Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού (1982-2012): Τριάντα χρόνια ρύπανσης κι ανταρτοπόλεμου


 Γιώργος Μαυρογιώργος

Για μια ακόμη φορά, η εκπαίδευση βρίσκεται σε «ζώνη θυέλλης». Οι εκπαιδευτικοί, για μια ακόμη φορά βρίσκονται, αντιμέτωποι με μια καθεστωτική,συστηματική, ενορχηστρωμένη δυσφήμιση, καταγγελία, απαξίωση και «διωγμό». Φαίνεται πως οι εκπαιδευτικοί, κάθε φορά που επιχειρείται  συντηρητική ανασυγκρότηση της εκπαίδευσης, και εκφράζουν τις αντιθέσεις  τους, πληρώνουν το τίμημα της αντίθεσής τους με την καταγγελία και τη δυσφήμιση ότι είναι εναντίον της αλλαγής και της προόδου και ότι υπερασπίζονται τη συντήρηση και τη στασιμότητα ενός αποτυχημένου εκπαιδευτικού συστήματος.  Δηλαδή, ένας  ανέξοδος ευφημισμός της «αλλαγής» συγκροτεί τη βάση της δυσφήμισής τους. Τη «φωτιά», αυτές τις μέρες, για μια ακόμη φορά, τη βάζει το λεγόμενο «νέο» σχέδιο ΠΔ για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού.

Το νεότερο είναι συντηρητικότερο
Δεν πρόκειται, προφανώς, για νέο αλλά για μια  συντηρητικότερη παραλλαγή παλαιοτέρων σχεδίων. Η κοινωνικοπολιτική συγκυρία είναι που το κάνει νέο, με τη σύνδεση της αξιολόγησης με τη βαθμολογική εξέλιξη και τη μισθολογική καθήλωση  Μέσα στη θύελλα και τον ανεμοστρόβιλο της κοινωνικής κατακραυγής και διαμαρτυρίας για τις πολύ δυσμενείς συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί και στην εκπαίδευση, με τις πολιτικές επιτήρησης των μνημονίων (δραστικές περικοπές, δαπανών για την εκπαίδευση, συγχωνεύσεις, απολύσεις, ελλείψεις εκπαιδευτικού προσωπικού, διάλυση των εργασιακών σχέσεων,  μισθολογική και υπηρεσιακή καθήλωση, άρση της μονιμότητας, εντατικοποίηση των πειθαρχικών ελέγχων, συμπίεση μισθών, εντατικοποίηση, περιστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων, αυταρχισμός ,κ.α. ) οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί, σε μια ασύμμετρη διαπραγματευτική σχέση με τους εκπαιδευτικούς, συνεπικουρούμενοι από «σώματα ειδικών εντεταλμένων», προωθούν σχέδια εκπαιδευτικής αξιολόγησης εν γένει και αξιολόγησης του εκπαιδευτικού, ιδιαίτερα, ως τη συνταγή «δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν». Η γοητεία της αξιολόγησης βρίσκει  φανατικούς υποστηρικτές τους διαχειριστές της νεοφιλελεύθερης επίθεσης στην εκπαίδευση.
Το πολυεργαλείο της αξιολόγησης
Αν οι απολύσεις είναι  η εντολή της «Τρόικας» και οι επιταγές του μνημονίου, η αξιολόγηση  αποτελεί τη μεθοδολογική συνταγή της δίκαιης επιλογής ώστε να αποφασίσουμε για «ποιους χτυπάει η καμπάνα».  Αν όρος των μνημονίων είναι η εξοικονόμηση πόρων, η ποσόστωση στις προαγωγές των εκπαιδευτικών και η μισθολογική τους καθήλωση, το κλειδί είναι η αξιολόγησή τους. Αν στην εκπαίδευση είναι απαραίτητη η ανατροφοδότηση των εκπαιδευτικών και η αναβάθμιση του εκπαιδευτικού τους έργου, τότε η αξιολόγηση κάνει θαύματα. Αν η εκπαίδευση παρουσιάζει σοβαρή κρίση που εκδηλώνεται με τους υψηλούς δείκτες σχολικής αποτυχίας, υποεπίδοσης, λεξιπενίας, διαρροής, παραβατικότητας, κ.α. η αξιολόγηση είναι «η μοναδική λύση για τη βελτίωση των σχολείων»! Αν οι εκπαιδευτικοί δε λογοδοτούν σε κανέναν, η αξιολόγηση ενδείκνυται γιατί λειτουργεί και ως υποχρέωση και ως τιμωρία.
Οι διαβουλεύσεις διαρκείας
Είναι φανερό πως αξιολόγηση και αποπλάνηση «πάνε χέρι-χέρι». Τριάντα χρόνια έντονων διαβουλεύσεων και ακατάσχετης προτασεολογίας  έχουν κάνει μεγάλη ζημιά με την ιδεολογική ρύπανση που έχουν προκαλέσει στην κοινή γνώμη. Μετά την κατάργηση του επιθεωρητή, το 1982, και την καθιέρωση του σχολικού συμβούλου, για  τριάντα χρόνια τώρα, έχουμε μια διελκυστίνδα διαβουλεύσεων, αναβολών και διαπραγματεύσεων, νόμων και αναστολών. Σχεδόν όλοι Υπουργοί Παιδείας, της τελευταίας τριακονταετίας, εξήγγειλαν το δικό τους «διάλογο» για την παιδεία και κατέθεσαν τις προτάσεις τους για το θέμα της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού που έμενε σε εκκρεμότητα. Οι όποιες διαπραγματεύσεις και διάλογοι είχαν ως βασικό προσδιοριστικό στοιχείο την ανασύνταξη του λόγου για την εκπαίδευση. Αυτή προσφερόταν για τη «διαπαιδαγώγηση» της κοινής γνώμης, την ιδεολογική διαχείριση των συγκρούσεων και των αντιθέσεων και την απορρόφηση διάφορων μορφών κοινωνικής αντιπολίτευσης και αντίστασης. Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού ήταν ένα ιδιαιτέρως προσφιλές θέμα για συζήτηση από την πλευρά πολλών ενδιαφερομένων ομάδων: εκπαιδευτικών, μαθητών, γονέων, πανεπιστημιακών, δημοσιογράφων, κ.α. Εξακολουθεί να είναι προσφιλές θέμα  στα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, όπου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αφήνεται να εννοηθεί ότι η εκκρεμότητα της αξιολόγησης ευθύνεται για τα μεγάλα προβλήματα της εκπαίδευσης. Η σχετική συζήτηση έχει εξασφαλισμένη τη διευρυμένη συμμετοχή των ενδιαφερομένων.
Δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε μια ολοκληρωμένη παρουσίαση του υλικού και των απόψεων που έχουν κατατεθεί κατά καιρούς. Τα  κείμενα  προτάσεων, νόμων και προεδρικών διαταγμάτων που έχουν δοθεί, κατά καιρούς, είναι πάρα πολλά, αν και ο πολιτικοιδεολογικός τους προσανατολισμός, με τις όποιες διαφορές, παραμένει, κατά βάση, κοινός. Μόνο η απλή παράθεσή των ρυθμίσεων που έγιναν αρκεί για να μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι έχουμε να κάνουμε με έναν επιμελημένο «σκουπιδότοπο» ρύπων και ανεφάρμοστων νόμων και διαταγμάτων (νόμος1304/1982 (ΦΕΚ 144/7-12-1982), νόμος 1566/1985 (ΦΕΚ 167/30-9-1985) , Π.Δ. 320/1993 (ΦΕΚ 138 Α΄),νόμος 2525/1997 (ΦΕΚ 188/23-9-1997), Εγκύκλιος Γ2/4791-1998, Π.Δ. 140/1998 (ΦΕΚ 107/20.5.98), Υ.Α. Δ2-1938/26-2-1998, νόμος 2986/2002 (ΦΕΚ 24Α'/13-2-2002),   νόμος 3848/2010 (ΦΕΚ 71 τ. Α΄ 19-5-2010)). Κι αυτό μας επιτρέπει να ισχυριστούμε ότι η άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής δεν είναι θέμα  ψήφισης νόμων. Οι νόμοι είναι ανενεργοί όταν εισβάλει το κοινωνικό και το πραγματικό στο θεσμικό.
Η ιδεολογική ρύπανση 
Γενικώς, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η μορφή και το περιεχόμενο όλων των συζητήσεων που έχουν γίνει, η διάρκειά τους, οι αντιφάσεις, οι συγχύσεις, οι ασάφειες, οι ανακολουθίες, οι αβασάνιστες και αυτονόητες παραδοχές, οι ευφημισμοί, οι αφορισμοί και οι εύκολες λύσεις έχουν προκαλέσει ένα είδος πολιτικο-ιδεολογικής ρύπανσης και σύγχυσης. Όσοι έχουν παρακολουθήσει τις εξελίξεις στο σχετικό ζήτημα έχουν εκτεθεί, κατά καιρούς, σε μια δοκιμασία ιδεολογικής ρύπανσης. Σε αυτή την υπόθεση έχουν παίξει σημαντικό ρόλο οι «ρύποι» ιδεολογημάτων για τη γοητεία της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού που έχουν κατατεθεί από εντεταλμένους  «ειδικούς» και αυτόκλητους «παιδαγωγούς».
«Μαύρη» παιδαγωγική
Ιδιαίτερη προσπάθεια καταβάλλεται ώστε η θεωρητική θεμελίωση των νέων μέτρων να γίνεται με συστηματική αναφορά σε συγκεκριμέ­νους παιδαγωγικούς όρους και ψυχολογικές προϋποθέσεις. Έτσι π.χ επανειλημμένα τονίζονται: τα κίνητρα, η επιβράβευση, η διάγνωση, ο διαπιστωτικός, ανατροφοδοτικός και πα­ρωθητικός σκοπός της αξιολόγησης, η ενθάρρυνση, η σωστή αυτοαν­τίληψη, η διάγνωση δυσκολιών κ.τ.ό. Τα Προεδρικά, δηλαδή, Διατάγματα δεν είναι απλώς ρυθμιστικές παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και διεξοδι­κές θεωρητικές αναλύσεις συγκεκριμένης παιδαγωγικής και ψυχολογι­κής θεμελίωσης των μέτρων. Με άλλα λόγια, τα Προεδρικά Διατάγμα­τα πρόβαλλαν τις αλλαγές ως παιδαγωγικές και όχι ως πολιτικές επι­λογές.. Είχαμε, δηλαδή, ένα είδος παιδαγωγίζουσας και ψυχολογί­ζουσας πολιτικής που συγκάλυπτε τις πραγματικές αφετηρίες και προεκτάσεις των μέτρων που εξάγγελλε. Ενδεικτικό είναι ότι ακόμα και σήμερα η κριτική που ασκείται ορισμένες φορές γίνεται με αναφορά στην παιδαγωγική. Διαβάζουμε π.χ. ότι η προτεινόμενη αξιολόγηση είναι «αντιπαιδαγωγική». Θεωρούμε «ρύπους» ιδεολογημάτων τις διάφορες περοεπιστημονικές ή και αντιεπιστημονικές απόψεις που έχουν κατατεθεί στο πλαίσιο της ακατάσχετης προτασεολογίας των τελευταίων ετών, με τις συνταγές των αυτονόητων και αυθαίρετων παραδοχών που δεν εξετάζονται ως προς τις κοινωνικοπολιτικές και ιδεολογικές αφετηρίες και προεκτάσεις που έχουν για την εκπαίδευση.
Τα κείμενα που δόθηκαν, κατά καιρούς, όλα αυτά τα χρόνια, στηρίζονταν ως ένα μεγάλο βαθμό στο δογματισμό των τεχνικών υπεραπλουστεύσεων. Όσο διαβάζει κανείς αυτά τα κείμενα, διαπιστώνει ότι τα πράγματα απλοποιούνται. Χρησιμοποιούνται γενικεύσεις, συγχέονται αιτίες με αποτελέσματα, διατυπώνονται αληθοφανείς διαγνώσεις, ενεργοποιούνται δοκιμασμένες εμπειρίες και προκαταλήψεις και επιστρατεύονται παραδοσιακές πρακτικές. Μια βασική μήτρα από την οποία απορρέουν αυτού του είδους οι εκδοχές είναι ότι η  «αξιολόγηση των μαθητών και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είναι η κινητήρια δύναμη και το κλειδί για τη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης». Πρόκειται για μια άκρως δογματική υπεραπλούστευση μιας άκρως συντηρητικής εκπαιδευτικής ατζέντας που διαπνέεται από τις αρχές μιας «μαύρης παιδαγωγικής».
Με το δέος του μνημονίου και τη συναίνεση
Η  σημερινή ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας επαναφέρει το θέμα με μια  εμφανή αποφασιστικότητα που την αντλεί από τη συγκυρία της συγκυβέρνησης των τριών κομμάτων (ΝΔ,ΠΑΣΟΚ,ΔΗΜΑΡ) και από τις επιταγές και το δέος του μνημονίου. Υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν, βέβαια, πως δε χρειάζεται κανένα μνημόνιο ή τρόικα για να βάλουμε τάξη και στην εκπαίδευση»! Φαίνεται ότι η συναίνεση των τριών κομμάτων είναι δεδομένη αυτή τη χρονική στιγμή. Πρόκειται, άλλωστε, για μια συναίνεση που είχε καταγραφεί ως υφέρπουσα διεργασία, τα τριάντα αυτά χρόνια, με τη διαδοχή των μονοκομματικών κυβερνήσεων και τις αλλεπάλληλες απόπειρες που έκαναν για τις σχετικές ρυθμίσεις.
Όλα αυτά τα χρόνια προβαλλόταν  η άποψη ότι υπάρχει συναίνεση για την καθιέρωση συστήματος αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Ενδεικτικό, από αυτή την άποψη, είναι το γεγονός ότι τα  σχέδια Π.Δ. που εκπονήθηκαν επί ΠΑΣΟΚ και αυτά που εκπονήθηκαν  επί Νέας Δημοκρατίας παρουσιάζουν κοινά στοιχεία. Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφο­ρές, που είναι δυνατό να επισημανθούν, ο ιδεολογικός προσανατολι­σμός και η βαθύτερη λογική των αλλεπάλληλων Π.Δ.  διαπνέονται από μια απόπειρα ανασυγκρότησης της εκπαιδευτι­κής διαδικασίας με ενίσχυση και εντατικοποίηση της αξιολόγησης, με πρακτικές που συγκροτούν αυτό που θα ονομάζαμε πολιτική «αστυνόμευσης της κρίσης» και επαναφοράς αρχών του «επιθεωρητισμού».
Σ αυτό έχουν συντελέσει επίλεκτοι και αυτόκλητοι «ειδικοί», που με την τήβεννο της πανεπιστημιακής αυθεντίας, έχουν συντάξει πολλά σχέδια προεδρικών διαταγμάτων και πολλούς «διαδοχικούς» τόμους, αναμασώντας και επαναλαμβάνοντας τη «φιλολογία» της αναγκαιότητας της αξιολόγησης, των αντικειμενικών και μετρήσιμων κριτηρίων, της ανατροφοδότησης και της παιδαγωγικής του εγχειρήματος, κ.α.. Τα ράφια του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας (ΚΕΕ) στενάζουν από το βάρος των πολυσέλιδων κειμένων που έχουν γραφεί. Μόνο από το ΚΕΕ έχουν παραχθεί από πολυπληθείς «ομάδες εργασίας» δέκα τόμοι, με κοινοτικά κονδύλια! Βλέπετε είναι και υπόθεση απορροφητικότητας των κονδυλίων σημαντικό ζήτημα! Πολλοί από τους «ειδικούς», παρά τη διαδοχή των δύο κομμάτων στην εξουσία, αξιοποιώντας τα κοινοτικά κονδύλια, έχοντας ως προτεραιότητα  τις προσωπικές τους στρατηγικές, ύφαιναν υπομονετικά, άλλοτε στα επιτελικά γραφεία και άλλοτε στις «αίθουσες αναμονής», τον πολυπόθητο ιστό της συναίνεσης  των δύο κομμάτων. Έτσι, ήταν ευκολότερο να τα βρουν κάποια στιγμή στη συγκυβέρνηση.
Αναμφίβολα,  σ’ όλη αυτή την υπόθεση προβολής της συναίνεσης σημαντι­κό ρόλο έπαιξε η  χρήση και αξιοποίηση των «ανησυ­χιών» και των απόψεων που προέρχονταν από τους γονείς  και γενικώς την «κοινή γνώμη». Κάτι που, κατά πως φαίνεται, απασχολεί τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών και σήμερα.
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η περίπτωση, πάντως: παρά τη σιωπηρή συναίνεση των δύο κομμάτων εξουσίας για επαναφορά της αξιολόγησης  του εκπαιδευτικού, για 30 ολόκληρα χρόνια, οι εκπαιδευτικοί στο ελληνικό σχολείο εργάζονταν χωρίς επιθεωρητές και χωρίς σύστημα αξιολόγησης. Οι  όποιες απόπειρες για καθιέρωση νέων διαδικασιών και κριτηρίων αξιολόγησης προσέκρουσαν στις έντονες κινητοποιήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εκπαιδευτικών. Η συνεχιζόμενη εκκρεμότητα  πιστώνεται στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Οι εκπαιδευτικοί απέρριπταν, όλα αυτά τα χρόνια,  προσωποπαγείς, αυταρχικές και γραφειοκρατικές εκδοχές αξιολόγησης και ιεραρχικής επιτήρησης «από τα έξω» και «από τα πάνω». Η επιλογή τους αυτή επιστημονικά και πολιτικά θεμελιώνονταν για το λόγο ότι αρνούνταν να υπονομεύουν το ίδιο τους το έργο και προστάτευαν τα όρια της σχετικής αυτονομίας κατά την άσκηση του έργου τους. Οι εκπαιδευτικοί έχουν τριάντα χρόνων εμπειρία αντίστασης και πάλης σε ένα πεδίο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για τη δημόσια  εκπαίδευση και την ίδια τους την εργασία: Η αξιολόγηση εμπίπτει στην «κοινωνική αρένα» των ιδεολογικών συγκρούσεων, όπου διακυβεύονται κυρίαρχα συμφέροντα στην υπόθεση της αναπαραγωγικής λειτουργίας του σχολείου όσο και στους συσχετισμούς ισχύος και  εξουσίας.
Όπως υποστήριξα σχετικά πρόσφατα, σε συναδέλφους της Κύπρου, που εργάζονται ακόμα σε καθεστώς «επιθεωρητισμού», χρειαζόμαστε ένα νέο όραμα  με σαφή και ισχυρή κουλτούρα απόδρασης από το τυχαίο, το αυτονόητο, το δεδομένο και από τις παραδόσεις των επαγγελματικών συνταγών και των εκπαιδευτικών πρακτικών. Σε εποχές μνημονίου, χρειαζόμαστε κοινωνικές ζυμώσεις στις οποίες μειώνεται ο χώρος της αντίδρασης και τη θέση παίρνει η χειραφετητική «πράξις» που απελευθερώνει από τον εξαναγκασμό και την αυταπάτη του πρακτικού, της συνήθειας και του αποτελεσματικού, από το δογματισμό, την εξάρτηση, την ψευδαίσθηση, τη διαστρέβλωση, την ψευδή συνείδηση και το δέος που παραλύει και παροπλίζει. Σε μια τέτοια υπόθεση η αξιολόγηση της ιεραρχικής  επιτήρησης και των μετρήσιμων κριτηρίων, έστω και ως άσκηση επί χάρτου, δεν έχει καμιά θέση. Αναζητούμε μορφές συναδελφικής συλλογικής αλληλεγγύης και συμβουλευτικής υποστήριξης, από τα μέσα και από τα κάτω, που να εμπνέει τον εκπαιδευτικό, με υπεύθυνο και ενημερωμένο τρόπο, να αναλαμβάνει τον έλεγχο της εργασίας του, τη μετακίνηση από τον επαγγελματισμό στη ριζοασπαστική επαγγελματική πρακτική που μεταμορφώνει τη σχέση του με την εργασία που προσφέρει στο σχολείο και έξω από αυτό.
Εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εκπαιδευτικών να «παίρνουν τη σκέψη και την κρίση στα χέρια τους», να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες, να  ελέγχουν τις επαγγελματικές τους  πρακτικές και να επανεξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους μεσολαβούν στην αναπαραγωγική λειτουργία του σχολείου. Η κοινωνική τους προέλευση  το υποδηλώνει. Το συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών μας διδάσκει ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν σημαντική και πραγματική εξουσία, παρά την ασύμμετρη διαπραγματευτική τους σχέση με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς..Στην περίπτωση της αξιολόγησης δεν μπορεί να είναι απλοί κι αμήχανοι αποδέκτες  σχεδίων και προτάσεων στις οποίες  εκφράζουν την αντίδραση τους. Οι εκπαιδευτικοί είναι εκείνοι που έχουν τη δύναμη και την εξουσία να αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία της δράσης και να προστατεύουν την εκπαίδευση από το δίδυμο αξιολόγησης-αγοράς που απειλεί και να υπερασπίζονται ένα σχολείο ουσιαστικής παιδείας για όλους. Ο τριακονταετής ανταρτοπόλεμος στον οποίο έχουν εμπλακεί, μέχρι σήμερα, με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς, είναι μια παρακαταθήκη για το «νέο μέτωπο» που καλούνται να συγκροτήσουν, για νέες συλλογικότητες και νέες αντιστάσεις, μέσα στη δίνη του μνημονίου, της ανεργίας, των απολύσεων, των περικοπών και της φτώχειας . Τριάντα χρόνια χωρίς επιθεωρητές και γραφειοκράτες ελεγκτές και αξιολογητές είναι, έτσι κι αλλιώς, μια μεγάλη νίκη του σχολείου. Είναι αυτή που μας δείχνει το δρόμο…
Η νέα «ρουκέτα»
Αυτά  σκεφτόμουνα και έγραφα, όταν αιφνιδιαστικά ήρθε η νέα επείγουσα «ρουκέτα» του Υπουργείου Παιδείας: “Συνιστάται ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την επωνυμία «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση»(Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.). Όπως διαβάζουμε, η Αρχή αυτή, ανάμεσα στα άλλα, «Εποπτεύει τις διαδικασίες αξιολόγησης των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης…με σκοπό τη διασφάλιση της εγκυρότητας, της αξιοπιστίας και της αντικειμενικότητας της αξιολόγησης…Μετααξιολογεί τα συστήματα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών και εντοπίζει αδυναμίες και τρόπους αντιμετώπισής τους… Αποφαίνεται επί των ενστάσεων των περιφερειακών διευθυντών εκπαίδευσης…». Είναι αλήθεια πως έχω αιφνιδιαστεί από το «Εργαστήριο» διάλυσης της δημόσιας εκπαίδευσης που έχουν στήσει, τόσο που προς στιγμή σκέφτηκα να πετάξω το κείμενό μου «στα σκουπίδια» του υπολογιστή. Τι τρικομματική επίθεση είναι κι αυτή! Πόσους δύσκολους συλλογικούς και  μαζικούς αγώνες έχουμε να κάνουμε, σε δύσκολους καιρούς!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου