωνή. Φαίνεσαι. Είσαι σα χασές. Να σου φέρω ένα καφεδάκι, παιδί μου, να στυλωθείς;
–Πόσον καιρό έχω; Τον ρωτά.
–Που να ξέρω… Πότε σε πιάσανε; πε μου και θα το βρούμε.
–Αρχές Απρίλη.
–Χμ… Σήμερα έχουμε τέλη του Νοέμβρη.
–Τέλη του Νοέμβρη;…
Εφτά μήνες… Εφτά ολοστρόγγυλους μήνες… Μόνο με ψωμί… Νερό και ψωμί, που του το πετούσαν αμίλητοι απ’ την τρυπίτσα. Αμίλητοι, για να μην ακούσει ανθρώπινη μιλιά, κι αναθαρρήσει…
Ο καφετζής ξαναγύρισε με το δίσκο.
–Πάρε, παιδί μου. Κι απόθεσε τον καφέ.
Δεν τον πρόσεξε. Έπεσε πάνω στο νερό με λαχανητό.
–Μπάρμπα… του λέει. Και γαντζώνει πάνω στο ρούχο του. Μπάρμπα, όποιος κι αν είσαι. Έκανα έναν όρκο εκεί κάτω. Και θέλω τώρα που βγήκα να τον ξεπληρώσω…
–Ποιον παιδί μου; Λέγε…
–Κάποτε… δεν ξέρω πότε. Μα μια μέρα… –ή μια νύχτα…, δε θυμάμαι– εκεί κάτω έγινε φως. Ένα κορίτσι…
–ʼσε, ξέρω.
–Ξέρεις;
–Ναι, άσε, ξέρω… Να, εκειδά στο στενάκι κάθεται. Τη βλέπεις κείνη την πόρτα την κανελιά με το χερούλι; Έ, κει κάθεται.
–Ποιος; Το κορίτσι;
–Το κορίτσι. Δώσε στην πόρτα τρεις χτυπησιές και θα σ’ ανοίξουνε. Το ξέρω το κορίτσι. Είναι το τελευταίο κελεπούρι του Σβαρτς. Έχει καναδυό μήνες που το σπίτωσε.
–Του Σβαρτς;… Κάνει σαστισμένος. Και καλά, γιατί ο κύριος δεν πηγαίνει εκεί; Γιατί την κατεβάζει στον μαύρο κόσμο, κάτου στα έγκατα της γης;
–ʼπιαστος κόσμος, παιδί μου, χαλασμένος, πώς το λένε… Να, είναι διότροπος, διεστραμμένος, βίδα… πώς το λένε;
–ʼσε, μπάρμπα, κατάλαβα. Στην κανελιά πόρτα είπες; ʼσε, κατάλαβα. Γεια σου…
Έχωσε τη σκούφια του βαθιά κι έφυγε. Παραπατούσε σα μεθυσμένος. Σερνόταν τοίχο-τοίχο ώσπου έφτασε στο χερούλι της καφετιάς πόρτας και κρεμάστηκε απάνω του. Ένα ξεπλυμένο μούτρο χάραξε την πόρτα και τον κοίταξε στυφά-στυφά.
–Πάαινε παρακάτω, χριστιανέ μου… Δεν έχει…
–Τι;
–Δεν έχουμε λιανά.
Έπιασε με δύναμη την πόρτα και την έσπρωξε μέσα.
–Λιανά;… Λιανά είπες; Για ποιον λοιπόν με πέρασες;
Η γριά τον μέτρησε φοβισμένη.
–Καλά… Κόπιασε. Μα τι ορίζεις;
–Θέλω… (Σταμάτησε. Τι ήθελε;… Σκούπισε τον ιδρώτα του). Θέλω τη… (Μα πως την έλεγαν;). Θέλω… Θέλω τη… την «απαυτή»… τη λεγάμενη του Σβαρτς.
–Χμ…Χμ… κάνει η γριά και ξερογλείφεται. Δεν είναι για τα δοντάκια σου, καψερέ μου. Πάαινε.
–Όχι, γιαγιά. Όχι, να μη χαρώ τα μάτια μου. Δεν…
–Πάαινε… πάαινε… Δεν είναι για κανέναν. Μη βλέπεις με κείνον. Έχει το λόγο της. Ποιον λόγο;… Κείνη ξέρει. Κάτι, λέει, της έταξε… Δεν είναι της «δουλειάς» το κορίτσι, μάτια μου. Τράβα.
–Γιαγιά… κάνει και της σταυρώνει τα χέρια. Δε με κατάλαβες. Δε με νοιάζει ποιανού είναι και τι κάνει. Εγώ θέλω μόνο να τη δω. Τίποτα άλλο. Μόνο να τη δω.
–Να τη δεις; ʼλλο και τούτο! Και γιατί;
Κείνη την ώρα ακούστηκαν ξοπίσω βήματα.
–Να… πες τα στην ίδια… λέει η γριά. ʼκου, Όλγα, κορίτσι μου. Στράφηκε. Κοντά του ήταν ένα τραπέζι…
–Τι είναι, γιαγιά; Ρώτησε το κορίτσι.
Τότε έγινε κάτι σα σεισμός. Μα αυτός ωστόσο δεν έπεσε. Στάθηκε αντίκρυ της σαν κέρινη σκιά… (Το μικρό του πάναγνο Ολγάκι…).
Κείνη έπαιξε με δύναμη τα μάτια. Ύστερα τα ’κλεισε και περίμενε τα νύχια του. Δεν έγινε… Ο άνθρωπος που στεκότανε αντίκρυ της έβγαλε αργά-αργά το σκούφο του και γονάτισε. Κείνη έπεσε στα χέρια της γριάς. Κάτι ζεστό άγγιξε το μέτωπό της… Ένα ζεστό στόμα πέρασε σιγά, λεπτά, με ευλάβεια απ’ τα μαλλιά της… Κι ύστερα ξεμάκρυνε…
ʼνοιξε τα μάτια της. Ο άνθρωπος με το φιλί έφευγε. Κι η τραγιάσκα του… ήταν ακόμη κρεμασμένη απ’ το χέρι… Της ήρθε να φωνάξει. Να τρέξει ξοπίσω του, να τον προφτάσει…, μα τα πόδια της ήταν κολλημένα. Ήθελε να του φωνάξει. Να περιμένει. Να δει πως θα πέφτει, και πως θα φιλεί ένα-ένα τα βήματά του… μα κείνος είχε ξεμακρύνει. Ακούστηκε να κλείνει ξοπίσω του η πόρτα.
Και τότε… Τότε κατάλαβε… –κι έμπηξε φωνή– κατάλαβε… πως στον τάφο που κατέβηκε για να τον βγάλει, έμεινε για πάντα θαμμένη η ίδια…
Υποσημειώσεις:
(1) Το θέμα της «πνευματικής» Εθνικής Αντίστασης και της ακμής του αντιστασιακού Τύπου πραγματεύεται το 16ο επεισόδιο από την εκπομπή Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης: Η τέχνη στην Αντίσταση-Ο αντιστασιακός τύπος. (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ). Καλλιτέχνες και διανοούμενοι πυκνώνουν τις τάξεις των ανταρτικών ομάδων και μαζικά συμβάλλουν στον αντιστασιακό αγώνα, εκδηλώνοντας τα πατριωτικά τους αισθήματα, που θα αφύπνιζαν τη λαϊκή εθνική συνείδηση, πολλές φορές με τίμημα τη ζωή τους. Τα χαρακτικά των εκδόσεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ, τα συνθήματα στους τοίχους, ο πολύγραφος του ΕΑΜ Ηθοποιών, οι παραστάσεις του Θεάτρου του Βουνού και της Λαϊκής Σκηνής, τα αντάρτικα τραγούδια, οι τοιχογραφίες του Σχολείου των Κορυσχάδων, τα αντιστασιακά έντυπα, τα παράνομα πιεστήρια, οι προκηρύξεις, η στρατευμένη γραφή και η πάνδημη συμμετοχή στην κηδεία του ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ, είναι μερικά μόνο δείγματα της σχεδόν καθολικής συμμετοχής των πνευματικών ανθρώπων στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Σημαντικό φωτογραφικό και έντυπο αρχειακό υλικό, καθώς και οι μαρτυρίες των καλλιτεχνών και των δημοσιογράφων, ιχνογραφούν ιδιαίτερες διαστάσεις της πνευματικής αντίσταση στην «πρωτεύουσα της αντιστασιακής Ευρώπης», όπως θα χαρακτηρίσει την Αθήνα ο φιλέλληνας συγγραφέας ΡΟΖΕ ΜΙΛΛΙΕΞ.
(2) Αριστούλα Ελληνούδη, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ, Αγώνας με ασίγαστο «όπλο» τη λογοτεχνία, εφημ. Ριζοσπάστης, Ένθετη έκδοση: «7 μέρες μαζί», Κυριακή 8 Μάη 2005, σελ. 2.
(3) Στα «Φιλολογικά Χρονικά» συνεργάζονταν, εκτός από τον Μ. Λουντέμη οι Ν. Πεντζίκης, Ν. Παππάς, Μ. Σακελλαρίου, Γ. Σφακιανάκης, Ρίτα Μπούμη – Παππά, Γ. Βαλέτας, Ν. Γκάτσος, Γ. Θέμελης, Νικηφόρος Βρεττάκος, Εύα Βλάμη, Ζωή Καρέλλη, Βάσος Βαρίκας, Μάριος Πλωρίτης, Κλ. Παράσχος, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, κ.ά. Δείγμα της γραμμής του περιοδικού αποτέλεσε και ένα ποίημα του Νίκου Παππά με τίτλο «Η Κυριακάτικη Ποίηση», που ήταν μια επίθεση εναντίον εκείνων που έγραφαν «ανάερα, φωτεινά, γαλάζια, επιδερμικά ποιήματα, χωρίς ν’ ακούνε άλλους ήχους, κανένα βογγητό, καμιά φωνή που να μοιάζει με ανθρώπινη». Ελένη Αργυρίου, Καθ’ οδόν: Στην Τέχνη της Αντίστασης, εφημ. Ριζοσπάστης, Σάββατο 28 Οχτώβρη 2006 – Κυριακή 29 Οχτώβρη 2006, σελ. 16.
(4) Μενέλαου Λουντέμη «Ο Εξάγγελος» (ʼγγελος Σικελιανός), Αθήνα, Δωρικός, 1976.
(5) Αυτό είναι το υπόλοιπο ποίημα του ʼγγελου Σικελιανού που εκφωνήθηκε στην κηδεία του Κωστή Παλαμά και δεν περιλαμβάνεται στη βιογραφία του Μενέλαου Λουντέμη.
(6) Εκτός από τον Μενέλαο Λουντέμη ήταν οι Αττίκ, Κώστας Βάρναλης, Βασίλης Ν. Δόικος, Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννος Ιωάννου, Κώστας Γ. Καλαντζής («Θεσσαλός»), Νίκος Καρβούνης, Γιώργος Κοτζιούλας, Αργύρης Κουνάδης, Ανδρόνικος Κουρούκλης, Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη, Ευάγγελος Μαχαίρας, Γιάννης Μιχαλόπουλος («Ωρίων»), Ιάνης Ξενάκης, Αλέκος Ξένος, Κωστής Παλαμάς, Λευτέρης – Τριαντάφυλλος Παπάζογλου, Νίκος Παπαπερικλής, Στάθης Πρωταίος, Δημήτρης Ραβάνης – Ρεντής, Βασίλης Ρώτας, Χάρης Σακελλαρίου, Ακης Σμυρναίος («Αστραπόγιαννος»), Απόστολος Σπήλιος, Γεράσιμος Σταυρολέμης («Γρηγόρης»), Νίκος Τσάκωνας, Γιώργος Κ. Τσαπόγας, Δημήτριος Φίτσιος, Ναυσικά Φλέγγα – Παπαδάκη, Λάκης Χατζής (τα ονόματα από το βιβλίο «Πολεμάμε και τραγουδάμε», έκδοση ΠΕΑΕΑ).
(7) Βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, Κεφ. 8ο Η Λογοτεχνία στην κατοχή, στο συλλογικό έργο: Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, Β’ παγκόσμιος πόλεμος 1940-1945, Κατοχή-Αντίσταση, επιστημονική επιμέλεια Χρήστος Χατζηιωσήφ, Προκόπης Παπαστρατής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, Γ’ Τόμος, Μέρος 2ο, σελ. 330-331.
(8) «Μενέλαος Λουντέμης» από το 4ο Δημοτικό Σχολείο Αριδαίας.
(9) Αριστούλα Ελληνούδη, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ, Αγώνας με ασίγαστο «όπλο» τη λογοτεχνία, εφημ. Ριζοσπάστης, Ένθετη έκδοση: «7 μέρες μαζί», Κυριακή 8 Μάη 2005, σελ. 2.
(10) Το δίκτυο συνεργατών του περιοδικού «Νέα Γενιά» απαρτίζεται από πολλούς γνωστούς επιστήμονες, καθηγητές πανεπιστημίου, λογοτέχνες, παιδαγωγούς και πολιτι¬κά στελέχη της ΕΑΜικής ηγεσίας. Εκτός του Μενέλαου Λουντέμη συμμετέχουν σ’ αυτό ο Γιάννης Ρίτσος, Γιάννης Κορδάτος, Νίκος Κιτσίκης, Πέτρος Κόκκαλης, Κώστας Βάρναλης, Μάρκος Αυγέρης, Δημή¬τρης Φωτιάδης, Δημήτρης Ψαθάς, Έλλη Αλεξίου, Ασημάκης Γιαλαμάς, Θέμος Κορνάρος, Νικηφόρος Βρεττάκος, Βασίλης Ρώτας, Γαλάτεια Καζα¬ντζάκη, Νίκος Καββαδίας, Μιχάλης Παπαμαύρος, Θρασύβουλος Σταύρου, Γιώργος Κοτζιούλας, Γιώργης Λαμπρινός, Κώστας Θέος, Μ. Μαραγκουδάκης, Ρίτα Μπούμη – Παππά, Παύλος Κριναίος, Κώστας Μαρίνης, Νότης Περγιάλης, Μίμης Ραυτόπουλος, Χαρίλαος Σισμάνης, Γ. Ελευθεριά¬δης κ.ά.
(11) Το διήγημα του Μενέλαου Λουνέμη: «Το κορίτσι με το φεγγάρι στο χέρι» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης, αρ. 28, τον Απρίλιο του 1957.

Λογοτεχνικό αφιέρωμα στον Μενέλαο Λουντέμη(Μέρος Τρίτο)



του Δημήτρη Δαμασκηνού
5. Ο Μεγάλος Δεκέμβρης (1945)
Το βρακί του Σκόμπυ (1)
είναι όλο κόμποι-κόμποι.
Κι αν λυθούν οι κόμποι
τι θα γίνει, Σκόμπυ,
με την αγγλική πολιτική;
(Λαϊκό σατιρικό τραγούδι που τραγουδούσε ο ΕΛΑΣ
και ο λαός της Αθήνας στα Δεκεμβριανά (2))
Στις 7 Δεκεμβρίου του 1945 κυκλοφορεί το διπλό τεύχος του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα», αφιερωμένο στην εξέγερση του Δεκέμβρη της προηγούμενης χρονιάς. Στην πρώτη σελίδα η φωτογραφία των κοριτσιών που διαδηλώνουν στις 4 Δεκέμβρη μαζί με χιλιάδες λαού μπροστά από το κτίριο της Βουλής στέλνει ξεκάθαρο το μήνυμα: «Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας, διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα». Κάτω από τον τίτλο παρελαύνουν ονόματα αξιόλογων λογοτεχνών και πνευματικών ανθρώπων που με τα κείμενά τους αποτίουν φόρο τιμής στους λαϊκούς αγώνες: Ασημάκης Πανσέληνος, Μάρκος Αυγέρης, Μενέλαος Λουντέμης, Λευτέρης Νεγρεπόντης, Μέλπω Αξιώτη, Ρίτα Μπούμη-Παπά και άλλοι ακόμα (3).
Ο Μενέλαος Λουντέμης τιμά με την πένα του τη μάχη του Δεκέμβρη και τον ιστορικό της ρόλο είναι. Δύο εκτενή πεζά του, «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης» (4) και η «Δεκεμβριάδα», είναι αφιερωμένα αποκλειστικά σ’ αυτόν το σκοπό.
Για τον Λουντέμη δύο Ελλάδες στάθηκαν αντιμέτωπες τον Δεκέμβρη του 1944. Η μια που ζητούσε την ελευθερία και η άλλη που ήθελε τη συναλλαγή με τον εχθρό. Η μια πολεμούσε και η άλλη πρόδιδε. Ο Δεκέμβρης ήταν η πιο αποφασιστική σύγκρουση ανάμεσα στις δυο αυτές Ελλάδες. Θα κρινόταν αν θα κυβερνούσαν τον λαό ανάξιοι και προδότες ή θα αφηνόταν να ρυθμίσει μόνος του τα εσωτερικά του. Εκείνο που τελικά έγινε τον Δεκέμβρη ήταν μια ελεεινή σκευωρία των δυνάμεων της φασιστικής και δοσιλογικής Ελλάδας, που μαζί με τα όπλα του Τσώρτσιλ, θέλησαν ν’ αποκεφαλίσουν την Ελλάδα της ηρωικής Αντίστασης. Στην ελεεινή αυτή συνωμοσία ο λαός απάντησε με την ένοπλη άμυνα. Αυτός ήταν ο Δεκέμβρης του 1944. Πριν την περαιτέρω ανάπτυξη του θέματός του ο συγγραφέας, προτάσσει μια «απαραίτητη δήλωση», την εξής:
Το βιβλίο αυτό άρχισε να γράφεται απ’ το Δεκέμβρη με μια προφητική, θα ’λεγα, ενόραση και συνεχίστηκε, σελίδα με σελίδα, ως τα σήμερα.
Γράφηκε μέσα σε συνθήκες αχαλίνωτου βρασμού κι’ έτσι μπορεί να ξεστράτισε λίγο απ’ τα όρια της πολιτικής ευπρέπειας, μα θα ’πρεπε να το ξέρουμε: Η φωνή του ανθρώπου που τον πατάνε στο στήθος ποτέ δεν είναι μελωδική. Το δράμα που έγινε βιβλίο –όχι ένα βιβλίο θέσης αλλά ένα βιβλίο κραυγής- το ’ζησα, όχι σαν μονωμένος άνθρωπος, μα σα λαός. Έπιασα την πέννα με την ίδια αυθορμησιά που έπιασε στις 4 του Δεκέμβρη ΚΕΙΝΟΣ το όπλο.
Η γραφή του δυνατή και εντυπωσιακή, χωρίς όμως να χρειάζεται να καταφύγει σε υπερβολές ή ηρωικές εξάρσεις – η μεγαλοσύνη του Δεκέμβρη πηγάζει από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της και αν θα μπορούσε να γίνει ποτέ έπος δε θα ήταν τέτοιο, αφού δεν θα το περιέβαλε τίποτα μυθικό ή υπεράνθρωπο. Ο Λουντέμης καταφέρνει να στήσει τις αφηγήσεις του με τέτοιο τρόπο, ώστε το έργο του και να ξαφνιάζει τον αναγνώστη, να τον ταράζει, αλλά και να του κεντρίζει το ενδιαφέρον, να τον παραπέμπει σε γνώριμα λογοτεχνικά βιώματα.
Το εισαγωγικό κομμάτι στο «Μεγάλο Δεκέμβρη» το ονομάζει ο συγγραφέας παραμύθι, και θυμίζει μάλλον μύθο του Αισώπου, όπου τα ζώα παίρνουν τους ρόλους των ανθρώπων. Το παραμύθι του Λουντέμη εξηγεί συνοπτικά πώς οι ʼγγλοι ιμπεριαλιστές από σύμμαχοι στον αντιφασιστικό αγώνα έφτασαν να γίνουν νέοι δυνάστες. Το ήθος και ο χαρακτήρας του ζώου ανταποκρίνεται στη στάση που κράτησε καθεμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές (ʼγγλοι: λιοντάρι, ΕΑΜ: αρκούδα, Γερμανοί: γεράκι, ελληνικός λαός: ειρηνική αγελάδα).
Στο πρώτο κεφάλαιο με τον τίτλο: «Του χωρισμού σημαίνει η ώρα…» ο συγγραφέας παρουσιάζει τον υπασπιστή του Σιμάνα (5), λίγο πριν τη λήξη της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, να συνομιλεί εγκάρδια με τον επικεφαλής του 1ου συντάγματος Ευζώνων Αθηνών (των γερμανοτσολιάδων δηλαδή), Ι. Πλυτζανόπουλο, ανταλλάσσοντας σκέψεις για το πώς θα μπορούσαν οι -μέχρι πρότινος- συνεργάτες των Γερμανών και πλέον αργυρώνητοι «φίλοι» των ʼγγλων να επικρατήσουν εις βάρος του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων.

Στο δεύτερο κεφάλαιο τον συγγραφέα απασχολούν τα γεγονότα τα σχετικά με την επιλογή του -πρόθυμου να υπηρετήσει «την Αυτού Αυτοκρατορικήν Μεγαλειότητα»- Γεωργίου Παπανδρέου από τον Λήπερ ως δοτού πρωθυπουργού στην Ελλάδα. Ο «αρχομανής αυτός αγύρτης» συνομιλεί στη συνέχεια με το ενεργούμενο των ʼγγλων, εξόριστο Κίγκ Τζώρτζ of the Grece, μηχανορραφώντας -με μακιαβελική πονηριά- εις βάρος της θέλησης του λαού για την παλινόρθωση του μισητού θεσμού της μοναρχίας:
-Μεγαλειότατε, ο λαός δε σας θέλει.
Ο θειαφοπρόσωπος ληστής πάνιασε:
-!!!
-Μάλιστα. Σας θέλει όμως το συμφέρον του Λαού. Γι’ αυτό πρέπει να ’ρθητε.
Εκειδά ο λήσταρχος καταλαμβάνεται από Φροϋδική υστερία:
-Το Κώστα να μου βρήτε! Κωρίς το Κώστα μου ντεν πάω πουτενά!
-Ο κ. Μανιαδάκης (6) απουσιάζει στο Σικάγο. Υπάρχουν όμως στην Ελλάδα και άλλοι άνδρες πλήρεις ευψυχίας και ήθους οίτινες ασμένως θα εδέχοντο να γίνωσιν οι φρουροί άγγελοι του άνακτός των.
-Δεν ακούω γω τι μου λέτε. Εγώ τον Κώστα μου τέλω. Ο εστεμμένος Σάϋλωκ κοίταξε ρεμβαστικά από το παράθυρο. Μέρες και νύχτες βασιλικές στην Αθήνα. Ασυδοσία, φαγοπότι, χρυσάφι και ασφάλεια. Τα «παιδιά» του Κωστάκη πανταχού παρόντα. Δόξα με τη σέσουλα. «Ο ʼναξ ηυδόκησε» (οι εφημερίδες όλες σφουγγάρια για να του σφουγγίζουν τον πισινό). Η Βασιλική Αεροπορία, το Βασιλικόν Ναυτικόν, το Βασιλικόν Θέατρον, ο Βασιλικός Λαός, Βασίλειον της Ελλάδος, Βασίλειον των ζώων και των κηφήνων! Ζήτω ο Βασιλεύς!
-Τα γίνει; Τα ξαναπάω;
-Μεγαλειότατε αρκεί να το θελήσετε.
-Και τι πρέπει να κάνω;
-Πρώτον: Να παραιτηθήτε του θρόνου σας.
-Ο Γλυξβούργος τινάχτηκε σαν τσελίκι (7).
-Δηλαδή όχι ακριβώς αυτό, συμπληρώνει καθησυχαστικά ο άλλος. Θα δηλώσετε ότι Σεις προσωπικώς παραιτείσθε των επί του θρόνου δικαιωμάτων σας και αφίεσθε εις την αγάπην και την φιλοπατρίαν του Λαού Σας.
-Λοιπόν;
-Μ’ αυτό διευκολύνετε έναν σοσιαλιστήν ηγέτην ν’ αναλάβει την αρχήν. Τα μετέπειτα είναι δική μου δουλειά.
Ο ʼναξ έπιασε το βασιλικό του κεφάλι, αυτό το κεφάλι το τόσο ασυνήθιστο να σκέπτεται κι’ έπεσε σε μια στείρα συλλογή.
-Τέλω να γκνωρίσω πώς να γίνει αυτό. Η στρατιωτική μας ντύναμις είναι ελάκιστη. Απεναντίας το Helas είναι πολυαριτμότατον.
-Και ο στρατός της μεγάλης μας συμμάχου;
-Αχ αυτή ήταν η ελπίδα μου αλλά μου τη βούλιαξε ο Ατλαντικός.
-Η χάρτα του Ατλαντικού δεν επιτρέπει επέμβασιν εις τα εσωτερικά δεν αποκλείει όμως επιβολήν της τάξεως. Αυτήν λοιπόν την λεπτήν ρωγμήν δύναται να εκμεταλλευτεί ένας διορατικός πρωθυπουργός και να αποδώσει εις τον Λαόν τον προσφιλή του άνακτα. Δύο είναι οι πόλοι περί τους οποίους θα εστρεφόμην εάν μοι εδίδετο η εντολή: 1) Διασάλευσις της τάξεως και 2) Εμπέδωσις της τάξεως. Αυτή η εμπέδωσις, Μεγαλειότατε, είναι η θαυματουργός λέξις η οποία θα Σας επαναφέρει εις την πατρίδα.
-Πιστέ μου Συνεργκάτα να σας κατασπαστώ.
(Η χαίτη του θεατρίνου σείστηκε σαν σινιάλο. Ο Γλυξβούργος στάθηκε και τον ατένισε μέσα στην αίγλη του φαμφαρονικού του μεγαλείου).
-Πρωθυπουργέ μου, au revoir, στην πατρίντα. Με γεια σας η Εντολή.
Ο κλόουν υποκλίθηκε, ασπάστηκε το χέρι του κυρίου του, βγήκε στον προθάλαμο, φόρεσε το καπέλλο του και το σοσιαλισμό του και κατέβηκε στο δρόμο.
-Ο σωφέρ του διπλώθηκε σε τρεις δίπλες.
-La Grece est a nous!
-Τι είπατε;
-Στο Ξενοδοχείο ΜΟΥ! (8)
Δεκαπέντε μέρες μετά την απόβαση του αγγλικού εκστρατευτικού σώματος και την άφιξη του Γ. Παπανδρέου στην Αθήνα, η καθημερινή εικόνα της ελεύθερης ελληνικής πρωτεύουσας, όπως την περιγράφει ο Λουντέμης ήταν η ακόλουθη:
Εξουσία : την ασκούσε η Γερμανική Χωροφυλακή.
Δικαιοσύνη: » » » »
Τάξη : » » » »
Κυβερνητικό πρόγραμμα: 1) προστασία του δοσιλογισμού, 2) αύξηση των δοσιλόγων, 3) εξοπλισμός των δοσιλόγων.
Ανώτερη εποπτεία για την πιστή τήρηση των ανωτέρω: Οι μεγάλοι φιλέλληνες Λήπερ και Σκόμπυ. Βοηθός, τροφοδότης και συνεπίκουρος: Η χώρα της Ελευθερίας.
Η Αθήνα, η πρωτεύουσα της Αντίστασης των αόπλων, ήταν να την κλαις. Η πείνα θέριζε, η Πέμπτη φάλαγγα θέριζε, (Ο Χίτλερ αρκετόν σπόρον έσπειρε). Τ’ αλητάσκερα του Ράλλη «εκ λόγων υψηλής συμμαχικής πολιτικής» κυκλοφορούσαν με πολίτική περιβολή τώρα. Η στέγη, η τροφή, τα χαρτζηλίκι και η ασφάλειά τους ήταν εμπεπιστευμένα σε υψηλά χέρια.
Ο Αθηναϊκός λαός, που έδωσε, μόνο αυτός, δώδεκα χιλιάδες κορμιά στο Σιμάνα, επρεπε να εξακολουθήσει να δίνει. Η διπλωματική όχεντρα της Αγγλικής Πρεσβείας φρονούσε ότι οι λαοί πρέπει να την πληρώσουν ακριβά την ελευθερία τους, ακριβώτερα κι’ απ’ τη σκλαβιά (9).

Ο Γ. Παπανδρέου και οι ʼγγλοι ζητούσαν επίμονα τη διάλυση του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής και επέμειναν στη διατήρηση της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου, δηλαδή των ενόπλων σωμάτων της άρχουσας τάξης (φωτ: Γ. Παπανδρέου και Σκόμπι δίπλα στον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό)
Την 1η Δεκέμβρη 1944 ο στρατηγός Σκόμπυ, χωρίς καμιά σχετική απόφαση της κυβέρνησης και με ύφος στυγνού αποικιοκράτη, κοινοποίησε στον ΕΛΑΣ διαταγή του και κυκλοφόρησε προκήρυξη, που σκορπίστηκε από βρετανικά αεροπλάνα σ’ όλη τη χώρα. Με την προκήρυξη καθόριζε ημερομηνία έναρξης της αποστράτευσης των ανταρτικών δυνάμεων τη 10η του Δεκέμβρη και απειλούσε το λαό ότι αν δεν εφαρμοστεί η διαταγή του «θα κλονιστεί η σταθερότητα του εθνικού νομίσματος» και «θα πεινάσει». Ταυτόχρονα, ο τότε πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου έσπευσε να συμμορφωθεί με τις εντολές του προστάτη του. Συγκάλεσε την κυβέρνηση, χωρίς τη συμμετοχή των υπουργών του ΕΑΜ, και αποφάσιζε την άμεση διάλυση της Εθνικής Πολιτοφυλακής σε πολλές περιφέρειες της χώρας. Το ιταμό τελεσίγραφο του Σκόμπυ, που απαιτούσε τον μονόπλευρο αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και η απόφαση του Γ. Παπανδρέου για τη διάλυση της Εθνικής Πολιτοφυλακής, ξεσήκωσαν, όπως ήταν επόμενο, τη γενική κατακραυγή.
Αμέσως συνεδρίασε η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ και αφού τόνισε ότι ήταν απαραίτητη μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας που θα οδηγούσε την χώρα σε ελεύθερες εκλογές, διακηρύξε ότι μόνη λύση που θα εξυπηρετούσε την ησυχία και ομαλότητα του λαού, είναι η πλήρη αποστράτευση όλων των ενόπλων δυνάμεων του ΕΛΑΣ-ΕΑΜ της Ορεινής Ταξιαρχίας, του Ιερού Λόχου και των σχηματισμών της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα απαιτούσε να διαλυθούν τα γερμανοντυμένα σώματα ασφαλείας και να τιμωρηθούν οι προδότες που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς.
Ο τότε πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου αδιαφόρησε γι’ αυτές τις προτάσεις. Η ΚΕ του ΕΑΜ αποφασίζει τότε να καλέσει το λαό σε ειρηνικό συλλαλητήριο διαμαρτυρίας στις 3 Δεκέμβρη και στις 4 του ίδιου μήνα να κηρυχτεί γενική απεργία. Ο Γ. Παπανδρέου, ενώ στην αρχή είχε δώσει άδεια για να γίνει το συλλαλητήριο, λίγο πριν τα μεσάνυχτα στις 2 Δεκέμβρη εκτελώντας τις εντολές των ʼγγλων το απαγορεύει.
Καθετί που λέει ο Λουντέμης φροντίζει να το χρωματίζει με έναν ιδιαίτερο τόνο, γι’ αυτό η ταύτιση με τους αγώνες και τις αγωνίες του λαού, η πικρή σάτιρα και η οργή. Αυτός που γράφει τον Μεγάλο Δεκέμβρη είναι ένας από τον λαό που πήρε μέρος στις συγκρούσεις, σάρκα από τη σάρκα του. Γι’ αυτό και οι ειρωνικοί υπαινιγμοί και οι παραβολές:
«
…Και ξημέρωσε η 3 του Δεκέμβρη. Τρεις του Δεκέμβρη!..
Όποιος έζησε στις 3 του Δεκέμβρη, στις 4 μπορούσε να πεθάνει.
Ο προορισμός του ανθρώπου, που είναι: να κάνει κάτι μεγάλο ή να ζήσει κάτι μεγάλο εκπληρώνεται. Γιατί ο λαός, ο Αθηναϊκός λαός, κείνη τη μεγάλη μέρα αποκαλύφθηκε μπροστά στο ίδιο του το μεγαλείο.
Η μέρα αποβραδύς ήτανε βροχερή. Ήτανε μια νύχτα βαριά από γεγονότα. Ο λαός είχε οχτώ χρόνια να πει: «Θα γίνει το δικό μου!» Οι δολοφόνοι τροχίζανε τα σπαθιά τους, ο λαός ετοίμαζε τη φωνή του.
Αύριο θα μιλήσουμε κι’ οι δυο. Είναι χιλιάδες χρόνια τώρα που η φωνή του λαού ακούεται, φτάνει να μην είναι παράφωνη.
Όλοι κοιμηθήκαμε σίγουροι κι’ αποφασισμένοι. Ούτε στιγμή από κανενός το μυαλό δεν πέρασε ο δισταγμός. Ούτε στιγμή δεν ταλαντεύτηκε η ψυχή.
-Αύριο λοιπόν.
Ήτανε μια νύχτα που στα σπλάχνα της επώαζε τη θύελλα. Μέσα στους δρόμους της ψυχής άρχιζαν υπόκωφοι οι βρυχηθμοί του ανήμερου εκείνου θηρίου, που λέγεται ‘προδωμένος άνθρωπος’. Ο λαός είναι λίμνη, δεν είναι ωκεανός, όμως –αλλοί στον που θα την ταράξει. Πρέπει να ’ναι ή τρελλός ή κακούργος. Κι’ αλοίμονο! Ο δικός μας ήταν κι’ απ’ τα δυο.
Ένας ψηλός ολέθριος άνθρωπος σηκώθηκε να πάει στο κρεβάτι του γράφοντας πάνω στο φάκελο της συνείδησής του τη λέξη Σφαγή.
Όλη τη νύχτα έβρεχε. Η ψυχή ήταν μουσκεμένη από ιδρώτα και δάκρυα» (10).Το πάνδημο συλλαλητήριο στις 3 του Δεκέμβρη γίνεται στο Σύνταγμα. Κεντρικό σύνθημα ήταν το «ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΚΑΤΟΧΗ». Οι διαδηλωτές ήταν περίπου 500.000. Ένας ατελείωτος χείμαρρος λαού ξεχυνόταν απ’ όλους τους δρόμους της Αθήνας με κατεύθυνση την πλατεία Συντάγματος. Η μεγαλειώδης διαδήλωση του λαού της Αθήνας πνίγεται στο αίμα. Τουλάχιστον 21 νεκροί και πάνω από 140 τραυματίες ήταν η τραγικός απολογισμός της «Ματωμένης Κυριακής» (11).
Την επόμενη μέρα, 4 του Δεκέμβρη, «στις τρεις η ώρα ολόκληρη η Αθήνα γονάτισε. Ένα φαρδύ ματωμένο πανί συγκέντρωνε σε δυο γραμμές όλο το νόημα του όρκου και της απόφασης: «ΟΤΑΝ ΕΝΑΣ ΛΑΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ ΔΙΑΛΕΓΕΙ: ΤΙΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ Ή ΤΑ ΟΠΛΑ». Ήταν σαν μια φωνή καφτερή και αμετάκλητη. Ύστερα η πομπή τράβηξε για το κοιμητήρι. Κι’ εκεί, πάνω απ’ το νωπό αίμα, πάνω απ’ το νωπό χώμα ο Λαός, ορκίστηκε όρκο φοβερό: «Θάβω τους τελευταίους 28 μου νεκρούς. Ο 29ος θα ’ναι ο φονιάς. Ή εγώ!» (12)
Η αρχή είχε γίνει. Από την ημέρα εκείνη θα ξεκινήσει μια μάχη ανάμεσα στους ʼγγλους και τους ντόπιους υποτακτικούς τους απ’ τη μια και το λαό της Αθήνας απ’ την άλλη, μια μάχη που θα διαρκέσει 33 μέρες.
Το πρωί της 4ης Δεκέμβρη ο Σκόμπυ κηρύσσει στρατιωτικό νόμο στην Ελλάδα και καλεί τον ΕΛΑΣ να εκκενώσει την Αθήνα. Η απάντηση ήταν άμεση. Τμήματα του ΕΛΑΣ της Αθήνας μαζί με το λαό της πόλης άρχισαν να εκκαθαρίζουν τις περιοχές που ήταν κρυμμένοι οι Χίτες, όπως το Θησείο. Ταυτόχρονα ξεκίνησε και μια επιχείρηση κατάληψης των αστυνομικών τμημάτων, που γρήγορα στέφθηκε με επιτυχία. Στον Πειραιά όλα τα αστυνομικά τμήματα έπεσαν στα χέρια του λαού και στην Αθήνα λίγα έμειναν στα χέρια της αντίδρασης. Ο Γ. Παπανδρέου αναγκάζεται να δηλώσει παραίτηση. Επίσης παραιτούνται οι υπουργοί του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Ο Θ. Σοφούλης, αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων θα αναλάβει το ίδιο βράδυ την πρωτοβουλία σχηματισμού νέας κυβέρνησης. Οι ʼγγλοι όμως διαφωνούν. Θέλουν πάση θυσία τον Παπανδρέου. Στις 5 Δεκέμβρη ο Τσώρτσιλ σε τηλεγράφημά του προς τον βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα, Λίπερ, έδινε σαφείς εντολές: «…Μην απασχολείσθε πλέον με τους διαφόρους ελληνικούς κυβερνητικούς συνασπισμούς. Τίθεται ζήτημα ζωής και θανάτου. Πρέπει να παρακινήσετε τον Παπανδρέου να πράξει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε ότι εις την περίπτωσιν αυτήν θα τον υποστηρίξωμεν με όλας μας τας δυνάμεις. Παρήλθεν, πλέον, η εποχή καθ’ ην μία οιαδήποτε ομάς Ελλήνων πολιτικών ηδύνατο να ματαιώσει την εξέγερσιν του όχλου. Η μόνη ελπίς του είναι να συνεργαστεί μεθ’ ημών διά την αποσόβησιν ενδεχόμενης συμφοράς». Επίσης στο ίδιο τηλεγράφημα αναφέρει για τον Παπανδρέου: «Αν παραιτηθεί, θα πρέπει να τον κλειδώσετε κάπου μέχρι να συνέλθει, όταν αι μάχαι θα έχουν προφανώς περατωθεί. Είναι πιθανόν να προφασισθεί ότι είναι ασθενής, ώστε να είναι απρόσιτος» (13).
Πρώτο μέλημα των Βρετανών ήταν να σώσουν τους δωσίλογους και τους αστυνομικούς από τον ΕΛΑΣ. Ο αθηναϊκός λαός έχει να αντιμετωπίσει τη βρετανική αεροπορία και το ναυτικό, μια αγγλική ταξιαρχία τεθωρακισμένων (1.000 άνδρες), τρεις ινδικές ταξιαρχίες και μια αγγλική (11.000 άνδρες), πάνω από 1.000 χίτες, 3.000 άνδρες της Αστυνομίας Πόλεων, 500 άνδρες του Ιερού Λόχου, και την Ορεινή Ταξιαρχία του Ρίμινι (4.000 άνδρες) (14).
Στην Καισαριανή, στον Υμηττό, στη συνοικία του Ψυρρή και σε άλλες περιοχές γίνονται σφοδρές μάχες. Ο αθηναϊκός λαός καταφέρνει να αντισταθεί και να σταματήσει κάθε επίθεση των ʼγγλων. Στο λόφο του Αρδηττού, τον οποίο κατέχει ο ΕΛΑΣ, γίνονται σκληρές μάχες με άνδρες της Ορεινής Ταξιαρχίας οι οποίοι έχουν την υποστήριξη αγγλικών αρμάτων και αεροπλάνων. Και όλα αυτά χωρίς η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ να αποφασίζει να ρίξει στη μάχη τους άνδρες του ΕΛΑΣ που βρίσκονταν έξω απ’ την Αθήνα, οι οποίοι ήταν ποιοτικά και ποσοτικά ανώτεροι απ’ τις αντίπαλες δυνάμεις.
Ταυτόχρονα γίνονται προσπάθειες από την ηγεσία του ΕΑΜ να βρεθεί πολιτική λύση. Στις 6 Δεκέμβρη 1944 η ΚΕ του ΕΑΜ κάλεσε τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ, της Μ. Βρετανίας και της Σοβ. Ένωσης να επέμβουν «για να πάψει το πυρ των βρετανικών στρατευμάτων εναντίον του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού».
Ο Λουντέμης περιγράφει τη σφαγή με την οποία αντάμειψαν για τους αγώνες του τον περήφανο λαό της Αθήνας οι ʼγγλοι και ερμηνεύοντας την παγερή σιωπή των κυβερνήσεων των «Συμμάχων» γι’ αυτό το ανοσιούργημα, δε θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρος: Μόνο η αδελφή Γαλλία και ΟΙ ΛΑΟΙ θρήνησαν για το ελληνικό δράμα.
«Και μόνο οι Μεγάλοι δε μας πόνεσαν. Μόνο οι Θεοί της Νίκης. Μόνο οι Σκαπανείς της Ειρήνης δεν συγκινήθηκαν. Ο πρόεδρος Ρούζβελτ, το ‘Μεγαθήριο του Ανθρωπισμού’ σώπαινε. Σώπαινες κι’ εσύ πάλλευκε ‘Λευκέ οίκε’. Ως κι’ εσύ δεν ξεβουβάθηκες βουβέ Τσάρλι Τσάπλιν! (15)
Για ν’ ακολουθήσει η τολμηρή –για την εποχή- υποσημείωση, που αντανακλά, ωστόσο, τις διεργασίες και τους προβληματισμούς της Εαμικής παράταξης για τη «στάση της Μόσχας» τις μέρες του Δεκέμβρη 1944:
«Ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε, κι’ αν μπορέσουμε να εξηγήσουμε αντικειμενικά μια στάση: Τη στάση του τρίτου απ’ τους Τρεις Ισχυρούς (ενν. τον Στάλιν). Αντίκρυ στην ενεργητική συνενοχή των δυο άλλων η στάση αυτουνού ήταν η Σιωπή. Μια σιωπή που αν δεν ήταν σκόπιμη θα ήταν ένοχη. Η σιωπή όμως δε σημαίνει πάντα κατάφαση, σημαίνει και διαμαρτυρία. Και ας οδηγηθούμε στο δίλημμα: Όταν δυο απ’ τους τρεις ισχυρούς χτυπούν έναν ανίσχυρο ποια στάση πρέπει να κρατήσει ο τρίτος; Να εγκαταλείψει τον ανίσχυρο ή να πεθάνει μαζί του: Η απάντηση είναι λίγο δύσκολη. Το να ξελαρυγγιάζεται απλώς ένα ραδιόφωνο ήταν τόσο άσκοπο όσο και να σωπαίνει. Όταν το λόγο έχουν τα όπλα οι άνθρωποι ή μιλούν με τα όπλα ή δε μιλούν. Αυτή είναι η πρόχειρη λύση της «σιωπής της Μόσχας» ως ότου τη λύσει η ίδια η Μόσχα (16).
Οι μάχες όμως συνεχίζονται. Ο λαός της Αθήνας αντιμετωπίζει με επιτυχία τις αγγλικές δυνάμεις. Στις 7 Δεκέμβρη ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει το κεντρικό κτίριο της Ασφάλειας και αιχμαλωτίζει τους αστυνομικούς που βρίσκονταν μέσα. Μόνο μετά την επέμβαση των ʼγγλων θα σωθούν οι χωροφύλακες. Μέχρι τα μέσα του Δεκέμβρη όλη σχεδόν η Αθήνα βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο του λαού. Καταλαμβάνονται πολλά κτίρια και οικοδομικά τετράγωνα στα οποία είχαν οχυρωθεί οι δυνάμεις των ʼγγλων και της χωροφυλακής, όπως η Σχολή Ευελπίδων. Οι επιθέσεις γίνονται πλέον από τον ΕΛΑΣ και υπάρχουν δεκάδες αιχμάλωτοι βρετανοί στρατιώτες. Οι ʼγγλοι ελέγχουν μόνο ένα μικρό κομμάτι του κέντρου της πόλης, τη «Σκομπία», όπως την αποκαλούσε ο λαός, την περιοχή ανάμεσα στην Ομόνοια, την πλατεία Συντάγματος και το Κολωνάκι. Στην προσπάθειά τους να ρίξουν το ηθικό του αθηναϊκού λαού στρέφονται εναντίον του άμαχου πληθυσμού. «Ρουκετοβόλα αεροπλάνα ενεργούσαν τρομοκρατικές επιδρομές στις συνοικίες και δολοφονούσαν χιλιάδες γέροντες, γυναίκες και παιδιά, που περίμεναν στις ουρές να πάρουν τρόφιμα. Πολυβολούσαν αυτοκίνητα και άλλα μεταφορικά μέσα, που έφεραν εμφανή σήματα του Ερυθρού Σταυρού. Τα τηλεβόλα των πολεμικών πλοίων και οι όλμοι, που είχαν εγκαταστήσει στην Ακρόπολη, γκρέμιζαν σπίτια, κατέστρεφαν εργοστάσια, σχολειά και εκκλησίες. Οι ʼγγλοι και οι αντιδραστικές δυνάμεις συνέλαβαν χιλιάδες αγωνιστές της Αντίστασης και προοδευτικούς πολίτες και τους έκλεισαν στα υπόγεια των Παλαιών Ανακτόρων ή τους μετέφεραν καραβιές ολόκληρες στο Τομπρούκ και την Ελ Ντάμπα της Βόρειας Αφρικής, όπου τους έκλεισαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης» (17).
Για τον συγγραφέα ο πόλεμος στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ εμφύλιος αλλά «καθαρή διχόνοια λαού και κατακτητή», του κατακτητή που, όταν ως σύμμαχος βομβάρδισε την παραλία του Φαλήρου, μόνο γερμανικούς στόχους δεν πέτυχε, του κατακτητή που έκανε τον Παρθενώνα τηλεβολοστάσιο:
«…Την Ακρόπολή μας που τη σεβάστηκαν ο χρόνος, οι κεραυνοί και οι Ούννοι την καταπάτησαν οι μικροί και ανάξιοι σας συμπατριώτες. Κι’ εδώ θα το βροντοφωνάξουμε το μεγάλο έγκλημα! Τον Παρθενώνα μας, τον παγκόσμιο Βωμό, τον έκαναν τηλεβολοστάσιο. Κι’ από κει, εκμεταλλευόμενοι το σεβασμό μας αντίκρυ στο Μνημείο μας, βομβάρδιζαν με θηριωδία τα σπίτια μας. Σωστά! Δεν υπήρχε πια απυρόβλητο μετερίζι. Πώς να ανταποδώσουμε τα πυρά; (Τέτοιαν ανανδρία δε θα την έκανε ούτε ο Ταμερλάνος!). Είναι η πράξη του βδελυρώτερου φονιά που σε σκοτώνει βάζοντας προκάλυμμα την πιο προσφιλή σου ύπαρξη» (18).
Βρετανός στρατιώτης, στοχεύει από την Ακρόπολη το λαό της Αθήνας το Δεκέμβρη του 1944. Τα βρετανικά πολυβολεία εγκαταστάθηκαν στο Βράχο της Ακρόπολης με τις ευλογίες της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας και των κομμάτων της
Δεκέμβρης 1944. Αγγλικά τανκ
χτυπούν τα γραφεία του ΕΑΜ στην οδό Κοραή
Δεκέμβριος 1944, βράδυ. Στο παλιό μουσείο της Ακρόπολης (το οποίο βρισκόταν πάνω στον ιερό βράχο), ʼγγλοι στρατιώτες διαβάζουν κάτω από τον Ηρακλή που δαμάζει θαλασσινό δαίμονα έχοντας στο κεφάλι αγγλικό καταδρομικό μπερέ.
[φωτογραφία Dmitri Kessel, Ελλάδα του 1944 (ʼμμος 1944)]
Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκέμβρη η κατάσταση είχε αρχίσει να δυσκολεύει για τον ΕΛΑΣ. Οι ελλείψεις ήταν μεγάλες, τα πυρομαχικά μετρημένα και δυνατότητα ανεφοδιασμού δεν υπήρχε. Βέβαια υπήρχε η επιλογή της εισόδου στην Αθήνα του βασικού κορμού του ΕΛΑΣ που βρισκόταν μερικά χιλιόμετρα από την πόλη. Όμως η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, συνεχίζοντας τα λάθη, δεν αποφάσισε να τον ρίξει στη μάχη, με την ελπίδα ότι έτσι θα καταφέρει έναν συμβιβασμό με τους ʼγγλους. Οι αυταπάτες στην ηγεσία του λαού συνεχίζονταν και θα αποδειχθεί ότι τα αποτελέσματα θα είναι οδυνηρά.
Μετά τις 15 Δεκέμβρη οι μάχες συνεχίζονταν με τεράστιες δυσκολίες και ελλείψεις για το λαό. Τα πυρομαχικά ήταν ελάχιστα και ο αντίπαλος είχε ανεφοδιαστεί με σύγχρονα όπλα. Παρ’ όλα αυτά ο ΕΛΑΣ εξακολουθούσε να έχει επιτυχίες, όπως η σύλληψη εκατοντάδων βρετανών στρατιωτών και αξιωματικών στις 18 Δεκέμβρη. Το γεγονός αυτό έδωσε τη δυνατότητα στον ΕΛΑΣ να εφοδιαστεί με πυρομαχικά και μεταφορικά μέσα. Επίσης οι ΕΛΑΣίτες κατέλαβαν τις φυλακές Αβέρωφ και επιτέθηκαν στο στρατόπεδο της Ορεινής Ταξιαρχίας στο Γουδί.
Οι ʼγγλοι όμως κατάφεραν να φέρουν στην Αθήνα πολλαπλάσιες ενισχύσεις (60.000 άνδρες) και η κατάσταση για τον ΕΛΑΣ άρχισε να γίνεται πολύ δύσκολη.
Δυο ήταν, κατά τον συγγραφέα, οι εκατέρωθεν παρατεταγμένες δυνάμεις το Δεκέμβρη, δηλαδή η Μεγάλη Βρετανία από τη μια μεριά, η Ελλάδα από την άλλη:
ΜΕΓ. ΒΡΕΤΑΝΝΙΑ
Σύνθεση:
Όλος ο Βρεταννικός όλεθρος.
Με μητροπολιτικές δυνάμεις.
Με δυνάμεις αποικιακές.
Με μοίρα του μητροπολιτικού της στόλου.
Με τη βομβαρδιστική και καταδιωκτική αεροπορία Μέσης Ανατολής.
Με ελαφρές, μέσες και βαρειές μονάδες αρμάτων μάχης.
Με Αμερικάνικα οπλιταγωγά.
Με Αμερικάνικη επιμελητεία.
Με περίθαλψη του Δ.Ε.Σ. και
Με όλα τα ελληνικά ανθρώπινα απορρίματα μέλη των Ες-Ες και της Γκεστάπο που από συγκοινωνιακούς λόγους δεν έφυγαν για τη Γερμανία. ΕΛΛΑΔΑ
Σύνθεση:
Όλος ο ελληνικός λαός με τρεις χιλιάδες λιανοτούφεκα και:
1) Με τα στήθια Του
2) Με την πείνα Του
3) Με τις πληγές Του
4) Με την τιμή Του
Και:
5) Με την περιφρόνηση του αντίκρυ στο θάνατο και σ’ αυτούς που του τον δίνανε! (19)
Δεκέμβρης του 1944, εφεδρο-ελασίτες
Τότε έγινε και μια προσπάθεια πολιτικού διακανονισμού. Στις 24 Δεκέμβρη φτάνει στην Αθήνα ο Τσώρτσιλ και γίνεται σύσκεψη με ʼγγλους, Αμερικάνους, Σοβιετικούς, το Θ. Σοφούλη και εκπροσώπους του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Αποφασίζεται (δηλαδή αποφασίζει ο Τσώρτσιλ) να διοριστεί αντιβασιλέας ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Ο Δαμασκηνός ήταν ο νέος «σωτήρας» που ανακάλυψαν οι ʼγγλοι, για να μπορέσει στις δύσκολες αυτές στιγμές να παίξει το παιχνίδι τους (20).
Ο Τσώρτσιλ στη σύσκεψη απαίτησε την άνευ όρων παράδοση του ΕΛΑΣ, κάτι που δεν έγινε δεκτό. Αντίστοιχα οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ έθεσαν έξι σημεία για την επίτευξη συμφωνίας που δεν γίνονται δεκτά από τους ʼγγλους.
Πριν ακόμη λήξουν οι διαπραγματεύσεις και μετά από το διαφαινόμενο ναυάγιο των συζητήσεων, οι ʼγγλοι ξεκίνησαν σφοδρές επιθέσεις στην Αθήνα. Είχαν καταλάβει ακόμα και την Ακρόπολη και πολυβολούσαν προς τις συνοικίες της Αθήνας, σίγουροι πως ο λαός θα σεβαστεί τα αθάνατα μνημεία και δεν θα ανταποδώσει. Τα βρετανικά άρματα και αεροπλάνα βομβάρδιζαν ασταμάτητα. Χτυπιούνται ασθενοφόρα και νοσοκομεία. Πίσω από τα βρετανικά στρατεύματα βρίσκονταν οι άνδρες της Ορεινής Ταξιαρχίας, οι χωροφύλακες και οι συμμορίες των πρώην ταγματασφαλιτών που σκότωναν αμάχους, βίαζαν γυναίκες και αιχμαλώτιζαν εκατοντάδες.
Για τον Μενέλαο Λουντέμη, κι αν ο Δεκέμβρης προκάλεσε τόσο πόνο και τέτοια δεινά στο λαό της Αθήνας και του Πειραιά, τουλάχιστον άνοιξε τα μάτια του λαού να δει κατάματα την πραγματικότητα:
Ο Δεκέμβρης άνοιξε πληγές πάνω στα σπίτια μας, μα άνοιξε και τα μάτια μας. Τώρα αρχίσαμε να εξηγήσουμε μερικά πράγματα που συνέβαιναν στην Κατοχή εδώ κι’ έξω. Κι’ ας αρχίσουμε απ’ έξω. Στο κατεχόμενο από τους Ναζιφασίστες Μιλάνο μια μέρα ο λαός ξεσηκώθηκε και ξεχύθηκε στις πλατείες και τους δρόμους να διαμαρτυρηθεί για την αιματοχυσία., να ζητήσει ειρήνη, να χαιρετήσει τη R.A.F. και να φωνάξει ότι υπάκουσε τις εντολές της. Κι η R.A.F. τους έστειλε τις ευχαριστίες της μ’ έναν από τους βαρβαρότερους βομβαρδισμούς του πολέμου.
Τώρα επίσης αρχίσαμε να εξηγούμε γιατί τα «Λυμπερέϊτορς» αντιπαρήρχοντο τα κατάφορτα οπλιταγωγά του Πειραιά, τα εργοστάσια και τις πολεμικές βάσεις του εχθρού και πήγαιναν και έριχναν τις μπόμπες τους στις φτωχογειτονιές μας. Και τώρα εξηγεί κανείς γιατί μετά την κατάρρευση τα πολεμικά εργοστάσια της Γερμανίας βρέθηκαν άθικτα και γιατί βρέθηκαν ερείπια τα σπίτια.
Η ξεσπιτωμένη γριούλα του Πειραιά που ανέβηκε ένα βράδυ αλαλιασμένη μετά απ’ τον απάνθρωπο βομβαρδισμό του στην Αθήνα δεν ήξερε διόλου από την πολεμική ταχτική των Συμμάχων. Ήξερε όμως καλά τούτο: Πως ούτε τα στούκας των Γερμανών, ούτε τα Καπρόνι των Ιταλιάνων ρίξανε το σπίτι της και σκοτώσανε τα παιδιά της. Και στάθηκε αδύνατο, μ’ όλη μας η ρητορική, να την πείσουμε ότι αυτοί που σκότωναν τον πειραιώτικο λαό τον σκότωναν για να τον απελευθερώσουν. Όσο πίστεψε αυτό άλλο τόσο πίστεψε και το ότι ο Ράλλης τους έστελνε στον Πειραιά για… καλό δικό τους (21).
Στις 31 Δεκέμβρη ο Δαμασκηνός γίνεται και τυπικά αντιβασιλέας (κατ’ απαίτηση των ʼγγλων) και την ίδια μέρα ο Γεώργιος Παπανδρέου υποβάλει την παραίτησή του. Έτσι οι ʼγγλοι διορίζουν (μέσω του αντιβασιλέα πάντα) νέο πρωθυπουργό το Νικόλαο Πλαστήρα.
Όλα λέγονται απλά, αφού η Ιστορία μιλάει από μόνη της -ο συγγραφέας μοιάζει να έχει ρόλο σκηνοθέτη που επιμελείται καλλιτεχνικά την παρουσίασή τους. Οι συντηρητικοί και ο «εθνικός» τους στρατός γίνονται στο λογοτεχνικό
κείμενο μισθοφόροι, γενειοφόρα ερπετά, ο Σκόμπυ «λιτός στρατιώτης», ο Τσώρτσιλ «φιλέλλην διπλωμάτης» και ο Παπανδρέου ο αρλεκίνος τους. Χαρακτηριστικό του καυστικού ύφους του Λουντέμη είναι ο τρόπος με τον οποίο αναπαρίσταται ο διάλογος μεταξύ Τσώρτσιλ και Παπανδρέου:
«Προτού φύγει για τη Λόντρα του, αφού πέρασε τη νύχτα μεσ’ στο αεροπλάνο του, συναντήθηκαν ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρεταννίας με τον πρωθυπουργό της ‘Μεγάλης Βρεταννίας’ (αρ. δωματίου 217) Κι συνωμίλησε μαζύ του εγκάρδια. Κάπως έτσι:
-Τα ’κανες μούσκεμα.
-Γιες μάστερ.
-Να σε ξεφτίσω;
- Γιες μάστερ.
-Μου σκότωσες 311 Εγγλέζους.
- Γιες μάστερ.
-Γι’ αυτό κι εγώ σκοτώνω 30 χιλιάδες όχλο.
- Γιες μάστερ.
-Και σε παύω.
- Γιες μάστερ.
-Ουστ!
- Γιες μάστερ» (22).
Στις 3 του Γενάρη τα βρετανικά στρατεύματα πραγματοποιούν την τελευταία μεγάλη επίθεση και ο ΕΛΑΣ αναγκάζεται σε αποχώρηση από την πόλη. Η Αθήνα φεύγει απ’ τον έλεγχο του λαού και βρίσκεται στα χέρια των ʼγγλων. Στις 11 Γενάρη θα υπογραφεί η ανακωχή.

Η συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφηκε στις 7.30μ.μ. της 12ης Φεβρουαρίου του 1945. Η ΕΑΜική αντιπροσωπεία πήγε στη Βάρκιζα με τη θέση να μην υπογραφεί συμφωνία, στην οποία δε θα συμπεριλαμβανόταν όρος για χορήγηση Γενικής Αμνηστίας και η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ να αποχωρήσει από τη διάσκεψη, αν η αντίπαλη πλευρά δε δεχόταν αυτόν τον όρο. Τελικά οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία από την οποία απουσίαζε ακόμη και αυτός ο όρος της γενικής αμνηστίας!!! Για τα άλλα, κύρια, ζητήματα η Συμφωνία προέβλεπε: α) Μονομερής αποστράτευση του ΕΛΑΣ και συγκρότηση εθνικού στρατού μέσα από κανονική στρατολογία. β) Εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από δοσίλογους και φασιστικά στοιχεία. γ) Διενέργεια δημοψηφίσματος και στη συνέχεια εκλογών μέσα στο 1945. Τέλος, η Συμφωνία δεν προέβλεπε συγκρότηση αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης, αλλά ούτε και έθιγε το θέμα της παρουσίας των βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα.
Είναι γνωστό πως ο μόνος που –εκείνη τη δύσκολη εποχή- ανοιχτά και δημόσια όχι μόνο αντιτάχθηκε στην προδοτική για το λαϊκό κίνημα συμφωνία της Βάρκιζας αλλά και επιχείρησε, ενάντια στις αποφάσεις του κόμματος, να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα, ήταν ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο ʼρης Βελουχιώτης. Αυτό το γεγονός –κατά πάσα πιθανότητα- σηματοδότησε και την αντίστροφή μέτρηση για την εξόντωσή του, αφού πρώτα είχε αποκηρυχθεί από την ηγεσία του ΚΚΕ.
O Μενέλαος Λουντέμης δε μασάει τα λόγια του για τις τραγικές συνέπειες που προέκυψαν για το λαϊκό κίνημα από την υπογραφή της κατάπτυστης αυτής συμφωνίας:
«Η Βάρκιζα είναι η «μάχη της Ελλάδος» η μόνη και τελική μάχη που κέρδισε εγγλέζικα ο Σκόμπυ.
Η αμετακίνητος 10 Δεκέμβρη που πραγματοποιήθηκε τελικά στις 12 Φλεβάρη. Να ποια ήσαν τα όπλα της μάχης αυτής που έδωσαν δυο μήνες αργότερα τη νίκη: Πανουργία, Ανανδρία, Ξετσιπωσιά και Απάτη.
Οι όροι πραγματοποιηθήκανε με σχολαστική ακρίβεια: Η ορεινή ταξιαρχία έγινε πεδινή. Τα τάγματα ασφαλείας ξεκαθαρίστηκαν… από κάθε τίμιο στοιχείο. Οι τρομοκρατικές οργανώσεις αφοπλίστηκαν… απ’ τα παλιά τους όπλα και εφοδιάστηκαν με νεωτέρου συστήματος. Αμνηστία δόθηκε σ’ όλους τους… πορτοφολάδες, διαρρήκτες, σωματέμπορους κλπ. Ιδιαίτερη μέριμνα πάρθηκε για τους ζωοκλόπους. Εφοδιάστηκαν με αυτόματα, ιματισμό, εφόδια, άλογα κι έγιναν βασιλείς των ορέων».
Αμέσως κατόπιν άρχισε ο εκπολιτισμός της Βαλκανικής αυτής Γουϊνέας. Αλφαβητάρια τύπου Τόμυ-Γκανς κατέφθασαν βαγονιές.
Το ειρηνοποιό πνεύμα της Βάρκιζας θριάμβευε.
Ο εθνικός στρατός αποτελέστηκε από «κανονικήν στρατολογίαν» όλων των ταγματαλητών του Σιμάνα. Όλες οι τρομοκρατικές οργανώσεις μπήκαν συν γυναιξί και τέκνοις μέσα σ’ αυτό το… στρατό. Δεν έλειψαν ούτε οι παπάδες. Όλοι οι «εθνικόφρονες» εύρισκαν μίαν θέσιν υπό το στέμμα του σεπτού του ʼνακτος. Ως και η «εθνικόφρων» γιαγιά μου μπορούσε να περάσει στο μπράτσο της ένα περιβραχιόνιο, να πάρει μια κουμπούρα και να ενταχθεί στον εθνικό στρατό. Τα κριτήρια του στρατού ήταν ηθικά. Δηλαδή ξεκοίλιασες κανένα συμπατριώτη σου, έκλεισες κανέναν στο Χαϊδάρι, έχεις καμιά «εύφημο» μνεία του Στρόοπ (23); Μπαίνεις με άριστα. Έχεις βρώμικο ποινικό μητρώο; Μπαίνεις με λίαν καλώς. Αν δε φέρεσαι εγγεγραμμένος σε κανένα απ’ αυτά τα δυο λίμπρο ντ’ όρο (ποινικό μητρώο ή γερμανικό κατάλογο) αποκλείεσαι του στρατεύματος ως μη συγκεντρώνων τα απαραίτητα ηθικά και εθνικά εφόδια. Είσαι δηλαδή Βούλγαρος και πρέπει να εξοντωθείς (24).
Στο κείμενό του ο συγγραφέας προσπαθεί ν’ αποκαλύψει τα ψέματα που εκτοξεύονταν εναντίον της Εαμικής παράταξης από τα πιο επίσημα –εκείνη την εποχή χείλη: Σε μια απ’ τις ιστορικές συνεδριάσεις της Βουλής των Κοινοτήτων τον Δεκέμβρη του ’44, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, αυτός που διέταζε με τηλεγράφημά του τον στρατηγό Σκόμπυ για την καταστροφή όλων των δυνάμεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Αθήνα (25), απαντώντας στις επιθέσεις των εργατικών βουλευτών χαρακτήρισε την αντίσταση του λαού της Αθήνας και του Πειραιά σαν «γκανγκστερικό κίνημα ληστών και τροτσκιστών».
Για την Αγγλία, ωστόσο, το λόγο από ηθική άποψη έχει πια ο λαός της. Για τον Έλληνα πατριώτη, όμως, που δεν μπορεί να σιγάσει την οργή και την απέχθειά του, το πράγμα για τον συγγραφέα απαιτεί λύση… αντάξια της ιστορίας αυτού του τόπου και του πολιτισμού που κουβαλάει στους αιώνες:
«…Πως όμως να σιγάσεις την οργή και την απέχθεια, πως να κρύψεις την οδύνη και το θρήνο σου εσύ, ο Έλληνας (που το ξέρεις ότι είσαι και γιατί είσαι Έλληνας). Πως μπορείς να επιτρέπεις να μ’ εξουσιάζουνε τα ηθικά πτώματα; Οι άνδρες που κυλήσανε στη λάσπη την ανθρώπινή σου τιμή και παραδώσανε στο χλευασμό την εθνική σου ιστορία; Που βρωμίσανε τη γλώσσα σου στα άνομά τους χείλη; Που λασπώσανε το φωτοστέφανο της Ελλάδας; Που μουτζουρώσανε την αιώνια αίγλη της; Πως μπορεί να λέγεσαι ελεύθερος και να βουβαθείς;
Πως μπορείς να είσαι πολίτης της Αθήνας, της πανάρχαιας αυτής Μητρόπολης της Δημοκρατίας, και να βλέπεις την πρωτεύουσά σου λημέρι ληστρικό; Πως μπορείς να επιτρέπεις επ’ άπειρον να πνίγει τη φωνή σου μες στην πυγμαία φούχτα του ο εκλεκτός ενός ‘άρχοντα’ που δεν εξέλεξες, Πως μπορείς να κυβερνιέσαι από τον αντιβασιλέα των Ινδιών ενώ είσαι Έλληνας;
Ο γύρω απ’ την Ακρόπολη λαός πολέμησε για την ανεξαρτησία του πριν από χιλιάδες χρόνια με ξύλινα κάστρα, είδε την πόλη του να καίγεται απ’ τη φωτιά και να ξολοθρεύεται απ’ το λοιμό. Όμως επέζησε για να δει μετά χιλιάδες χρόνια έναν Δεκέμβρη, έναν Δεκέμβρη που κανένας λαός δεν είχε μεγαλύτερό του.
Μα ο Δεκέμβρης είναι ένας μήνας που ξαναγυρίζει. Κι’ αν δεν γυρίσουν φύλλο οι παγκόσμιοι δυνάστες των Λαών, θα ξαναγυρίσει. Στην Ιστορία επαναλαμβάνονται ακόμα και τα Βατερλώ, πόσο μάλλον οι Δεκέμβρηδες!» (26)
Και μπορεί οι ʼγγλοι εργατικοί αρχηγοί να αποδείχτηκαν όχι μονάχα κακοί πολιτικοί μα και κάκιστοι εργάτες, μα να το ξέρουν καλά:
«Ο στιγματισμένος ένοικος του ‘Κλάριτζ – οτέλ’ που από τόσον καιρό τώρα λύνει και δένει τα μπαγκάζια του μπορεί να πάει όπου άλου θέλει. Στην Ελλάδα όμως δε θα ’ρθει! Όχι! Κι’ ας το πάρουν απόφαση αυτό και κείνος και οι Λονδρέζοι κηδεμόνες του!
Εμείς το δηλώνουμε ακόμα μια φορά εξακοντίζοντας μια ύστατη κραυγή μες στην Ιστορία:
Οποιοσδήποτε εστεμμένος πατήσει το πόδι του στον τόπο μας, θα στήσει το θρόνο του πάνω σε πτώματα με μόνους υπηκόους τα ΚΟΡΑΚΙΑ!! (27)
Στον επίλογό του δίνει τον τίτλο «Ο Φασισμός απέθανε – ζήτω ο φασισμός!». Το λογοπαίγνιο αναφέρεται στην κυβερνητική αλλαγή που σημειώθηκε στη Μεγάλη Βρεταννία στις 28 του Ιούλη 945, αλλαγή που έφερε στην κυβέρνηση το Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του ʼτλυ. Η ειρωνεία του Λουντέμη σπάει κόκαλα για τους σοσιαλιστές που –παρά τις προεκλογικές τους διακηρύξεις- ακολουθούν ως κυβέρνηση την ίδια ιμπεριαλιστική πολιτική του συντηρητικού Τσώρτσιλ:
Ευτυχώς υπάρχει στην Αγγλία ένας άνθρωπος που τον έσωσε (ενν. τον Σοσιαλισμό): Ο Εγγλέζος φιλέλληνας και ανθρωπιστής πρόεδρος (ενν. του Εργατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος της Αγγλίας) Λάσκι. Ο σύντροφος Λάσκι μπόρεσε τουλάχιστον μέσα στον καταποντισμό του κόμματος να σώσει ένα υπόλειμμα: Το διεθνιστικό του πνεύμα. Από καιρό τώρα έχει γίνει ο διαπρήσιος κήρυκας της ιδέας. Ο πολιτικός ραβδοσκόπος της Ευρώπης. Ακαταπόνητος ιεραπόστολος τρέχει με τ’ αεροπλάνα, με τραίνα και βαπόρια από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα. «Λαοί ενωθήτε! Κάτω τα σύνορα!»
Κάτω οι γλώσσες! (υπάρχει η Αγγλική).
Κάτω οι σημαίες! (υπάρχει η Αγγλική).
Κάτω οι τράπεζες! (υπάρχει η Αγγλική) (28)

[…] Αυτή την αλήθεια, με τη δύναμη του ζωντανού ντοκουμέντου προσφέρει το βιβλίο «Αυτός ήταν ο Δεκέμβρης (Η ένοπλη απάντηση του λαού στην αγγλική κατοχή)» (εκδόσεις «Φιλίστωρ», πρόλογος Θανάση Σφήκα). Το βιβλίο συγκροτούν τρία μοναδικής ιστορικής αξίας κείμενα – ντοκουμέντα, τα δύο γραμμένα από δυο σπουδαίους ποιητές και πεζογράφους, αγωνιστές του ΕΑΜ. Πρόκειται για το εξαιρετικά παραστατικό έργο του Μενέλαου Λουντέμη «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης» και το συνταρακτικό κείμενο της Μέλπως Αξιώτη «Απάντηση σε πέντε ερωτήματα» Το τρίτο κείμενο, που αφορά στην ιμπεριαλιστική επέμβαση των ʼγγλων (στα επί 33 ημέρες αιματηρά γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944), με τίτλο «Τριάντα τρεις μέρες» πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα του ΕΑΜ «Ελεύθερη Ελλάδα».
Υποσημειώσεις
(1) Ρόλαντ Σκόμπι (1893-1969): Βρετανός στρατηγός. Τυπικά ήταν αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, τοποθετημένος σ’ αυτήν τη θέση με τις επαχθείς για το λαϊκό κίνημα συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας που υπέγραψε το προσανατολισμένο «στη νίκη των συμμάχων» ΚΚΕ και η ηττοπαθής Εαμική ηγεσία. Ήταν επίσης διοικητής του αγγλικού εκστρατευτικού σώματος, καθώς και των γερμανοτσολιάδων, των διαβόητων Ταγμάτων Ασφαλείας και των λίγων πιστών στην κυβέρνηση Παπανδρέου φιλομοναρχικών στρατιωτικών σωμάτων στην Ελλάδα (Ιερός Λόχος, Ταξιαρχία του Ρίμινι) στις μάχες της Αθήνας τον Δεκέμβριο 1944, στα Δεκεμβριανά. Ουσιαστικά ήταν ο απόλυτος άρχοντας της ελληνικής αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού και υπήρξε ο κυριότερος εκτελεστής των σχεδίων του Τσώρτσιλ για την υπαγωγή της Ελλάδας στην αγγλική σφαίρα επιρροής.
(2) Το τραγούδι: «Το βρακί του Σκόμπι» τραγουδιέται σε μια σκηνή στην ταινία «Θίασος» του Θ. Αγγελόπουλου.
(3) Εύα Γιαννούκου, Η επιρροή του Δεκέμβρη στη λογοτεχνία, εφημ. Ριζοσπάστης, Τετάρτη 16 Δεκέμβρη 2009, σελ. 12.
(4) Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», εκδόσεις Μαρή & Κοροντζή, Αθήνα 1945.
(5) Ο Βάλτερ Σιμάνα (γενν. Τρόππαου 12 Μαρτίου 1898 – απεβ. Σάλτσμπουργκ 12 Σεπτεμβρίου 1948) ήταν μέλος του γερμανικού Ναζιστικού Κόμματος και των SS. Έφτασε ως το βαθμό του Στρατηγού κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ήταν διοικητής των SS και της γερμανικής αστυνομίας και de facto Κυβερνήτης της κατεχόμενης Ελλάδας από τον Οκτώβριο του 1943 έως και την αποχώρηση των Γερμανών τον Οκτώβριο του 1944. Από τη θέση του αυτή ασκούσε τον πλήρη αστυνομικό έλεγχο στη Χώρα.
(6) Ο Κωνσταντίνος Σ. Μανιαδάκης (25 Ιουλίου 1893 – 28 Φεβρουαρίου 1972) ήταν απότακτος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς (Αντισυνταγματάρχης του Μηχανικού), με κορυφαίο ρόλο αρχιβασανιστή και απηνή διώκτη των κομμουνιστών στο δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά. Δημιούργησε το Υφυπουργείο Δημοσίας Ασφαλείας, που εξελίχθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, ενώ οι βάναυσες μέθοδοί του άφησαν εποχή.
(7) Τσιλίκι ή τσελίκι (ξυλίκι): προέρχεται απ’ το πολυσήμαντο çelik (βλαστός / μπόλι από φυτό / πετώ βλαστάρι / κλαδί – βέργα για στερεό φύτεμα / ατσάλι). Η λέξη έχει πολλές σημασίες. Εδώ σημαίνει την ξύλινη βέργα στο παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι (κατά τόπους: τσαλίκα τσουμάκα ή τσελίκ τσομάκ ή τσιλίκα ή τσάλτικα ή τσελίκι) που παίζεται με δυο ξύλινες βέργες τη μια (τσαλίκα) μακρύτερη της άλλης που είναι μυτερή στις άκρες (τσιλίκι) με σκοπό χτυπώντας το τσιλίκι με την τσαλίκα μια ομάδα παιδιών να το στείλει μακρύτερα απ’ την άλλη. (απ’ το τούρκικο παιχνίδι çelik çomak).
(8) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 23-25.
(9) Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 33-34.
(10) Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 40-41.
(11) «Ρ» της 4/12/1944. Τα ίδια στοιχεία δίνει ανακοίνωση του ΕΑΜ στις 6/12/1944 («Κείμενα Εθνικής Αντίστασης», Εκδόσεις ΣΕ, τόμος Α’ σελ. 128), ο Θ. Χατζής («Η Νικηφόρα Επανάσταση», τόμος Δ’ σελ. 200, το «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ» (έκδοση ΣΕ, σελ. 488) κλπ. ʼλλες ΕΑΜικές πηγές όπως ο Σαράφης, αλλά και ο Μενέλαος Λουντέμης στο βιβλίο του για τν Δεκέμβρη μιλούν για 28 νεκρούς και 150 τραυματίες (Στ. Σαράφη: «Ο ΕΛΑΣ», εκδόσεις Επικαιρότητα, σελ. 542. Αντίθετα η αντιεαμική πλευρά προσπάθησε να μειώσει τον απολογισμό του αίματος. Η κυβέρνηση Παπανδρέου για παράδειγμα, μίλησε για 10 νεκρούς και 26 τραυματίες (Γ. Ιατρίδη: «Εξέγερση στην Αθήνα», εκδόσεις Νέα Σύνορα, σελ. 184).
(12) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 43.
(13) Σπύρος Γασπαρινάτος, Απελευθέρωση, Δεκεμβριανά, Βάρκιζα (τ. Α), εκδ. Σιδέρης , σελ 288.
(14) Τα στοιχεία είναι παρμένα από την έκθεση του Σιάντου για τα Δεκεμβριανά, εκδ. Γλάρος.
(15) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 45.
(16) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 45-46.
(17) «Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης 1940-1945», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 374.
(18) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 46.
(19) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 56.
(20) Ο Τσώρτσιλ μάλιστα μετά τη συνάντησή του με το Δαμασκηνό, ενημερώνοντας το Λονδίνο είπε: «…Όταν ήλθε να μας επισκεφθή, επί του πολεμικού ‘Ajax’ ομίλησε με μεγάλην πικρίαν εναντίον των ωμοτήτων του ΕΛΑΣ και διά το σκοτεινόν και αποτρόπαιον χέρι πίσω από το ΕΑΜ… Μας είπε ότι έδωσεν σήμερον μίαν αρχιεπισκοπικήν εγκύκλιον, διά της οποίας κατεδίκαζε τον όχλον του ΕΛΑΣ… Ο αρχιεπίσκοπος με ενέπνευσεν εμπιστοσύνην εις μεγάλον βαθμόν. Είναι μια μεγαλειώδης μορφή και εδέχθη αμέσως την πρότασιν να είναι ο πρόεδρος της συσκέψεως»Γ. Καραγιάννη, «Η εκκλησία από την κατοχή στον εμφύλιο», εκδ. Προσκήνιο, σελ. 50.
(21) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 48.
(22) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 51.
(23) Ο Γιούργκεν Στρόοπ ήταν Συνταγματάρχης των SS και μετέπειτα Στρατηγός των Ένοπλων SS (Waffen-SS) και της Αστυνομίας. Διαβόητος έγινε όταν, ως επικεφαλής των SS εκμηδένισε το Γκέτο της Βαρσοβίας τον Απρίλιο του 1943. Ύστερα από αυτή την… «επιτυχία», ο Στρόοπ στάλθηκε στην Αθήνα (8 Σεπτεμβρίου 1943) για να οργανώσει την εδώ Γκεστάπο. Ο Στρόοπ εξέλαβε την τοποθέτηση αυτή όχι μόνον ως επιβράβευση, αλλά ως ευκαιρία να διακριθεί και να δοξαστεί. Μια από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να καλέσει τον δωσίλογο πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη και να του ανακοινώσει ότι στο εξής όλες οι συνεννοήσεις της προδοτικής κυβέρνησης των μετέπειτα γερμανοτσολιάδων θα γίνονταν μαζί του και του απαγόρευσε να έρθει σε επαφή με τον Στρατιωτικό διοικητή της Ελλάδας στρατηγό Αλεξάντερ Λερ, ο οποίος έδρευε στην Θεσσαλονίκη. Τελικά ο Στρόοπ ανακλήθηκε στις 4 Οκτωβρίου από το Βερολίνο, που διόρισε στη θέση του τον Βάλτερ Σιμάνα (Walter Schimana). Ο Στρόοπ είχε ωστόσο προλάβει να οργανώσει πολύ πιο σκληρά την Γκεστάπο των Αθηνών και ήταν αυτός που απέσπασε από την Ιταλική διοίκηση το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου και διόρισε Διοικητή του τον διαβόητο ταγματάρχη Πάουλ Ραντόμσκι.
(24) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 66-67.
(25) Το τηλεγράφημα στον στρατηγό Σκόμπι επί λέξει αναφέρει: «Είσθε υπεύθυνος δια την τήρησιν της τάξεως εις τας Αθήνας και δια την καταστροφήν όλων των ομάδων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μίαν μόλις καταληφθείσα υπό του στρατού πόλιν, όπου έχει εκραγεί επαναστατικόν κίνημα. Πρέπει να κρατήσουμε τας Αθήνας και να επιβληθώμεν. Εάν τούτο το επιτύχετε χωρίς αιματοχυσίαν, θα είναι διά σας, αλλά και με αιματοχυσίαν θα είναι επίσης κατόρθωμα εάν αυτή είναι απαραίτητος».
(26) Μενέλαος Λουντέμης, Ο Μεγάλος Δεκέμβρης, ο.π., σελ. 71-72.
(27) Μενέλαος Λουντέμης, Ο Μεγάλος Δεκέμβρης, ο.π., σελ. 73-74.
(28) Μενέλαος Λουντέμης, Ο Μεγάλος Δεκέμβρης, ο.π., σελ. 77-78.
(29)

“Άνθρωποι” είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα … (απόσπασμα από τη δίκη του Μ.Λουντέμη)

 Εξαιρετικό απόσπασμα. Το οποίο καταδεικνύει μεταξύ άλλων τον ρόλο που έχει κάποτε ο μη συμμετέχων κατά την ανάγνωση δημιουργός στην αποκωδικοποίηση του έργου…
Ο Λουντέμης κατηγορήθηκε για έσχατη προδοσία, για αντεθνική δράση κλπ γνωστά της εποχής και μετά από χρόνια εξορίας στην Ικαρία – Μακρόνησο και Αη Στράτη και ενώ πλέον είναι ετοιμοθάνατος από τις κακουχίες και το ξύλο δικάζεται (1956) για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» . Απόσπασμα από τη δίκη:
Ο Θεοτοκάτος (συνήγορος του Λουντέμη) παίρνει από το τραπέζι ένα πανόδετο βιβλίο με γαλάζια ξεθωριασμένα εξώφυλλα, το ανοίγει και αρχίζει να απαγγέλει, καθαρά και βροντόφωνα για να μπορούν να τον παρακολουθούν όλοι:
Εγώ είμαι ο γκρεμιστής
Γιατί εγώ είμαι κι ο χτίστης
Ο διαλεχτός της άρνησης
Κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα
Νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα
Τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός,
Του χαλασμού πατέρας,
Πάντα κοιτάζω προς το φως
Το απόμαυρο της μέρας.
Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος,
Εγώ κι ο ανοιχτομάτης
Του μακρεμένου αγναντευτής
Κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
Και με το καριοφύλλι μου
Και με το απελατίκι
Την πολιτεία την κάνω ερμιά,
Γη χέρσα το χωράφι.
Εδώ ο Θεοτοκάτος σταματά , στρέφεται προς το μάρτυρα και λέει:
- Περιμένω ν’ ακούσω τη γνώμης σας γι’ αυτό το κείμενο κύριε μάρτυς.
Ο Καραχάλιος (μάρτυρας- αστυνόμος γενικής ασφάλειας) όμως σωπαίνει. Ύστερα από λίγο λέει:
- Δεν μπορώ να εκφράσω γνώμη μόνο από ένα απόσπασμα.
- Τότε παρακαλώ τον πρόεδρο να μου επιτρέψει να συνεχίσω, λέει ο Θεοτοκάτος.
Κάλλιο φυτρώστε αγραγκαθιές
Και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
Κάλλιο φουσκώστε ποταμοί,
Και κάλλιο ανοίχτε , τάφοι,
Και , δυναμίτη, βρόντηξε
Και σιγοστάλαξε αίμα
Παρά σε πύργους άρχοντας
Και σε ναούς το ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών
Η πλάση με τα’ αγρίμια
Ξανάρχεται. Καλώς να’ ρθη.
Γκρεμίζω την ασχήμια…
Εδώ σταματάει πάλι ο συνήγορος και ξαναρωτάει το μάρτυρα:
- Μήπως τώρα κύριε μάρτυς, σχηματίσατε γνώμη;
Αντί για απάντηση ο μάρτυρας ρωτά:
- Τίνος είναι αυτό το βιβλίο;
- Γιατί κύριε μάρτυς σας ενδιαφέρει;
- Ναι, με ενδιαφέρει.
- Γιατί σας ενδιαφέρει; Εσείς είπατε προηγουμένως ότι για να σχηματίσετε άποψη για κάποιο έργο δεν σας ενδιαφέρει ο συγγραφέας αλλά το περιεχόμενο και μόνο αυτό.
- Μα ξέρετε κύριε συνήγορε… Όταν γνωρίζουμε το συγγραφέα μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι λέει. Λοιπόν πέστε μου σας παρακαλώ τίνος είναι για να μπορέσω να κρίνω και να εκφέρω γνώμη.
- Δεν θα σας τον πω, γιατί αυτό αντιβαίνει στη συμφωνία που κάναμε πριν λίγο. Κι ύστερα εσείς μόνος σας είπατε ότι κρίνετε αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό έργο. Το κρίνετε απ’ το περιεχόμενο κι όχι από το συγγραφέα του.
Εδώ επεμβαίνει ο εισαγγελέας :
- Τέλος πάντων, κύριε συνήγορε, θα μας τον πείτε καμιά φορά αυτόν το συγγραφέα του κειμένου;
Ο Πρόεδρος Φαρμάκης, που έχει χάσει φαίνεται την υπομονή του, γυρίζει προς τον εισαγγελέα και λέει:
- Αφήστε κύριε εισαγγελέα . Κάποιος του ίδιου φυράματος με το Λουντέμη θα είναι κι αυτός.
Ο Θεοτοκάτος ήρεμος άνοιξε το βιβλίο για να συνεχίσει το διάβασμα. Βλέποντας τον ο πρόεδρος τινάχτηκε πάνω σαν να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και λέει ουρλιάζοντας:
- Κύριε συνήγορε δεν σας επιτρέπω να συνεχίσετε. Δεν σας επιτρέπω να διαβάζετε ενώπιόν μας τέτοια κείμενα. Αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, είναι λίβελλος εναντίον του έθνους, είναι ένα κείμενο αντεθνικόν, που πρέπει να κατασχεθεί και να καταστραφεί αμέσως, ενώ εκείνος που το’ γραψε , αν δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα , πρέπει να καθήσει στο εδώλιο μαζί με τον πελάτη σου, να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και να κρεμαστεί… Αυτός δεν είναι Έλλην , είναι προδότης, εχθρός της πατρίδας… είπε ο πρόεδρος και κάθησε. Έτρεμε ολόκληρος από το θυμό του.
- Κύριε πρόεδρε, λέει ο Θεοτοκάτος, ομολογώ πως τέτοιο λαβράκι δεν το περίμενα στα δίχτυα μου. Εγώ αλλού ψάρευα ,συμπληρώνει, δείχνοντας τον μάρτυρα κατηγορίας. Το ποίημα που απήγγειλα πριν λίγο ενώπιόν σας και που εσείς το χαρακτηρίσατε λίβελλον εναντίον του έθνους, αντεθνικόν κλπ κλπ είναι απόσπασμα απ’ το γνωστό ποίημα «Ο εκδικητής» που κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα ελεύθερα και διαβάζεται από όλους τους Έλληνες . Εκείνος που τόγραψε και που κατά τη γνώμη σας πρέπει να δικαστεί για προδοσία δεν είναι άλλος από τον εθνικό μας ποιητή Κωστή Παλαμά, που όλο το έθνος τον διαβάζει, τον αγαπά και τον τιμά. Ναι, ο Κωστής Παλαμάς κύριε πρόεδρε. Και για να πεισθείτε καταθέτω το βιβλίο με τα γκρίζα εξώφυλλα λέγοντας:
- Όσο προδότης είναι, κύριε πρόεδρε, ο εθνικός μας ποιητής, άλλο τόσο είναι προδότης κι ο Λουντέμης, που έγραψε το βιβλίο «Βουρκωμένες μέρες» και για το οποίο τόσο λυσσαλέα διώκεται.
Το ακροατήριο ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο πρόεδρος αιφνιδιάζεται, τα χάνει. Δεν ξέρει τι να κάνει. Και για να βγει από τη δύσκολη θέση χτυπά το κουδούνι αμήχανα και διακόπτει τη συνεδρίαση λέγοντας:
- Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου